RSS Feed

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Κεφάλαιο στο συλλογικό τόμο: Χρύσης Α. (2015), «Θεωρία της Μετάβασης και Σοσιαλιστική Εναλλακτική» Αθήνα: εκδ. ΤΟΠΟΣ [1]

του Σταύρου Μαυρουδέα

[1]  Εισαγωγή

Η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού που ξέσπασε το 2009 έχει οδηγήσει την οικονομία σε μία παρατεταμένη ύφεση (καθώς μέχρι το 2014 έχει χαθεί το 25% του ΑΕΠ) και ταυτόχρονα σε μία βαθειά κοινωνική και πολιτική κρίση.

Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς καθώς η σημερινή κρίση του ελληνικού καπιταλισμού έχει βαθιές δομικές ρίζες και αίτια. Αυτό τον βαθύ δομικό χαρακτήρα τον αντιλαμβάνονται πολύ εύστοχα οι Μαρξιστικές αναλύσεις (βλέπε Μαυρουδέας (2011, 2012), ΟΜΕ (2013), ΜανΓουάεαδ (2014)) ενώ αποτυγχάνουν να τον συλλάβουν τόσο οι ορθόδοξες αστικές αναλύσεις όσο όμως και μία σειρά ετερόδοξες ριζοσπαστικές αναλύσεις (όπως οι θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης»)1]. Συνοπτικά, οι Μαρξιστικές προσεγγίσεις δείχνουν ότι η ελληνική κρίση έχει (α) μία εσωτερική και (β) μία εξωτερική διάσταση. Η εσωτερική διάσταση αφορά την κρίση υπερσυσσώρευσης του ελληνικού καπιταλισμού που εκδηλώθηκε, όμοια με τις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, το 2007-8. Αίτιο της είναι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Η εξωτερική διάσταση αφορά τα βάρη που επωμίζεται ο ελληνικός καπιταλισμός από την υποδεέστερη θέση του στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση και τα οποία επιδεινώνουν περαιτέρω την εσωτερική του κρίση[2] [3] [4]

Οι ριζικές αλλαγές που προκαλούν η καπιταλιστική κρίση αλλά και οι πολιτικές καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης (όπως συγκεφαλαιώνονται στα Μνημόνια με την τρόικα) επηρεάζουν ρηξικέλευθα την μέχρι τώρα κοινωνική δομή της χώρας. Ο κόσμος της εργασίας εξαθλιώνεται, χάνοντας κατακτήσεις δεκαετιών, καθώς οι εργασιακές συνθήκες και το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ είναι αυτά που χτυπιούνται πρώτα και πιο άγρια από τις αστικές πολιτικές. Όμως, κοντά στους εργαζόμενους – για πρώτη ίσως φορά στην ελληνική μεταπολεμική ιστορία – πλήττονται σκληρά και τα ευρέα μικρομεσαία στρώματα που μέχρι σήμερα αποτελούσαν ένα από τα κρίσιμα υποστηρίγματα της σταθερότητας του συστήματος. Τα εξαιρετικά μεγάλα (τουλάχιστον για τα δυτικά δεδομένα) στρώματα αυτά υποβαθμίζονται δραματικά και σημαντικά τμήματα τους απειλούνται με κυριολεκτική προλεταριοποίηση. Τέλος, ακόμη και το ελληνικό κεφάλαιο, παρόλο που συναινεί και συμπράττει στην πολιτική καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης των Μνημονίων, υφίσταται μία σαφή υποβάθμιση τόσο μέσα στον διεθνή όσο και στον ευρωενωσιακό καταμερισμό εργασίας . Αυτό έχει σαν συνέπεια ότι σημαντικά τμήματα και δραστηριότητες του πλέον ελέγχονται από δυτικά ιμπεριαλιστικά κεφάλαια ενώ πολλοί άλλοι τομείς και δραστηριότητες κινδυνεύουν επίσης. Βέβαια, η δέσμευση της ελληνικής αστικής τάξης στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση είναι τόσο βαθιά, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, που κανένα τμήμα της δεν διανοείται επί του παρόντος να προωθήσει την αυτονόμηση της από αυτήν.

Για όλους τους παραπάνω λόγους το σύστημα τα τελευταία χρόνια έχει μπει σε μία επώδυνη κρίση εκπροσώπησης που διακυβεύει την πολιτική σταθερότητα του. Τα δύο βασικά συστημικά κόμματα (το ΠΑΣΟΚ και Η ΝΔ) που μεταδικτατορικά διασφάλιζαν την σταθερότητα της αστικής κυριαρχίας κλυδωνίζονται από την κρίση και η δυνατότητα τους να εγκλωβίζουν τα λαϊκά στρώματα έχει απομειωθεί δραματικά. Διάφορα εναλλακτικά συστημικά πολιτικά μορφώματα που κατά καιρούς δοκιμάζονται δεν έχουν κατορθώσει να επιτύχουν μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό άλλωστε η αστική τάξη δοκιμάζει να παίξει ακόμη και με την επικίνδυνη μεταβλητή του φασισμού.

Δεδομένης αυτής της κατάστασης θα περίμενε κανείς το λαϊκό και το εργατικό κίνημα να έχουν μία ζωντανή και ισχυρή παρουσία. Όπως γνωρίζουμε πολύ καλά το αντίθετο συμβαίνει. Ιδιαίτερα για τις δυνάμεις κομμουνιστικής αναφοράς – δηλαδή εκείνου του ιστορικού ρεύματος που όλο τον προηγούμενο αιώνα κατόρθωσε να δώσει τις πιο ρεαλιστικές και αποτελεσματικές πολιτικές για το εργατικό και λαϊκό κίνημα – η αποτυχία αυτή είναι ιδιαίτερα επώδυνη. Φανερώνει την ιδεολογική, πολιτική και μαζική υποχώρηση που έφεραν οι πολλαπλές καταρρεύσεις της δεκαετίας του 1990 (όχι μόνο του ανατολικού μπλοκ αλλά και των δυτικών κινημάτων που γεννήθηκαν το 1968). Ταυτόχρονα κάνει ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη του να ξαναπιαστεί το κομμένο νήμα: να ανασυγκροτηθεί η «κόκκινη γραμμή» που συνδέει τις πιο άμεσες διεκδικήσεις στο σήμερα με την προοπτική μακροχρόνιων δομικών μετασχηματισμών που οδηγούν στο σοσιαλισμό. Αυτό που ξεχώρισε ιστορικά το κομμουνιστικό ρεύμα – παρά τα προβλήματα, τις στρεβλώσεις και τις αποτυχίες που υπήρξαν – σε σχέση με τα άλλα δύο ιστορικά ρεύματα του εργατικού κινήματος (τον αναρχισμό και την σοσιαλδημοκρατία)[5] – ήταν ο προσανατολισμός του στο γεφύρωμα της άμεσης πολιτικής δράσης με την στρατηγική προοπτική του σοσιαλισμού. Αυτό το πλεονέκτημα του κομμουνιστικού ρεύματος βασίσθηκε εν πολλοίς στην ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει αυτό στο ρόλο του προγράμματος (έτσι όπως αυτή εκφράσθηκε τόσο στις πρώιμες επεξεργασίες του Μαρξ και του Έγκελς για το κομμουνιστικό κόμμα όσο και στην υποδειγματική θεωρία του «κόμματος νέου τύπου» του Λένιν). Για τους κομμουνιστές καμία άμεση διεκδίκηση δεν είναι υποτιμητέα (όπως πολλά «υπεραριστερά» ρεύματα συχνά διατείνονται). Όμως η πάλη για τα πιο άμεσα προβλήματα πρέπει να εντάσσεται στα πλαίσια μία μακρόχρονης κίνησης που να οδηγεί στο σοσιαλισμό. Η διεκδίκηση των καλύτερων όρων πώλησης της εργασιακής δύναμης πρέπει να συνδέεται με την προοπτική της κατάργησης της μισθωτής εργασίας. Αυτή την δύσκολη αλλά ταυτόχρονα αναγκαία κόκκινη κλωστή που συνδέει το σήμερα με το αύριο οργανώνει το κομμουνιστικό πρόγραμμα. Αυτή η σύλληψη αποτέλεσε ένα από τα βασικά προτερήματα του κομμουνιστικού ρεύματος που του έδωσε την υπεροχή έναντι όλων των άλλων ρευμάτων ιδιαίτερα στον «μακρύ» 20ο αιώνα. Φαίνεται όμως ότι οι πολλαπλές καταρρεύσεις του 1990 έχουν τραυματίσει σοβαρά αυτή την ικανότητα του κομμουνιστικού ρεύματος. Η εξάλειψη μίας σειράς «σταθερών» που – σωστά ή λάθος – προσανατόλιζαν τις διάφορες κομμουνιστικές πολιτικές επεξεργασίες πλέον φαίνεται να βάζει σε κίνδυνο την ίδια την αντίληψη και την μεθοδολογία που τις συγκροτεί.

