RSS Feed

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΤΑΚΤΙΚΗ

Α. Αναγνωστάκης, μέλος της Π.Ε.

3ο συνέδριο Ν.Α.Ρ. Ημερίδα, ΑΣΟΕΕ, Σάββατο 19.10.2013

 

«Για μια σύγχρονη Κομμουνιστική στρατηγική και επαναστατική τακτική: Για την «κατάργηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων»»

 Η τέταρτη μεγαλύτερη «Κρίση των Αιώνων του Καπιταλισμού» ως πηγή αποκάλυψης

capitalism in crisisΟι εργαζόμενοι και η νεολαία, τόσο στην Ελλάδα όσο και  σε διεθνή κλίμακα, κατανοούν με ποικίλους τρόπους, τη διαμόρφωση  μιας νέας κατάστασης, που σημαδεύεται από την εκτίναξη όλων των βασικών αντιθέσεων, δυσκολιών και δυνατοτήτων των εκμεταλλευτικών κοινωνιών. Η τέταρτη μεγαλύτερη «Κρίση των Αιώνων του Καπιταλισμού», οξύτερη, βαθύτερη, διαρκέστερη, και ανώτερη από κάθε άλλη,  είναι πηγή αποκάλυψης της κρίσης των θεμελιωδών νόμων του συστήματος, της χρεοκοπίας του  νεοφιλελευθερισμού και της αυτορυθμιζόμενης δήθεν αγοράς.

Η κρίση λέγαμε το 2008 «Από οικονομική άποψη, είναι μια κρίση υπερσυσσώρευσης, που έχει στη βάση της τη δυναμική επανεμφάνιση και πραγμάτωσης των τάσεων πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους, «είναι μια δομική κρίση του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού.».Πέντε χρόνια μετά, η Πράξη, η οποία επαληθεύει ή διαψεύδει τις εκτιμήσεις, αντικαθιστά τους ρήτορες που «πολύ μιλήσανε».Στη διάρκεια της πενταετίας όχι μόνο δεν παρατηρείται μια ποιοτική επιστροφή κεφαλαίων από τον υπεραναπτυγμένο χρηματοπιστωτικό τομέα προς την πραγματική λεγόμενη οικονομία, αλλά – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – η κατάσταση επιδεινώνεται. Το 2008, τα κεφάλαια που ίπταντο από  χρηματοπιστωτικό σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ήταν 655,8 τρις δολάρια ή δέκα φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ. Το 2011 ανέβηκαν στα 790,6 τρις, 12,3 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ!

Το αναμενόμενο ποσοστό κέρδους, που αποτελεί τον κινητήρα των καπιταλιστών, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα και γι αυτό το κεφάλαιο εξακολουθεί να δραπετεύει από τις περιοχές χαμηλής κερδοφορίας γιγαντώνοντας τη χρηματοπιστωτική φούσκα η οποία  κινδυνεύει να εκραγεί ξανά με απροσδόκητες συνέπειες.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση και η αστική πολιτική που τη συνοδεύει για να φορτώσει τα βάρη στα εργατολαϊκά στρώματα: Οδηγεί την Ευρώπη των 27, στα 30 εκατομμύρια παραπάνω από το 2007 φτωχούς  που έφτασαν τα 115. Στα 13 γερμανούς, στο υψηλότερο ποσοστό φτωχών από το 1945 στη Γαλλία. (8,6 εκατομμύρια ή 14% του πληθυσμού), τα σαράντα εκατομμύρια φτωχούς αμερικανούς. Οδηγεί  από τις αρχές του 2011 οι λέξεις «μαλλιά», «ωάρια» ή «νεφρό» να είναι ανάμεσα στις κορυφαίες στην αυτόματη συμπλήρωση του «Θέλω να πουλήσω», στην αναζήτηση στο Google.

Παράλληλα συμβαίνει μια γιγαντιαίων διαστάσεων ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου: 29 εκατομμύρια, μόλις το 0,6% του ενήλικου πληθυσμού του πλανήτη, κατέχουν περιουσία αξίας 87,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, (39,3% του παγκόσμιου πλούτου).».

Παρ’ όλες όμως τις αλληλοσυγκρουόμενες  εξαγγελίες ανύψωσης του ηθικού της αγοράς από  μέρους των διεθνών οργανισμών αυξάνονται για την παγκόσμια πλέον καπιταλιστική και ειδικά για την Ευρωπαϊκή οικονομία οι προβλέψεις διατήρησης της ύφεσης, ή σαθρής και αναιμικής ανάπτυξης με διατήρηση της ανεργίας σε εφιαλτικά επίπεδα.