Το κείμενο αυτό θέλει να συμβάλλει στην επαναθεμελίωση της κομμουνιστικής πολιτικής συγκρότησης. Με αυτή την έννοια θεωρεί – χωρίς να καταπιάνεται με αυτό εν προκειμένω – ότι το κομμουνιστικό ρεύμα εξακολουθεί να είναι γόνιμο και να αποτελεί την μόνη εφικτή πρόταση του κόσμου της εργασίας για την ανατροπή του συστήματος εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και για την εγκαθίδρυση μίας πιο δίκαιης κοινωνίας. Με βάση αυτή την θέση στο επόμενο τμήμα παρουσιάζεται η κομμουνιστική αντίληψη για το πρόγραμμα. Στο τρίτο τμήμα παρουσιάζεται η σημασία του προγράμματος στην ιστορική διαδρομή του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Στο τελευταίο τμήμα προτείνεται ένα μεταβατικό πρόγραμμα για την Ελλάδα σήμερα.

ΙΙ. Τι είναι το πρόγραμμα για τους κομμουνιστές

Το πρόγραμμα είναι αυτό που ενοποιεί τα τρία επίπεδα της κομμουνιστικής πολιτικής συγκρότησης που στην πλήρη μορφή τους συγκροτούνται μέσα στο κόμμα νέου τύπου. Η κομμουνιστική πολιτική συγκρότηση διαφέρει τόσο από τις αστικές πολιτικές συγκροτήσεις όσο και από τις μεταρρυθμιστικές και τις αυθορμητιστικές πολιτικές συγκροτήσεις. Ουσιαστικά βασίζεται στη διαλεκτική ενότητα τριών πεδίων:

(α) Η ιδεολογία δίνει τον στρατηγικό στόχο (δηλαδή την μετάβαση στο σοσιαλισμό και στη συνέχεια στον κομμουνισμό) και ταυτόχρονα μελετά, πειραματίζεται αλλά και διαπαιδαγωγεί τις πρωτοπόρες δυνάμεις του κόσμου της εργασίας στα χαρακτηριστικά αυτού του στρατηγικού στόχου. Ιδιαίτερα οφείλει να καλλιεργεί εκείνους τους τύπους συμπεριφοράς και δράσης που προσιδιάζουν στο σοσιαλισμό, σε αντίθεση με τα κυρίαρχα αστικά πρότυπα.

(β) Το πολιτικό πρόγραμμα παρουσιάζει πως οι κομμουνιστές κατανοούν την συγκεκριμένη ιστορικά λειτουργία της αστικής κοινωνίας και με ποιο τρόπο δουλεύουν για να την ανατρέψουν και να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό.

(γ) Οι άμεσες κατευθύνσεις διεκδίκησης και πάλης απορρέουν από τις ιδεολογικές αρχές και το πολιτικό πρόγραμμα και είναι τα πρακτικά ζητήματα με τα οποία οι κομμουνιστές παρεμβαίνουν στην κοινωνία και στον κόσμο της εργασίας για την επίλυση προβλημάτων του σήμερα (ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο την βελτίωση των όρων πώλησης της μισθωτής εργασίας) αλλά από την σκοπιά της μακροπρόθεσμης στρατηγικής (δηλαδή της κατάργησης του συστήματος της μισθωτής εργασίας).

Με αυτή την έννοια η κομμουνιστική συγκρότηση είναι μία διαλεκτική κίνηση από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο[6]. Η ιδεολογία άπτεται ιδιαίτερα με το αφηρημένο ενώ οι άμεσες πολιτικές παρεμβάσεις αφορούν το πιο άμεσα συγκεκριμένο. Το πρόγραμμα στέκεται σε ένα ενδιάμεσο επίπεδο αφαίρεσης που συνήθως αποτυπώνει το ιστορικό στάδιο ή φάση του καπιταλισμού[7]. Ιδιαίτερα μετά την ρηξικέλευθη θεωρία του Λένιν για τα στάδια εξέλιξης του καπιταλισμού, τα προγράμματα που διατυπώνονταν από το κομμουνιστικό ρεύμα συνήθως συγκροτούνταν με βάση αυτό το ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου που είναι το στάδιο ή η περίοδος στη Μαρξιστική ανάλυση[8]. Αυτό δεν σημαίνει ότι στην μέχρι σήμερα διαδρομή του κομμουνιστικού ρεύματος δεν διατυπώθηκαν προγράμματα σε άλλα επίπεδα αφαίρεσης από το προαναφερόμενο. Όμως, συνήθως, τα κομμουνιστικά προγράμματα είναι σε κάποιο ενδιάμεσο επίπεδο αφαίρεσης. Αυτό τους δίνει την δυνατότητα να συνδέουν τις ιδεολογικές αρχές με τις άμεσες πολιτικές δράσεις. Χωρίς το πρόγραμμα οι άμεσες πολιτικές παρεμβάσεις καταντούν ένας κοντόφθαλμος πρακτικισμός. Μόνο οι ιδεολογικές αρχές κάνουν μία πολιτική συλλογικότητα απλά έναν όμιλο αγκιτάτσιας και προπαγάνδας και όχι ένα μάχιμο μαζικό πολιτικό οργανισμό. Μέσω του προγράμματος, για τους κομμουνιστές, συνδέεται η στρατηγική με την τακτική με ένα τέτοιο τρόπο που να επιλύονται διαλεκτικά αντιφάσεις που υπάρχουν στην πραγματική ζωή και που η διαλεκτική λογική – σε αντίθεση με την τυπική λογική – μπορεί να κατανοήσει και να συμφιλιώσει[9]. Στη λογική αυτή η στρατηγική είναι στο τιμόνι αλλά ταυτόχρονα η τακτική – που απορρέει φυσικά από την πρώτη – έχει τις δικές της πλευρές και γωνίες.

Όλα τα παραπάνω δίνουν στο κομμουνιστικό πρόγραμμα ένα τελείως διαφορετικό χαρακτήρα από αυτό που έχουν τα προγράμματα άλλων πολιτικών συγκροτήσεων.

Οι αστικές πολιτικές συγκροτήσεις, από την εποχή εδραίωσης του καπιταλιστικού συστήματος και μετά, έχουν υποτιμημένο πλήρως το ιδεολογικό στοιχείο καθώς δεν έχουν κάποιο μακροπρόθεσμο στρατηγικό ορίζοντα (το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα το οποίο στηρίζουν είναι ήδη κυρίαρχο) ούτε χρειάζονται μία μορφωτική-διαπαιδαγωγική λειτουργία. Επίσης, το πολιτικό τους πρόγραμμα είναι πολύ πιο χαμηλών απαιτήσεων καθώς περιορίζεται στη διαχείριση του συστήματος (ακόμη και όταν επαγγέλλεται σημαντικές δομικές μεταρρυθμίσεις του), στην ενοποίηση (μέσα από τις αντιπαραθέσεις τους) των συμφερόντων των βασικών μερίδων του κεφαλαίου και στην επιβολή της αστικής ηγεμονίας (μέσω ενός σύνθετου πλέγματος καταστολής και ενσωμάτωσης) στην εργατική τάξη και τις υπόλοιπες τάξεις του συστήματος. Ουσιαστικά τα προγράμματα των αστικών κομμάτων είναι κυρίως για εκλογικά μανιφέστα, δηλαδή συγκροτούνται κατευθείαν στο επίπεδο του άμεσα συγκεκριμένου. Για τους ίδιους λόγους στα αστικά προγράμματα πρυτανεύουν συνήθως τακτικές επιλογές ενώ η όποια στρατηγική είναι εξαιρετικά βραχυπρόθεσμη και μυωπική.