Απέναντι σ’ αυτή την προοπτική το βασικό για τον καπιταλισμό είναι να διαμορφώσει στο άμεσο μέλλον παραγωγικές, κοινωνικοπολιτικές και γεωστρατηγικές προϋποθέσεις για να μπορέσει να κατακτήσει μια νέα και αν είναι δυνατόν μακρά περίοδο δυναμικής ανάπτυξης της κερδοφορίας και διαιώνισης της αναπαραγωγής του.

Δίχως μια νέα γενική θεωρία, αντίστοιχου επιπέδου των θεωριών του Κέυνς ή των Χάγιεκ – Φρίντμαν, ο καπιταλισμός προωθεί τη στρατηγική του χρεοκοπημένου  νεοφιλελευθερισμού – νεοσυντηρητισμού, επεκτείνοντας τη  μέχρι «τα άκρα».

Αυτής της στρατηγικής, ακριβώς γιατί δεν ξεφεύγει από τα όρια που οδήγησαν στην κρίση, παρακολουθούμε τα όρια, τις αναταραχές, τη δομικότητα και τις αντιφάσεις της: Διαφορετικό και ισχυρότερο αντί του διακηρυγμένου μικρότερου κράτους, αντιδραστική εξέλιξη της αστικής Δημοκρατίας στην οποία όμως ταυτόχρονα ομνύουν, κατακερματισμός εθνών και κρατών αντί της αρμονικής δήθεν διεθνοποίησης. 

Οι υπερσυντηρητικές και απάνθρωπες αναδιαρθρώσεις προωθούνται σε χώρες με μέσο ή ανώτερο επίπεδο, από κυβερνήσεις δεξιές, κυβερνήσεις σοσιαλιστικές, κυβερνήσεις μιξάζ ακριβώς γιατί αποτελούν εσωτερική αναγκαιότητα για την ανάταση της κερδοφορίας και για  τη – μάταιη όπως σκεφτόμαστε – ενσωμάτωση χωρίς διαταραχές δήθεν των επαναστατικοποιημένων  παραγωγικών δυνάμεων.

 Οι αναδιαρθρώσεις αυτές αλλάζουν ριζικά τις καπιταλιστικές κοινωνίες σε τέτοιο βάθος ώστε στο μέλλον, η ιστορία θα μελετά και θα συγκρίνει τις κοινωνίες πριν την κρίση που ξέσπασε το 2007 – ΄08 και μετά, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από την οξύτατη ταξική διαπάλη που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της.

Το βάθος, η αντοχή και η εξάπλωση της κρίσης, το γεγονός, από ότι δείχνει η ιστορία των κρίσεων, πως η κρίση σταδιακά πρόκειται να ξεπερασθεί μόνο και μόνο για να επιστρέψει  με νέες μορφές και με μεγαλύτερη ένταση, σφραγίζουν, την παταγώδη κατάρρευση ενός κυρίαρχου μύθου ο οποίος καταδυνάστευε τη συνείδηση των εργαζομένων και την Αριστερά και καθόριζε, τελικά, την πρακτική τους: Ότι ο καπιταλισμός μπορεί να περνά παροδικές κρίσεις, αλλά βασικά είναι ίδιος κι απαράλλαχτος, άτρωτος, παντοδύναμος.

Νομιμοποιεί το ερώτημα αν τελικά  μπορεί  ή όχι να ανατραπεί η μέχρι τώρα θυελλώδης αντεπαναστατική υπεροχή της αστικής ηγεμονίας, ώστε να ανοίξει μια νέα ιστορική σελίδα για το εργατικό  κίνημα και την Αριστερά.

Δημιουργεί επομένως μια «μαύρη τρύπα» στην κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική, πολύ πιο επικίνδυνη για την αστική τάξη από αυτήν που καταπίνει  ομόλογα τρισεκατομμυρίων.

Παρ’  όλα αυτά όμως, όπως  τονίζει στις 3 του περασμένου Σεπτέμβρη στην αγγλική Guardian ο ιστορικός- φιλόσοφος AlainBadieu «υπάρχει ένα αίσθημα γενικής πολιτικής ανικανότητας». «Τα πάντα, συνεχίζει, …συμβαίνουν σαν να μην υπάρχει τίποτα που να μπορούσε να σταματήσει την απόλυτη κυριαρχία του καπιταλισμού….»

«Σαν να μην υπάρχει τίποτα;» ή μήπως απαιτείται ένας όσο γίνεται ακριβέστερος υπολογισμός των συσχετισμών και της δυναμικής τους;

Αυτό που στην πραγματικότητα παρακολουθούμε είναι πως η περίοδος που διανύουμε και ο συγκεκριμένος συσχετισμός ανάμεσα στην αστική και την εργατική πολιτική, σφραγίζονται εν πολλοίς από την αξιοποίηση της κληρονομημένης από τον περασμένο αιώνα, συντριπτικής πολιτικής υπεροπλίας του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού.

Όμως η σημερινή αστική πολιτική παντοδυναμία αμφισβητείται ήδη από την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα, από ένα πολυδαίδαλο μειοψηφικό ρεύμα πολιτικής διαμαρτυρίας και διεκδίκησης. Εμφανίζεται ένα εν δυνάμει ανατρεπτικό εργατολαϊκό ρεύμα που καθυστερεί, δυσκολεύει την αστική πολιτική αλλά αδυνατεί ακόμη να αναχαιτίζει την ικανότητα του καπιταλισμού να ανασυγκροτείται σε αντιδραστικότερη τελικά κατεύθυνση. Στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, σε εθνικό, και περιφερειακό επίπεδο, διαμορφώνονται  επεισόδια κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, πολυποίκιλες πολιτικές συγκυρίες μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας με επιπτώσεις στο συσχετισμό των δυνάμεων που «ξεφεύγουν» κατά κάποιο τρόπο από τους γνωστούς «καθημερινούς» δρόμους και ρυθμούς των εξελίξεων.

Το ρεύμα αυτό  διαμορφώνεται κυρίως με βάση την επιδείνωση των όρων ζωής των εργατολαϊκών στρωμάτων, τις γενικότερες πολιτικές εμπειρίες και αντιφάσεις τους.

Σε αυτό βρίσκεται η μήτρα της θετικής ευήκοης στάσης στην κριτική του καπιταλισμού. Της ευήκοης στάσης απέναντι στη σύγχρονη «ξύλινη» γλώσσα των μαρξιστικών όρων και της επαναστατικής πολιτικής, η ανατροφοδότηση της Αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Αυτή η κατά κύματα απρόσμενη εμφάνιση του εργατικού κινήματος και η απροσδόκητη απόσυρση του, αποκαλύπτει μια μεταβατική περίοδο στην οποία οι τάσεις της εργατικής χειραφέτησης αναζητούν ανολοκλήρωτα έναν σύγχρονο, αποφασιστικό ρόλο στο περιεχόμενο και την προοπτική των ταξικών αντιπαραθέσεων. Το νέο ποιοτικό στοιχείο αυτής της κατάστασης δεν είναι η – προϋπάρχουσα εξάλλου – αδυναμία της εργατικής χειραφέτησης να μετατρέπεται σε ανεξάρτητο ηγεμονικό κοινωνικό ρεύμα. Είναι η αργή έστω στροφή που πραγματοποιεί η μειοψηφική αλλά αισθητή τάση εργατικής χειραφέτησης να αναζητά μια αυτοτελή πολιτική παρουσία με ηγεμονική φιλοδοξία και στόχευση.

Η «μαύρη τρύπα» όμως στην κυρίαρχη ιδεολογία και την αστική πολιτική, όπως φαίνεται, δεν μπορεί να καλυφθεί με τα παλιά ρούχα και την δοκιμασμένη πανοπλία. Για να υπογραμμιστεί πάλι η ανάγκη επαναπροσέγγισης της εργατικής πολιτικής, η απαίτηση για προγράμματα που θα συνδυάζουν τους τακτικούς και τους στρατηγικούς στόχους με μια σχέση ενότητας και διάκρισης,  ώστε η, εγκυμονούσα την αναγέννηση του εργατικού κινήματος, «Κρίση του Αιώνα» να μην αποβάλλει το παιδί.