Από την άλλη οι αυθορμητιστικές ή κινηματιστικές συγκροτήσεις – που εκφράζουν τις πιο πρωτόγονες μορφές του κινήματος του κόσμου της εργασίας αλλά και πολλές φορές τις ήττες και τα αδιέξοδα του – μένουν σε άμεσα προβλήματα και ζητήματα πάλης και δεν βλέπουν μία στρατηγική και μακροπρόθεσμη προοπτική (τουλάχιστον με ένα επιστημονικά συγκροτημένο και συστηματικό τρόπο).

Τέλος τα κόμματα της ενσωματωμένης στο σύστημα μεταρρυθμιστικής Αριστεράς επιδίδονται μετά μανίας σε παιχνίδια τακτικής – κάνοντας την στρατηγική ένα απλό ευχολόγιο – θεωρώντας ότι έτσι θα αδραχτεί «η ευκαιρία» που θα ανοίξει ως δια μαγείας κάποια βασιλική οδό προς το μέλλον. Τα προγράμματα τους, συνεχίζοντας επί τα χείρω την παράδοση της Β’ Διεθνούς, είναι πλέον μόνον «ελάχιστα προγράμματα» (άμεσες διεκδικήσεις στο σήμερα) ενώ ακόμη και το «μέγιστο πρόγραμμα» μετατρέπεται σε κάποιες θολές ιδεολογικές διακηρύξεις περί σοσιαλισμού.

Συνεπώς το πρόγραμμα – όπως υποδειγματικά εκφράζεται στην αντίληψη του «κόμματος νέου τύπου» είναι η σύνδεση της στρατηγικής με την τακτική. Ουσιαστικά είναι ο πιο βασικός κόμβος για να γίνει η στρατηγική της ανατροπής του καπιταλισμού και της εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού συγκεκριμένη πράξη. Για να κάνει τον κομμουνισμό όχι μία ηθικοπλαστική επίκληση (ένα ιδεώδες) αλλά μία πραγματική κίνηση που καταργεί την σημερινή κατάσταση πραγμάτων (Μαρξ (2003). Αν λείπει αυτό τότε μία οργάνωση παραπαίει μεταξύ μίας ομάδας αγκιτάτσιας – προπαγάνδας (που περιορίζεται σε γενικόλογη προπαγάνδα περί σοσιαλισμού και εν τέλει και δεν κάνει τίποτα σχεδόν για άμεσα προβλήματα) ή μία κινηματιστική ομάδα (που τρέχει πίσω από αυθόρμητα ξεσπάσματα και άμεσα προβλήματα χωρίς όμως κανένα στρατηγικό σχέδιο).

Βεβαίως, το κομμουνιστικό πρόγραμμα οφείλει να έχει ένα δυναμικό χαρακτήρα, δηλαδή να παρακολουθεί (αν δεν οδηγεί) τις πραγματικές εξελίξει και να προσαρμόζεται σε αυτές χωρίς όμως να απεμπολεί τις βασικές κατευθυντήριες του. Αυτό ακριβώς απηχεί η ρήση των Μαρξ και Ένγκελς (2004) ότι «κάθε βήμα του πραγματικού κινήματος, αξίζει περισσότερο από μια ντουζίνα προγράμματα»[10].

Τέλος, από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι το κομμουνιστικό πρόγραμμα δεν μπορεί να προκύψει αυθόρμητα και στοιχειακά αλλά είναι δημιούργημα της πολιτικής αφαίρεσης (δηλαδή του ανώτερου επιπέδου ταξικής συνείδησης που συγκροτείται πολιτικά και δεν μένει στα άμεσα ζητήματα αγώνα). Η πολιτική αφαίρεση, ακριβώς επειδή δεν μένει στο αισθητηριακά συγκεκριμένο αλλά επιδιώκει να ανακαλύψει τα υποκρυπτόμενα ουσιακά αίτια και διαδικασίες (δηλαδή να δει την γενικότερη διάσταση), είναι αυτή που μπορεί να παράγει ένα τέτοιο πρόγραμμα.

ΙΙΙ. Το πρόγραμμα στην ιστορική εμπειρία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος

Οι πρώτες εργατικές πολιτικές και συνδικαλιστικές προσπάθειες είχαν, αναγκαστικά, ένα πρωτόγονο χαρακτήρα που βασιζόταν κυρίως στο αυθόρμητο και δεν κατανοούσε την ανάγκη ενός δομημένου και μάχιμου πολιτικού προγράμματος. Αυτός ο πρωτογονισμός παρέμεινε εν πολλοίς χαρακτηριστικό του αναρχισμού (όσο και όπου αυτός διατήρησε δεσμούς με τον κόσμο της εργασίας). Την εποχή εκείνη, όπου εμφανίζονταν κάποια προγράμματα – ή το ανάλογο τους – ήταν αποστασιοποιημένες από το εργατικό κίνημα και την πραγματική ζωή επεξεργασίες όπως αυτές αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα από τα ρεύματα του ουτοπικού σοσιαλισμού.

Με την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και την πολιτική συνειδητοποίηση του τα πράγματα αλλάξουν. Ο επιστημονικός σοσιαλισμός των Μαρξ και Έγκελς από τα πρώτα βήματα του παλεύει με την ανάγκη και τα χαρακτηριστικά του εργατικού επαναστατικού προγράμματος. Το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του 1847 (Μαρξ & Έγκελς (1998) εμπεριέχει το πρώτο σκιαγράφημα ενός κομμουνιστικού προγράμματος δέκα σημείων που να οργανώνει «την γραμμή κίνησης, τις συνθήκες και τα τελικά γενικά αποτελέσματα» που ξεχωρίζουν τους κομμουνιστές σαν το πολιτικά προχωρημένο τμήμα της εργατικής τάξης από την μεγάλη μάζα της τελευταίας (που χαρακτηρίζεται από αυθόρμητη και στοιχειακή συνείδηση με ανύπαρκτα ή χαμηλά πολιτικά στοιχεία). Τα δέκα αυτά σημεία – για τα οποία πιθανά κάποιοι σύγχρονοι «υπεραριστεροί» θα ανθυπομειδιούν – αποτελούσαν για τους Μαρξ και Έγκελς όχι τον σοσιαλισμό αλλά ένα αναγκαίο μεταβατικό πρόγραμμα προς αυτόν:

  1. Κατάργηση της έγγειας ιδιοκτησίας
  2. Ισχυρά προοδευτικό σύστημα φορολογίας
  3. Κατάργηση των κληρονομικών δικαιωμάτων
  4. Απαλλοτρίωση της περιουσίας των αντιδραστικών στοιχείων.
  5. Συγκεντροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε μία μονοπωλιακή κρατική τράπεζα.
  6. Συγκεντροποίηση των μέσων επικοινωνίας και μεταφοράς στα χέρια του κράτους.
  7. Επέκταση των παραγωγικών δραστηριοτήτων του κράτους.
  8. Ίση υποχρεωτική εργασία για όλους.
  9. Συνδυασμός του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα, σταδιακή κατάργηση της διάκρισης πόλης – υπαίθρου.
  10. Δωρεάν δημόσια εκπαίδευση, απαγόρευση της παιδικής εργασίας, σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή.

Μάλιστα τον επόμενο χρόνο και μέσα στα πλαίσια της Γερμανικής επανάστασης – για την οποία οι Μαρξ και Έγκελς είχαν ξεκάθαρο ότι πρόκειται περί αστικής επανάστασης – σε ένα συλλογικό κείμενο με τίτλο «Οι απαιτήσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Γερμανία» διατυπώνονται δεκαεπτά αιτήματα- στόχοι, τονίζοντας μάλιστα ότι το πρόγραμμα αυτό είναι προς το συμφέρον όχι μόνο του Γ ερμανικού προλεταριάτου αλλά και των μικροαστών και των μικρών αγροτών:

  1. Η Γ ερμανία γίνεται μία ενιαία και αδιαίρετη δημοκρατία.
  2. Κάθε ενήλικος Γερμανός έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
  3. Οι λαϊκοί αντιπρόσωποι έχουν μισθό έτσι ώστε να μπορούν να συμμετέχουν οι εργάτες.
  4. Καθολικός εξοπλισμός του λαού και ταυτόχρονα ο στρατός σε εποχή ειρήνης ασχολείται με παραγωγικές δραστηριότητες.
  5. Δωρεάν νομικές υπηρεσίες.
  6. Κατάργηση χωρίς αποζημίωση όλων των φεουδαλικών στοιχείων.
  7. Τα φεουδαλικά κτήματα και επιχειρήσεις κρατικοποιούνται και αξιοποιούνται επιστημονικά και σε μεγάλη κλίμακα.
  8. Οι υποθήκες των χωρικών γίνονται κρατική ιδιοκτησία και οι τόκοι τους πληρώνονται στο κράτος.
  9. Σε περιοχές με μισθωτές γης το ενοίκιο πληρώνεται στο κράτος ως φόρος.
  10. Μία κρατική τράπεζα αντικαθιστά όλες τις ιδιωτικές.
  11. Κρατικοποίηση όλων των μέσων μεταφοράς και επικοινωνίας και δωρεάν παροχή των υπηρεσιών τους στις φτωχότερες τάξεις.
  12. Ενιαίος μισθός για όλους τους δημόσιους υπαλλήλους με επιπρόσθετο επίδομα για τους έχοντες οικογένεια.
  13. Πλήρης διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας και χρηματοδότηση του κλήρου από τις εθελοντικές συνεισφορές του εκκλησιάσματος τους.
  14. Περιορισμός του κληρονομικού δικαιώματος.
  15. Ισχυρά προοδευτική φορολογία και κατάργηση των καταναλωτικών φόρων.
  16. Δημιουργία κρατικών επιχειρήσεων και εξασφάλιση απασχόλησης και μισθού για όλους τους εργάτες.
  17. Καθολική και δωρεάν εκπαίδευση.

Μετά την διάψευση των αισιόδοξων επαναστατικών προσδοκιών του 1848 και την διαπίστωση ότι οι συνθήκες για μία γρήγορη ανατροπή του καπιταλισμού δεν ήταν ακόμη ώριμες, οι Μαρξ και Έγκελς αναγνωρίζουν την ανάγκη μίας μακρόχρονης εργατικής πάλης (βλέπε ιδιαίτερα την εισαγωγή του Έγκελς σε Μαρξ (1975)) που όμως πάντα συγκροτείται με βάση ένα πρόγραμμα που συνδυάζει την πάλη για εργατικές κατακτήσεις μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού με τον στόχο της ανατροπής του τελευταίου. Αυτή η έμφαση είναι πολύ καθαρή ιδιαίτερα στην εποχή της οικοδόμησης των σοσιαλδημοκρατικών εργατικών κομμάτων και φαίνεται ξεκάθαρα στην «Κριτική των προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης».

Στη συνέχεια μέσα στα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα επικρατεί η σχιζοειδής διαίρεση του «ελάχιστου» και του «μέγιστου» προγράμματος. Μάλιστα όσο προχωρούσε η αστικοποίηση των περισσότερων κομμάτων της Β’ Διεθνούς τόσο το πρώτο αναλάμβανε την πρωτοκαθεδρία και το δεύτερο γινόταν ένα απλό ευχολόγιο. Είναι η ρήξη της Γ’ Διεθνούς που επαναφέρει στο προσκήνιο την Μαρξιστική σύνδεση στρατηγικής και τακτικής και τον ρόλο του κομμουνιστικού προγράμματος.

Η προβληματική της επεξεργασίας ενός μεταβατικού προγράμματος για το άνοιγμα του δρόμου προς το σοσιαλισμό βρίσκεται στο επίκεντρο των επεξεργασιών του μπολσεβίκικου κόμματος μέσα στο καμίνι της Οκτωβριανής επανάστασης. Η ίδια η επανάσταση γίνεται με πρόγραμμα το «ειρήνη, γη, όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Κανένα από τα τρία δεν αποτελεί τον σοσιαλισμό αυτό καθ’ αυτό παρόλο ότι στην αντίληψη του μπολσεβίκικου κόμματος η επανάσταση ήταν σοσιαλιστική. Τα δύο πρώτα αιτήματα είναι εφικτά μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα αλλά στην συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία ο ρωσικός καπιταλισμός δεν μπορούσε να τα αντέξει. Το τρίτο αίτημα αφορά την αλλαγή της μορφής της πολιτικής διακυβέρνησης αλλά όχι και του τρόπου παραγωγής. Στη συνέχεια και κατά την διάρκεια των πρώτων δύσκολων χρόνων στεριώματος της επανάστασης το ζήτημα του μεταβατικού προγράμματος βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο των συζητήσεων και των αποφάσεων. Ο Λένιν το έθεσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο σε μία σειρά παρεμβάσεις του, ιδιαίτερα απέναντι σε μία σειρά μηχανιστικές και αδιέξοδες υπεραριστερές απόψεις περί άμεσου περάσματος στο σοσιαλισμό. Χαρακτηριστικά τον Απρίλιο του 1917 στα «Καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάσταση μας» προειδοποιεί ενάντια στη βιασύνη να «εισαχθεί» βιαστικά ο σοσιαλισμός σε μία χώρα μικρών αγροτών εφόσον η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού δεν έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη του (ίεπίπ (1976), σ.50-51). Ταυτόχρονα όμως κατακεραυνώνει αυτούς που διατείνονται ότι δεν πρέπει να αλλάξει τίποτα και εισηγείται μία σειρά μεταβατικών μέτρων (όπως η εθνικοποίηση της γης, των τραπεζών και των καπιταλιστικών καρτέλ ή τουλάχιστον ο έλεγχος των σοβιέτ επάνω τους) που ανοίγουν τον δρόμο για το σοσιαλισμό. Μάλιστα δεν διστάζει να επισημάνει ότι τέτοια μέτρα έχουν πάρει και αστικά κράτη ιδιαίτερα μέσα στην περίοδο του πολέμου αλλά τονίζει ότι στη σοβιετική περίπτωση παίρνονται από μία εργατική εξουσία προς όφελος της μεγάλης εργαζόμενης πλειονότητας. Τον Σεπτέμβριο του 1917 στην «Επαπειλούμενη καταστροφή και πώς να την αντιμετωπίσουμε» (ίεπίπ (1976), σ. 187, 188.) προσδιορίζει πέντε μεταβατικά μέτρα που πρέπει να αποτελέσουν το πρόγραμμα της επαναστατικής κυβέρνησης:

  • Ενοποίηση όλων των τραπεζών σε μία υπό κρατικό έλεγχο ή η κρατικοποίηση όλων των τραπεζών.
  • Εθνικοποίηση όλων των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων.
  • Κατάργηση του εμπορικού απορρήτου.
  • Υποχρεωτικός συνεταιρισμός των βιομηχάνων, των εμπόρων και των εργοδοτών εν γένει.
  • Υποχρεωτική συμμετοχή του πληθυσμού σε καταναλωτικές ενώσεις ή ενθάρρυνση τέτοιων ενώσεων και έλεγχος επάνω τους.