 Η  «μεγάλη πορεία» προς τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα

krisiΣτη διακήρυξη και στις θέσεις προτείνονται και τίθενται στην κρίση της Αριστεράς και των συναγωνιστών στο εργατικό και  νεολαιίστικο  κίνημα, δύο βασικοί στόχοι που έχουν βαθύτερη σχέση  «συνάρθρωσης» και αυτοτέλειας μεταξύ τους:

Η διαρκής επανάσταση η οποία είναι ο άμεσος στρατηγικός στόχος που αρχίζει με την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.

Η αντικαπιταλιστική επανάσταση, παραφράζοντας τον ήρωα της πρώτης μας νιότης στρατηγό Γκιαπ, για να είναι ανίκητη  «γίνεται από το Λαό και για το Λαό»!

Στα πλαίσια της ο οργανωμένος Λαός, διεκδικεί τη συνολική βελτίωση της θέσης του, σε βάρος της θέσης του κεφαλαίου.

Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή της από τα όργανα της εργατικής πολιτικής που μετασχηματίζονται σε κρατική και κυβερνητική εξουσία, θα είναι μια συνταρακτική εξέλιξη που απαιτεί, απελευθερώνει και πολλαπλασιάζει όλη τη λαϊκή δημιουργική δυνατότητα. Η κυβέρνηση προκύπτει σαν επιστέγασμα της νίκης και της κατάληψης της εξουσίας από την επανάσταση. Αυτό διδάσκει η ιστορία που δεν αντιγράφεται, αλλά και δεν προσπερνιέται χωρίς αιματηρό κόστος.

Αυτή η βαθιά εργατοδημοκρατική πράξη, πρώτο στόχο έχει την αντικατάσταση του  εκφυλισμένου αστικού κράτους, το οποίο συντρίβει ο ένοπλος λαός. Καταργεί τους καταπιεστικούς-κατασταλτικούς μηχανισμούς και τους μηχανισμούς χειραγώγησης-ελέγχου.

Οι κοινωνίες που προκύπτουν αμέσως μετά την επανάσταση και για μια περίοδο είναι κοινωνίες με διαταραγμένα τα βασικά καπιταλιστικά χαρακτηριστικά τους. Κοινωνίες που ανάλογα με τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων ή θα μετεξελιχθούν προς το σοσιαλισμό – κομμουνισμό ή θα οπισθοχωρήσουν στον καπιταλισμό.

Το, εργατικής μορφής, μεταβατικό  κράτος που προκύπτει, παραμένει οξύτατο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στις κλονιζόμενες, αλλά επικρατούσες ακόμα, στο οικονομικό και στο κοινωνικό επίπεδο, αστικές σχέσεις και τάξεις και στα εργατικά συμφέροντα που ηγεμονεύουν πλέον πολιτικά μέσα στην καταπιεζόμενη πλειοψηφία της κοινωνίας και μέσα στη νέα επαναστατική κρατική μηχανή.

Με την αντικαπιταλιστική επανάσταση η οργανωμένη εργατική τάξη και τα σύμμαχα αγωνιζόμενα στρώματα διεκδικούν, επιβάλλουν και ολοκληρώνουν το συνολικό πρόγραμμα της επαναστατικής τακτικής συνδέοντας έμπρακτα και επί της ουσίας την τακτική με τη στρατηγική.

Επιβάλλουν το πλήρες δικαίωμα των οργάνων άσκησης εργατικής πολιτικής να αποφασίζουν τον πανκοινωνικό, πανεθνικό σχεδιασμό στην παραγωγή, ανταλλαγή, διανομή, κατανάλωση και  συσσώρευση.

Επιβάλλουν  τη μετατροπή των ειδικών, των διευθυντών και των ελεγκτών στην παραγωγή, σε αιρετούς, ανακλητούς, ελεγχόμενους και εργαζόμενους υπαλλήλους των γενικών συνελεύσεων και των πολιτικών-κοινωνικών οργάνων των άμεσων παραγωγών. 