Το πρόβλημα του μεταβατικού προγράμματος βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο της συγκρότησης και της δράσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), ιδιαίτερα μετά την ήττα των άλλων επαναστάσεων (πέραν της σοβιετικής) μετά το 1917. Στις διεργασίες αυτές τοποθετείται με τον πιο καθαρό ίσως τρόπο το πρόβλημα της επαναστατικής οργάνωσης και της στρατηγικής και της τακτικής της και πως οργανώνεται αυτή μέσα από το μεταβατικό πρόγραμμα. Χαρακτηριστικά, στο 3ο Συνέδριο της ΚΔ στην απόφαση «Για την τακτική» (ΛάΙεΓ (1980), σ.285-87) επισημαίνεται ότι στόχος της ΚΔ δεν είναι η δημιουργία μικρών κομμουνιστικών σεκτών που επιδιώκουν να επηρεάσουν τις εργαζόμενες μάζες μέσω της αγκιτάτσιας και της προπαγάνδας αλλά η άμεση συμμετοχή στους αγώνες τους, η κομμουνιστική πρωτοπορία και ηγεσία στους αγώνες αυτούς και, στην πορεία των αγώνων, η δημιουργία μαζικών κομμουνιστικών κομμάτων. Προς το σκοπό αυτό η ΚΔ αντικαθιστά το «ελάχιστο» και «μέγιστο» πρόγραμμα των κεντριστών και ρεφορμιστών με ένα ενιαίο μεταβατικό πρόγραμμα για άμεσες διεκδικήσεις του προλεταριάτου που, στην συνολικότητα τους, αμφισβητούν την εξουσία της αστικής τάξης, οργανώνουν το προλεταριάτο και κερδίζουν νέα βήματα στον αγώνα για το σοσιαλισμό. Το πρόγραμμα αυτό δεν καλεί το προλεταριάτο για πάλη για τον σοσιαλισμό αλλά για την ανάπτυξη του πρακτικού αγώνα που μόνο αυτός μπορεί να οδηγήσει το προλεταριάτο στον αγώνα για τον τελικό στόχο.

Οι επεξεργασίες αυτές έδωσαν με τον πιο άρτιο τρόπο, τουλάχιστον μεθοδολογικά, την κομμουνιστική αντίληψη για το πρόγραμμα. Βγήκαν μέσα από πολύχρονες εμπειρίες και μεγάλους αγώνες και έδειξαν την βασιμότητα τους μέσα σ’ αυτούς ακόμη και όταν δεν κατόρθωσαν να νικήσουν ή δεν εφαρμόσθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Για όλους αυτούς του λόγους η περίοδος του μεσοπολέμου αποτελεί μέχρι σήμερα ένα μεγάλο σχολείο θετικής και αρνητικής εμπειρίας.

Στην συνέχεια, με την τελμάτωση και την οπισθοχώρηση της μεταβατικής διαδικασίας στην ΕΣΣΔ, τα προγράμματα των σοβιετόφιλων κομμάτων ολοένα και περισσότερο διαμορφώνονταν με βάση τις κρατικές επιλογές της ΕΣΣΔ παρά τις ανάγκες και τις εμπειρίες της ταξικής πάλης. Από την άλλη οι διάφορες αριστερές διαφωνίες χάνονταν μεταξύ μίας φυγής στον αυθορμητισμό (σαν απάντηση στη σοβιετική γραφειοκρατικοποίηση) και της προσπάθειας συγκρότησης μεταβατικών προγραμμάτων που ακόμη και στις καλύτερες των περιπτώσεων υστερούσαν στο σκέλος της γείωσης μέσα στις εργαζόμενες μάζες.

Την τελμάτωση αυτή, στη Δύση, ήρθε να ταράξει η έκρηξη των κινημάτων των τελών της δεκαετίας του 1960. Τα κινήματα αυτά – κατά βάση νεολαιίστικά αλλά με εργατική απήχηση σε αρκετές χώρες – ξέσπασαν πριν την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1973. Παρόλη όμως την ζωντάνια και την συμβολή τους απέτυχαν να ανατρέψουν την καπιταλιστική επίθεση που ξέσπασε μετά την κρίση του 1973 και έδειξε πραγματικά τα δόντια της με την νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα που επικράτησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Πέραν των ταξικών ορίων τους τα κινήματα αυτά και οι πολιτικές οργανώσεις που είτε γεννήθηκαν είτε αναπτύχθηκαν μέσα τους ταλανίστηκαν ιδιαίτερα από αυθορμητιστικές αντιλήψεις που ακραίο παράδειγμα τους αποτελούν οι αλήστου μνήμης βλακείες του «Αριστερισμός: φάρμακο στη γεροντική ασθένεια του κομμουνισμού» του σημερινού υπηρέτη του συστήματος Ντ.Κον-Μπεντιτ.

Η δεκαετία του 1990 έφερε μαζί της πολλαπλές καταρρεύσεις. Στη Δύση η Νέα Αριστερά που γεννήθηκε από τα κινήματα του 1968 έχει πλέον εξαντληθεί και μεγάλα τμήματα της – μετά τις αυθορμητιστικές και υπεραριστερές μεγαλοστομίες – επιστρέφουν στις αγκάλες της συστημικής σοσιαλδημοκρατίας και του ρεαλισμού του εφικτού ή ακόμη και σε αυτές του νεοφιλελευθερισμού. Η σοσιαλδημοκρατία εγκαταλείπει ακόμη και τα «ελάχιστα προγράμματα» βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων και προσχωρεί στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Τα ήδη προσανατολισμένα προς την σοσιαλδημοκρατία ευρωκομμουνιστικά κόμματα ακολουθούν μία παραπλήσια πορεία όταν δεν διαλύονται εξ ολοκλήρου (βλέπε Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα). Στο ανατολικό μπλοκ η εκ των έσω κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οδηγεί σχεδόν παντού σε πλήρη διάλυση πάλαι ποτέ κραταιών κομμάτων. Στη θέση τους αναφύονται δεξιά, ακροδεξιά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που στελεχώνονται σε μεγάλο βαθμό με στελέχη του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Την ίδια εποχή η Κίνα μπαίνει ξεκάθαρα στο δρόμο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης με το κομμουνιστικό κόμμα στο τιμόνι.

Οι πολλαπλές καταρρεύσεις των τελών του 20ου αιώνα έχουν κοστίσει σοβαρά στο εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα. Η απώλεια των σταθερών σημείων αναφοράς της μεταπολεμικής περιόδου (ασχέτως αν ήταν εσφαλμένα ή ορθά) οδηγεί ρεύματα και οργανώσεις στην ιδεολογική, προγραμματική και πολιτική αφασία. Όπως αναλύθηκε και στην εισαγωγή, η Αριστερά στη χώρα μας – παρά την σχετικά μεγαλύτερη ισχύ της Αριστεράς συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο – βρίσκεται ακριβώς σε μία τέτοια κατάσταση. Για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση πρέπει να ξαναπιαστεί το κομμένο κόκκινο νήμα. Να αναδιατυπωθεί με σύγχρονους όρους η κομμουνιστική στρατηγική και τακτική, να διαμορφωθεί το σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα και να κερδηθούν οι πλατιές εργαζόμενες μάζες με αυτά. Μόνο με τον τρόπο αυτό μπορεί να ανατραπεί η επιστροφή στον κοινωνικό και εργασιακό Μεσαίωνα που οι σημερινές πολιτικές καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης απεργάζονται* πιεζόμενες από αλλά και εκμεταλλευόμενες την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε το 2007-8 και αξιοποιώντας την απουσία ενός αντίπαλου δέους.

  1. Η ελληνική περίπτωση

Το εργατικό και λαϊκό κίνημα και η Αριστερά (που θέλει να είναι επαναστατική) βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο σήμερα στη χώρα μας. Όπως προειπώθηκε, μετά από μία διετία μεγάλων κινητοποιήσεων και εξαιτίας της απουσίας μίας ρεαλιστικής ανατρεπτικής πρότασης διεξόδου από την κρίση, το μαζικό κίνημα έχει αποσυρθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δυσφορία των πλατιών λαϊκών μαζών έχει μειωθεί. Το αντίθετο. Η βαρβαρότητα της αστικής επίθεσης την οξύνει κάθε μέρα και περισσότερο.

Βασικός αποδέκτης της διαμαρτυρίας αυτής είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που προβάλλει ένα «ελάχιστο πρόγραμμα» βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων με (α) την μερική επανόρθωση κατακτήσεων των εργαζομένων που καταργήθηκαν και (β) την επαναδιαπραγμάτευση με τις ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της ΕΕ για μία ηπιότερη αντιμετώπιση της Ελλάδας. Φυσικά το πρόγραμμα αυτό δεν είναι ένα μεταβατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα ούτε καν συνοδεύεται από ένα έστω ευχολογικό «μέγιστο πρόγραμμα» σοσιαλιστικής αλλαγής. Όμως ακόμη και το «ελάχιστο πρόγραμμα» του έχει σοβαρά προβλήματα συνοχής και αποτελεσματικότητας. Το κεντρικό πρόβλημα του είναι ότι υποστηρίζει ότι μπορεί να υπάρξει μία φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση με την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας μέσα στα πλαίσια της ΟΝΕ και τη ΕΕ. Η προγραμματική αυτή πρόταση αγνοεί – ή θέλει να αγνοεί – ότι η Μνημονιακή στρατηγική δεν είναι μία ιδεοληπτική σύλληψη νεοφιλελεύθερων εγκεφάλων. Είναι η μόνη ρεαλιστική στρατηγική για τα ηγεμονικά κεφάλαια της ΕΕ έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν την κρίση υπερσυσσώρευσης και ταυτόχρονα να διατηρήσουν την δυνατότητα τους να διεκδικήσουν στο μέλλον την παγκόσμια ηγεμονία από τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό τον λόγο διασαλεύουν κοινωνικές και εθνικές ισορροπίες μέσα στην ΟΝΕ και την ΕΕ και αναλαμβάνουν σοβαρότατους κινδύνους. Η στρατηγική αυτή επιτάσσει μία ριζική υποτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης και αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Επιπλέον, για μία σειρά λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες, όπως η Ελλάδα, σημαίνει την «κινεζοποίηση» τους (δηλαδή την πλήρη μετατροπή τους σε οικονομιες χαμηλών μισθών, φθηνών περιουσιακών στοιχείων και εξαρτημένων παραγωγικών δομών χαμηλής εξειδίκευσης και τεχνολογίας). Μέσα στα πλαίσια αυτά η προγραμματική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για χαλάρωση της λιτότητας χωρίς να αμφισβητείται το ευρύτερο πλαίσιο της είναι ανεδαφική. Οι μερικές επανορθώσεις των πληγών των εργαζομένων δεν αποκαθιστούν ουσιαστικά τις απώλειες και εύκολα μπορούν να καταλήξουν στην αντι-νεοφιλελεύθερη διαχείριση της νεοφιλελεύθερης λιτότητας που δίκαια έριξε αρκετές κυβερνήσεις στην Αργεντινή. Η επαγγελία της αποσύνδεσης των δανειακών συμβάσεων από τα προγράμματα προσαρμογής (είτε αυτά λέγονται Μνημόνια είτε Σύμφωνα για την Ανάπτυξη) – και τα συμπαραμαρτούμενα τους δηλαδή μηχανισμούς εποπτείας και πολιτικές λιτότητας – είναι επιεικώς αφελής ή υποκριτική. Η στρατηγική των ηγεμονικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της ΕΕ είναι ξεκάθαρη. Μόνο στο βαθμό που προχωρήσει αυτή η στρατηγική – που είναι η ουσία των Μνημονίων – θα αποδεχθούν οι ευρωπαίοι ηγεμόνες κάποια χαλάρωση της λιτότητας, κάποια αναπτυξιακά μέτρα και ενδεχομένως μία μικρή ελάφρυνση του εξωτερικού χρέους. Και όλα αυτά πάντα υπό διαρκή στενή επιτήρηση από ους γνωστούς μηχανισμούς (είτε αυτοί ονομάζονται τρόικα είτε μετονομάζονται σε κάτι λιγότερο κακόφημο). Με άλλα λόγια, ακόμη και μία μικρή βελτίωση της θέσης των εργαζομένων θα έρθει μόνο αν υπάρξει πρώτα μία περαιτέρω επιδείνωση της. Και η όποια βελτίωση θα είναι ψίχουλα σε σχέση με τα ήδη χαμένα. Ο μόνος τρόπος για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος είναι να συγκρουσθεί κανείς μετωπικά με την ΕΕ.

Από την άλλη η ηγεσία του ΚΚΕ δεν κάνει καν μία άξια λόγου προγραμματική πρόταση καθώς αρνείται ανιστόρητα κάθε μεταβατικό πρόγραμμα (στιγματίζοντας το σαν διαχείριση του συστήματος). Τέλος, και μέσα στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά είναι διαδεδομένες αντιλήψεις που είτε ακολουθούν τον δρόμο της ηγεσίας του ΚΚΕ είτε διατυπώνουν μη-ρεαλιστικά προγράμματα που στην πράξη ταυτίζουν την στρατηγική με την τακτική (καθώς συγχέουν το άμεσο με το μεσοπρόθεσμο και όλα μαζί με την μακροπρόθεσμη στρατηγική στόχευση).

Ποια μπορεί να είναι η πολιτική και προγραμματική πρόταση των ζωντανών δυνάμεων της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας;

Κατ’ αρχήν για τις πιο συνειδητές πολιτικά δυνάμεις είναι αναγκαία η διατύπωση ενός κομμουνιστικού μεταβατικού προγράμματος. Ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν κρύβει την προοπτική του (δηλαδή τον σοσιαλισμό) αλλά ταυτόχρονα συγκροτείται πάνω σε εκείνο το σημείο της μεσοπρόθεσμης συγκυρίας που αποτελεί τον αδύνατο κρίκο τους συστήματος (δηλαδή αποδιοργανώνει τις ισορροπίες και τους μηχανισμούς του) και συγχρόνως είναι πιο κοντά στο επίπεδο συνείδησης των εργαζόμενων μαζών. Αφήνοντας στην άκρη τις χιλιαστικού τύπου ανοησίες περί σοσιαλισμού τρεις είναι οι βασικές εναλλακτικές για ένα τέτοιο αδύνατο κρίκο.

Η πιο ήπια εναλλακτική είναι η μερική ή ολική διαγραφή του εξωτερικού χρέους της χώρας. Ο κρίκος αυτός έχει βασικές αδυναμίες. Πρώτον, κατανοεί την ελληνική κρίση απλά σαν κρίση χρέους και δεν αντιλαμβάνεται το βάθος των αλλαγών στην παραγωγική δομή της χώρας που πρέπει να γίνουν. Δεύτερον, η αναδιάρθρωση του χρέους δεν είναι έξω από την λογική τόσο των ηγεμονικών δυνάμεων της ΕΕ όσο και της ελληνικής αστικής τάξης. Μάλιστα, έχει ήδη γίνει αλλά με πενιχρά αποτελέσματα ακόμη και για το επίπεδο του χρέους. Γι’ αυτό δεν αποκλείεται στο μέλλον να ξαναγίνει αλλά πάντα με την συναίνεση και την εξασφάλιση των συμφερόντων των ηγεμόνων της ΕΕ. Ο κρίκος αυτός δεν μπορεί ούτε να απαντήσει πειστικά στη διέξοδο από την κρίση (καθώς η όποια ελάφρυνση του χρέους δεν αρκεί) ούτε να ανοίξει τον δρόμο για πιο μακροπρόθεσμες αλλαγές.