Οι άμεσοι παραγωγοί προωθούν και οργανώνουν, την απαλλοτρίωση των βασικών μέσων και δυνάμεων παραγωγής σε βάρος του κεφαλαίου και την ένταξή τους σ’ ένα νέο πανκοινωνικό πανεθνικό σχεδιασμό, με βάση τις ανάγκες και τις αξίες χρήσης για την ευημερία και τη χειραφέτηση των εργαζομένων, τη σχεδιασμένη και δημιουργική αναμόρφωση της εργασίας, το δραστικό περιορισμό της ανεργίας, το δραστικό περιορισμό της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Διεκδικούν και επιβάλλουν σε σημαντικό βαθμό «το χρόνο που απελευθερώνουν η σύγχρονη επιστήμη και η εργασία» αλλά και το χρόνο που απελευθερώνει την ίδια την  εργασία, το χρόνο για κοινωνική πολιτική πολιτιστική δημόσια δραστηριότητα. Τη ριζική αναβάθμιση, ανάπτυξη και επανιεράρχηση της αγροτικής οικονομίας.Την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών με βάση την αρχή  «από τον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του και την ικανότητά του για εργασία, στον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητες του κοινωνικού πλούτου και τη συμβολή σ’ αυτόν». Την καθολική κοινωνική εκστρατεία για την απόκρουση  των συνεπειών απ’ τη μέχρι τώρα επιβάρυνση του περιβάλλοντος απ’ τη καπιταλιστική κερδοφορίας.

Διεκδικούν και επιβάλλουν την ελεύθερη πρόσβαση και έλεγχο σε κάθε επίπεδο εκπαίδευσης­, ενημέρωσης-πληροφόρησης, πολιτιστικής, κοινωνικής, πολιτικής δραστηριότητας, στη δημόσια δωρεάν υγεία και παιδεία μειώνοντας δραστικά τους ταξικούς φραγμούς ως την κατάργηση τους. 

Την έμπρακτη ενθάρρυνση για τη διαμόρφωση ένας κοινωνικού πολιτισμού άλλου τύπου, μη εμπορευματικού, απελευθερωμένου από σκοταδιστικά, ελιτίστικα και φορμαλιστικά πρότυπα, με υποκείμενο και δέκτη του –κι όχι απλώς καταναλωτή– την ίδια την κοινωνική πλειοψηφία.

Διεκδικούν τη  διάλυση των διεθνών αστικών οικονομικών-πολιτικών-στρατιωτικών οργανισμών και των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων.

Η αντικαπιταλιστική επανάσταση και η εργατική εξουσία αναγορεύουν ως βασικό ζητούμενο κοινωνικές πρακτικές σε όλα τα πεδία της ζωής (μόρφωση, εργασία, πληροφόρηση, πολιτισμός, συμμετοχή στις κοινωνικές υποθέσεις) που συμβάλλουν στην άρση της αντίθεσης χειρωνακτικής-διανοητικής εργασίας, διευθυντών – διευθυνόμενων, εκπροσώπων – εκπροσωπούμενων, πόλης-χωριού, στην άρση κάθε διάκρισης που σχετίζεται με το φύλο, την εθνικότητα, τη φυλή, τις θρησκευτικές ή σεξουαλικές προτιμήσεις.

Στο βαθμό που θα προωθούνται τέτοιες ποιοτικές τομές, η μεταβατική κοινωνία που εγκαινιάζει η αντικαπιταλιστική επανάσταση θα προχωρά στη δεύτερη, ανώτερη τομή-άλμα της διαρκούς επανάστασης.

Θα μετατρέπει την πολιτική νίκη σε κοινωνικοοικονομική νίκη. Την εργατική εξουσία από διαμφισβητούμενη σε εδραιωμένη και δυναμικά εξελισσόμενη πραγματικότητα. Κατοχυρώνοντας το προβάδισμα, την ηγεμονία των σχέσεων σοσιαλιστικού-κομμουνιστικού προσανατολισμού απέναντι σε αστικές και εκμεταλλευτικές επιβιώσεις, θα ενισχύει το δρόμο προς την κοινωνία της πλήρους εργατικής χειραφέτησης.

Οι καπιταλιστικές σχέσεις θα εξακολουθούν να υπάρχουν, με παρούσα την τάση ανάπτυξης και αναπαραγωγής τους, αλλά θα είναι συνολικά καταπιεζόμενες και ηγεμονευόμενες. Αναπτύσσεται η πλευρά της απονέκρωσης του κράτους το οποίο μετατρέπεται σε εργατική δημοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου) με την πλήρη έννοια. Βασική αντίθεση γίνεται η αντίθεση ανάμεσα στον εργατικό χαρακτήρα του και στις τάσεις απονέκρωσής του.

Το «ποιος ποιον» κλίνει προς τον σοσιαλισμό αλλά δεν έχει κριθεί ακόμη.