Η δεύτερη και πιο συγκρουσιακή εναλλακτική που έχει προταθεί είναι η έξοδος από την ΟΝΕ σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση του χρέους. Ο κρίκος αυτός είναι επίσης ανεπαρκής γιατί κατανοεί την ελληνική κρίση απλά ως κρίση ανταγωνιστικότητας. Συνεπώς και αυτός δεν μπορεί να οδηγήσει τις ριζικές δομικές αλλαγές που απαιτούνται για μία φιλολαϊκή διέξοδο. Αντίθετα, καθώς παραμένει δεσμευμένος στο ευρωενωσιακό πλαίσιο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε τα στοιχειώδη αναγκαία εργαλεία για την υποστήριξη ενός εθνικού νομίσματος. Επιπλέον, ο δρόμος της εξόδου από την ΟΝΕ αποκλείεται από την πλειοψηφία της ελληνικής αστικής τάξης (και απλά χρησιμοποιείται ενίοτε σαν διαπραγματευτικό πρόσχημα) γιατί ενώ γνωρίζει ότι υποβαθμίζεται μέσα στην ευρωενωσιακή ιμπεριαλιστική αλυσίδα είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά δεσμευμένη σ’ αυτήν και φοβάται ότι θα χάσει εν τέλει πολύ περισσότερα. Τέλος, και πιο σημαντικό, η επιλογή μετάταξης της Ελλάδας (και άλλων χωρών της περιφέρειας της ΕΕ) παραμένει μία εναλλακτική για τους ηγεμόνες της ΕΕ εφόσον τα πράγματα δεν πάνε καλά. Στην περίπτωση αυτή προβλέπεται η δημιουργία μίας ζώνης νομισμάτων εξαρτημένων από το ευρώ (όπως στην περίοδο πριν την δημιουργία του τελευταίου). Μία τέτοια λύση θα φορτώσει τους εργαζόμενους με επιπρόσθετα βάρη και θα μετατρέψει γρηγορότερα την χώρα σε «ειδική οικονομική ζώνη».

Η τρίτη εναλλακτική είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ, δηλαδή η πλήρης αποχώρηση τόσο από την ΟΝΕ και την Κοινή Αγορά όσο και από το πολιτικό πλαίσιο της ΕΕ. Η εναλλακτική αυτή έχει μία σειρά ισχυρά προτερήματα και γι’ αυτό αποτελεί πράγματι τον ιστορικά συγκεκριμένο αδύνατο κρίκο του συστήματος. Πρώτον, μπορεί να αποτελέσει την βάση συγκρότησης ενός συνεκτικού φιλολαϊκού προγράμματος διεξόδου από την κρίση καθώς κάνει εφικτές όλες τις απαιτούμενες οικονομικές αλλαγές και πολιτικές. Δεύτερον, είναι μία πρόταση που αποδιοργανώνει πλήρως τις συγκεκριμένες ισορροπίες και μηχανισμούς της ελληνικής αστικής τάξης καθώς είναι πλήρως ανέτοιμη να την δεχθεί σε οποιαδήποτε εκδοχή. Τρίτον, η αποσύνδεση από διακρατικούς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς είναι εκ των ων ουκ άνευ για μία ανεξάρτητη οικονομική πορεία και μία ακόμη και απλά ορθολογική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Πολύ δε περισσότερο για το άνοιγμα της σοσιαλιστικής προοπτικής. Τέλος, ο κρίκος αυτός είναι κοντά στον διογκούμενο αυθόρμητο αντι-ευρωπαϊσμό των εργαζόμενων μαζών και επίσης μπορεί να δώσει απάντηση από αριστερή κατεύθυνση – και να μην αφήσει έρμαιο στην ακροδεξιά – στο ζήτημα της εξάλειψης της εθνικής κυριαρχίας από τις περίπου αποικιοκρατικές παρεμβάσεις των ηγεμόνων της ΕΕ. Για όλους τους παραπάνω λόγους είναι ευρέως γνωστό ότι το σύστημα μπορεί να ανεχθεί πολλές άλλες προτάσεις και ακόμη και να «παίξει» με αυτές. Όμως η αμφισβήτηση της σύγχρονης «ευρωπαϊκής Μεγάλης Ιδέας» του αποτελεί γι’ αυτό κόκκινη γραμμή.

Η Αριστερά οφείλει να διατυπώσει την πρόταση της αποδέσμευσης από την ΕΕ με πληρότητα και σαφήνεια. Το πρόγραμμα της αποδέσμευσης πρέπει να στηρίζεται στους ακόλουθους βασικούς βραχυπρόθεσμους οικονομικούς άξονες:

  • Διαγραφή του εξωτερικού χρέους για την απαλλαγή από το εξωτερικό χρέος.
  • Επιβολή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων για να αποφευχθεί η φυγή στο εξωτερικό.
  • Κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος για να αποφευχθεί η κατάρρευση του και να χρησιμοποιηθεί για την χρηματοδότηση της οικονομίας.
  • Σύστημα έντονα προοδευτικής φορολογίας για να ανατραπεί η φοροεπιδρομή στα λαϊκά εισοδήματα, να συλληφθεί η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή του μεγάλου κεφαλαίου και να εξευρεθούν πόροι για την χρηματοδότηση της οικονομίας.
  • Έκδοση εθνικού νομίσματος και ελεγχόμενη διαχείριση της ισοτιμίας ώστε να διευκολυνθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα αλλά και εξασφαλίζεται ο εφοδιασμός της χώρας με κρίσιμα προϊόντα.
  • Σύστημα ελέγχου των τιμών για να μην υπάρξουν αδικαιολόγητες αυξήσεις ιδιαίτερα στα είδη μαζικής κατανάλωσης και να διευκολυνθεί η παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας.
  • Ανόρθωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων με την επαναρύθμιση της αγοράς εργασίας, αύξηση των κατώτατων μισθών και ανάταξη του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας.
  • Ειδικά μέτρα για την καταπολέμηση της ανεργίας γενικά, της νεανικής ανεργίας ιδιαίτερα και της φυγής εγκεφάλων.

Όμως το πιο κρίσιμο και μακροπρόθεσμο στοιχείο της πρότασης και το επιστέγασμα ενός τέτοιου προγράμματος είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των κρίσιμων οικονομικών κλάδων. Όλα τα βραχυπρόθεσμα μέτρα είναι κυρίως «αμυντικού» χαρακτήρα που διευκολύνουν αλλά δεν επιλύουν από μόνα τους τον πυρήνα του προβλήματος, την οικονομική κρίση. Για να ξαναπάρει μπροστά η ελληνική οικονομία, να ξεπερασθεί η αποβιομηχάνιση και η διάλυση της παραγωγικής δομής και για να αξιοποιηθούν οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι προς όφελος του λαού χρειάζεται ένα συγκροτημένο σχέδιο στόχων και πολιτικών. Καμία ιδιωτική πρωτοβουλία δεν θα επωμισθεί το κόστος και τον κίνδυνο μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης, ιδιαίτερα μέσα σε συνθήκες οξυμένης ταξικής σύγκρουσης. Μόνο ένα ρεαλιστικό σχέδιο σοσιαλιστικής οικονομικής οικοδόμησης μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Τα παραπάνω αποτελούν το κρίσιμο οικονομικό σκέλος του μεταβατικού προγράμματος αυτού. Αναγκαία συμπληρώματα του είναι σειρά μέτρων για την αλλαγή της θεσμικής δομής του κράτους καθώς και μίας σειράς άλλων κρίσιμων τομέων (π.χ. κρατικοποίηση των ΜΜΕ).

Το παραπάνω πρόγραμμα οφείλει να συνδυασθεί με μία πλατιά παλλαϊκή πρόταση που να καλεί σε ένα ευρύ λαϊκό μέτωπο όλους όσους συμφωνούν στις βασικές αρχές του ασχέτως με το εάν ενστερνίζονται την σοσιαλιστική προοπτική του και εάν εντάσσουν τον εαυτό τους στην Αριστερά. Πρέπει επίσης να συμπληρώνεται με μία ενιαιομετωπική τακτική, δηλαδή την κοινή δράση με όσους συμφωνούν ακόμη και μόνο σε επιμέρους άξονες του προγράμματος αυτού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΛάΙεΓ Α. (1980) εά., ΤΗβχβχ, Κβχοϊηίίοηχ αηάΜαηί/β8ίο8 ο/ίΗβ Ρϊτ8ί Ροήν 0οη§τβ88β8 ο/ ίΗβ ΤΗϊτά ϊηίβνηαίίοηαϊ, Ιη^ Εΐη^δ.

Ι1γεη^ον Ε. (1982), ΌίαΙβοίίοχ ο/ ίΗβ Άύ&ναοί & ίΗβ Οοηονβίβ ίη Μανχ’8 Οαρίίαϊ, ΡΐΌ§Γε88 ΡυύΙΐδύεΓδ.