Στην τρίτη ανώτατη τομή αυτής της χειραφετητικής διαδικασίας καταργούνται οι κυριαρχούμενες και μεταμορφωμένες εκμεταλλευτικές σχέσεις. Καταργείται η εργατική τάξη σαν τάξη, οι τάξεις συνολικά. Η πολιτική σαν διαμεσολαβητική σχέση. Καταργούνται οι πρωτοπορίες ακριβώς γιατί η κοινωνία αποτελείται πλέον από «ανεπανάληπτες ξεχωριστές προσωπικότητες – πρωτοπορίες». Το κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας δεν έχει κοινωνική βάση ύπαρξης. Απονεκρώνεται και μετατρέπεται σε «κοινωνική υπηρεσία». Η εργασία αποκτά το δημιουργικό χαρακτήρα της. Ο χρόνος που ελευθερώνει η εργασία και η επιστήμη αποκτά την απελευθερωτική του διάσταση. Καταργείται ο νόμος της αξίας, οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, ο διαχωρισμός χειρωνακτικής -πνευματικής εργασίας.

Η καμπή αυτή συνεπάγεται και προϋποθέτει αντίστοιχους διεθνείς συσχετισμούς.Σημαίνει την ανεπίστρεπτη  κυριαρχία του κομμουνισμού σε διεθνές επίπεδο και στην πρώτη, τη σοσιαλιστική βαθμίδα ωριμότητάς του.

Σε αυτή τη μεγάλη ανθρώπινη πορεία εξανθρωπισμού της κοινωνίας που επιχειρούμε να προσεγγίσουμε, ο κομμουνισμός και η κομμουνιστική απελευθέρωση είναι ο σκοπός που, καθώς αναδύεται από το κίνημα, το προσανατολίζει. Του επιτρέπει, εν αντιθέσει προς τις χωρίς αρχές πολιτικές, τις αποσπασματικές δράσεις και τους καθημερινούς αυτοσχεδιασμούς, να προσδιορίσει τι μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό τον σκοπό και τι μας απομακρύνει από αυτόν.

Είναι επομένως μια ρυθμιστική στρατηγική που παραπέμπει και προσανατολίζει  αδιάκοπα στο όραμα μιας άλλης κοινωνίας με δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη: την κομμουνιστική κοινωνία. Την κοινωνία που δεν είναι ένα ιδεατό τέλος αλλά η έναρξη προς μια νέα πορεία δημιουργίας και ελευθερίας της ανθρωπότητας.

Στηρίζεται στις τάσεις που ενυπάρχουν στον σύγχρονο καπιταλισμό και τείνουν να σπάσουν το εκμεταλλευτικό του περίβλημα. Επιδιώκει την κατάργηση της καπιταλιστικής άρνησης, οι τάσεις αυτές, να αναπτυχθούν και να μετασχηματιστούν με κριτήριο τις ανθρώπινες ανάγκες.

Ο κομμουνισμός, σε αντίθεση με την κεφαλαιοκρατική πρόοδο που έχει ως αντίτιμο κάθε φορά την αλλαγή της μορφής της υποδούλωσης, είναι εκείνη η συνεταιριστική ανάπτυξη της αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας της οποίας η πρόοδος βασίζεται σε ένα πρωτότυπο συνδυασμό ατομικού και συλλογικού.

Σε αυτόν το συνδυασμό η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.

Ο καθένας και η καθεμιά είναι το μοναδικό ον, η ανεπανάληπτη ξεχωριστή προσωπικότητα της οποίας η ανάπτυξη και η ικανοποίηση των ιδιαίτερων αναγκών και ικανοτήτων της συμβάλει στην καθολική ανάπτυξη του ανθρώπινου είδους. Η εξέλιξη του ατόμου δε συγχέεται επομένως με τις απάτες και αυταπάτες ενός «παραμορφωτικού» ατομικισμού αλλά και ούτε και με τον χονδροειδή εξισωτισμό.

Η ανάγκη επανεξέτασης, αναζήτησης και ποιοτικής ανάπτυξης μιας σύγχρονης θεωρίας μετάβασης προς τον κομμουνισμό και τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα, προκύπτει τόσο από την ανάπτυξη του καπιταλισμού, όσο και από την ίδια την ιστορία.

Προέκυψε επίσης νωρίς, καθώς με τη νίκη και την ήττα της Οκτωβριανής Επανάστασης «ανακαλύπτεται» όχι μόνο η πρωτόλεια υλική μορφή της προωθούμενης τότε κοινωνικής ιδιοκτησίας, αλλά και το βάθος ταυτόχρονα των προβλημάτων της μεταβατικής επαναστατικής περιόδου.

Ανακαλύπτεται η αντοχή, η αντίσταση και η ικανότητα μετασχηματισμού της ατομικής ιδιοκτησίας μέσα στην επαναστατική κοινωνία.

Ανακαλύπτεται και αποκαλύπτεται ο καθοριστικός ρόλος που ασκούν οι διακρίσεις, ανάμεσα στη διανοητική και χειρωνακτική εργασία, ανάμεσα στους «εκπροσώπους» και στους «εκπροσωπούμενους», στους κυβερνώντες και στους κυβερνώμενους.

Η ανάγκη σύγχρονης ανάπτυξης της θεωρίας μετάβασης αποκαλύπτεται και από τις πρώιμες αναταράξεις στην ΕΣΣΔ στην πρώτη, τη μεταβατική φάση της Οκτωβριανής Επανάστασης, όπου οι επιφανείς επαναστάτες της εποχής ακριβώς γιατί ακολουθούν απάτητες περιοχές και αντιμετωπίζουν αναπάντητα ερωτήματα, αναζητούν διαφορετικές απαντήσεις και δρόμους.

 Ο σύγχρονος καπιταλισμός

XVUMD00ZΗ στρατηγική πρόταση της αντικαπιταλιστικής επανάστασης σαν έναρξη της διαρκούς επανάστασης προς τον κομμουνισμό, για να μην είναι φτερό στον άνεμο, επιχειρείται να στηριχθεί στη γνώση της σύγχρονης  κοινωνικής πραγματικότητας:

Θεωρούμε πως ο σημερινός ύστερος καπιταλισμός αποκτά μια ιδιαίτερη ιστορική θέση. Ήδη από τη δεκαετία του 80 και για το ξεπέρασμα της λεγόμενης πετρελαϊκής, αυτής της «βουβής», της τρίτης μεγαλύτερης κρίσης στην ιστορία του καπιταλισμού, συντελούνται ποιοτικές αλλαγές στην συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, στην απαλλοτρίωση των ιδιοκτητών από τους «ιδιοκτήτες»:  ποιοτική ενδυνάμωση και παρουσία των Πολυεθνικών Πολυκλαδικών μονοπωλίων, ποιοτική ενίσχυση του χρηματιστικού κεφαλαίου, ραγδαία απαλλοτρίωση της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας στη γη και τη γιγαντιαία συρρίκνωση των αγροτών, ποιοτική συρρίκνωση των παραδοσιακών ενδιάμεσων στρωμάτων και μεταφορά των μικρομεσαίων «ιδιοκτητών» του χωριού και της πόλης, μέσα στον «κόσμο των μισθωτών,

Διακρίνεται όλο και πιο καθαρά, όλο και από πιο πολλούς, ότι η χωρίς προηγούμενο ένταση της εκμετάλλευσης της σύγχρονης εργατικής τάξης αποτελεί το ουσιαστικό κίνητρο, τη θεμελιακή αφετηρία αλλά και τη βασική κατεύθυνση των αλλαγών που πραγματοποιούνται. Οι νέοι συνδυασμοί απόσπασης υπεραξίας είναι σε κάθε περίπτωση ο βαθύτερος πυρήνας που κινεί, συνδέει και «προγραμματίζει» τελικά όλη αυτή την απογείωση των νέων μέσων και μορφών παραγωγικότητας, την ξέφρενη ανάπτυξη του ανταγωνισμού, τις σύγχρονες μεθόδους διεθνοποίησης και πολιτικής-ιδεολογικής χειραγώγησης των εργαζομένων.

Για αυτούς εξάλλου τους λόγους αυτοί οι νέοι συνδυασμοί απόσπασης υπεραξίας απετέλεσαν για μας βασικό εργαλείο στην περιοδολόγηση του καπιταλισμού.

 Το αστικό κράτος και η πολιτική που συνδέεται  με αυτό  φαίνεται πως όχι μόνο δεν «λιγοστεύει» αλλά ενισχύεται και αντιδραστικοποιείται όσον αφορά την καθοριστική ταξική πλευρά του.

 Μέσα από τη «διαπλοκή», οργανώνει τη σύγχρονη στενή σχέση ανάμεσα στους μηχανισμούς ιδιωτικής και κρατικής καταστολής, στους ιδιωτικούς και κρατικούς