Ιωαννίδης Α. & Μαυρουδέας Στ. (2000), «Στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Είναι εν εξελίξει ένα νέο στάδιο της σήμερα;», στον τόμο του 7ου συνεδρίου του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα με θέμα «Δομές και Σχέσεις Εξουσίας στη σημερινή Ελλάδα», ΙΣΚ.

Εεηΐη ν.Ι. (1976), 8βϊβοίβά Ψοτάα, νοί. 2, ΡΐΌ§Γεδδ ΡυβίίδΡεΓδ.

Μαρξ Κ. (1975), Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία 1848-1850, Ειρήνη.

Μαρξ Κ. (2003), Η Γερμανική Ιδεολογία, ΟυΐεηβεΓ§.

Μαρξ Κ. & Έγκελς Φ. (1998), Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Ερατώ.

Μαρξ Κ. & Έγκελς Φ. (2004), Κριτική των προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης, Κοροντζής.

Ματχ Κ., δεΡαρρεΓ Κ., ΒαυεΓ Η., Επ§είδ Ρ., Μοίί I. & ‘ΜοΙίϊ’ ^. (1948), Όε^αηάδ οϊ ΐΡε ΟοΜΜυηίδΐ Ραι1γ ΐη ΟεΓΜαηγ’, Ηίίρδ://^^^.ω&Γχίδίδ.οΓΒ/&ΓθΗίνε/ω&Γχ/^οΓΐ:δ/1848/03/24.ΗίΜ

Μαυρουδέας Στ. (2010), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος (2010), Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης, Τόπος.

Μαυρουδέας Στ. (2011), «Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση: καπιταλιστική κρίση και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις» σε Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ), Οικονομική κρίση και Ελλάδα, ΟυΐεηβεΓ§.

Μαυρουδέας Στ. (2013α), «Η ελληνική τραγωδία: ανταγωνιστικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης», Ροιβίξη Άβαίικ Ηβϊϊβηίο Εάίίίοη, Αύγουστος 2013.

Μαυρουδέας Στ. (2013β), «Τι είναι (και τι δεν είναι) η Μνημονιακή στρατηγική και γιατί αποτυγχάνει συστηματικά», Μίρ://δί&νΓοδω&νι·ου<ΐ6&δ.·^οι·<ΐρΓ6δδ.οοω/20ΐ3/09/ΐ6/228ΐ/ .

ΜανίΌυάεαδ δ. (2013), Όενείορ^εηΐ αηά Οΐδίδ: ΤΡε ΤυΛυΙεηΐ ΟουΓδε οϊ ΟΓεεΡ ΟαρίΐαΙΐδΜ’, ϊηίβιηαίίοηαϊ Οήίίοαϊ ΤΗοη^Ηί νοί.3 ηο.3.

ΜανίΌυάεαδ δ. (2014) (εά.), Οιββά οαρίίαϊίκ™ ίη οτίκίκ: ΜαιχίκίΛηαίγκβκ, Κ.ουΐίεά§ε.

ΟΜΕ (2013), Ο Μαρξισμός και η Ελληνική Οικονομική Κρίση, ΟυΐεηβεΓ§.

Παπαδάτος Δ. (2013), «Ο νεοσυντηρητικός μετασχηματισμός του ελληνικού καπιταλισμού εν μέσω παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Η στρατηγική του μνημονίου» σε ΟΜΕ (2013).

[2]  Μία αναλυτική παρουσίαση των ανταγωνιστικών ερμηνειών της ελληνικής κρίσης και των προτερημάτων και των αδυναμιών καθεμίας δίνεται σε Μαυρουδέας (2013α).

[3]     Το ελληνικό κεφάλαιο ανταγωνίζεται με τα υψηλότερης εργατικής παραγωγικότητας ευρωπαϊκά κεφάλαια με αποτέλεσμα να υφίσταται ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση από αυτά. Επιπλέον, η ιεραρχική δομή της ΕΕ ευνοεί το ευρω-κέντρο έναντι της ευρω-περιφέρειας (ΜανίΌυόεαδ (2013)).

[4]   Μία διεξοδική ανάλυση του τι είναι και γιατί αποτυγχάνει συστηματικά η Μνημονιακή στρατηγική δίνεται σε Μαυρουδέας (2013β) και Παπαδάτος (2013).

[5]  Αυτά είναι τα τρία βασικά ιστορικά ρεύματα που γεννήθηκαν μέσα στο κίνημα του κόσμου όταν αυτό άρχισε να συγκροτείται στα πρώτα βήματα του καπιταλισμού. Ο αναρχισμός αντιστοιχούσε εν πολλοίς στις πιο αυθόρμητες και μηχανιστικά εξεγερσιακές τάσεις που είτε καλούσαν σε μία άμεση αντικαπιταλιστική εξέγερση είτε/και χάνονταν μέσα στην πάλη των πιο άμεσων εργατικών αιτημάτων και διεκδικήσεων χωρίς να μπορεί να συναρθρώσει όλα αυτά σε μία συγκροτημένη και συνεκτική κίνηση. Ένας από τους λόγους αυτής της αδυναμίας του είναι η εγγενής ροπή στον αυθορμητισμό και η άπωση προς τη δημιουργία ενός προγράμματος που να ενώνει το σήμερα με το αύριο. Σπάνια το αναρχικό ρεύμα μπόρεσε να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα και συνήθως όποτε το έκανε ήταν εξαιρετικά αδύναμο και μη-ρεαλιστικό. Από την άλλη η σοσιαλδημοκρατία – όπως παγιώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα – απομόνωνε και προτεραιοποιούσε τις άμεσες διεκδικήσεις (το «ελάχιστο πρόγραμμα») ενώ αποσύνδεε και απωθούσε στο απώτερο μέλλον την σοσιαλιστική προοπτική (το «μέγιστο πρόγραμμα»). Βέβαια, στην πορεία της ιστορίας αυτά άλλαξαν πολύ (από τον 20ο αιώνα και μετά). Ο μεν αναρχισμός σχεδόν στις περισσότερες χώρες έπαψε να έχει βάσεις στον κόσμο της εργασίας και να ασχολείται με τον τελευταίο. Η δε σοσιαλδημοκρατία μετεξελίχθηκε από μία παρέκκλιση στο έδαφος του εργατικού κινήματος σε ένα καθαρά αστικό πολιτικό ρεύμα.

[6] Για την διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου βλέπε Ι1γεπ^ον (1982).

[7]  Η Μαρξιστική διαλεκτική ανάλυση κινείται από το αφηρημένο (δηλαδή το γενικό και το πιο απλό) προς το συγκεκριμένο (δηλαδή το ειδικό και πιο πολύπλοκο) μέσω διαδοχικών προσεγγίσεων. Σε κάθε διαδοχική προσέγγιση το αφηρημένο εμπλουτίζεται με στοιχεία του συγκεκριμένου. Στο τέλος της κίνησης αυτής προκύπτει η ανάλυση του συγκεκριμένου. Με τον τρόπο αυτό μελετάται ένα αντικείμενο ξεκινώντας από τα πιο γενικά χαρακτηριστικά του (π.χ. ο καπιταλισμός εν γένει) και φθάνοντας στο τέλος στην ανάλυση των πιο συγκεκριμένων και ιδιαίτερων εκδοχών του (π.χ. ο ελληνικός καπιταλισμός με την ιδιαίτερη ιστορική διαδρομή του και τις ιδιομορφίες του).

[8] Για την θεωρία περιοδολόγησης του καπιταλισμού βλέπε Ιωαννίδης & Μαυρουδέας (2000)

[9] Χαρακτηριστικό παράδειγμα η θέση των μπολσεβίκων για μοίρασμα της γης στους αγρότες που από πολλούς την εποχή εκείνη επικρίθηκε ως φαλκίδευση της σοσιαλιστικής προοπτικής.

[10] Συνήθως η αποστροφή αυτή γίνεται σημαία κάθε είδους αφελών – ρητών είτε άρρητων – αυθορμητιστικών απόψεων που ξεχνούν ότι έγινε μέσα σε ένα κείμενο (την κριτική των προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης) που ασχολείται αποκλειστικά με το ποιο πρέπει να είναι το πρόγραμμα ενός εργατικού επαναστατικού κόμματος.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: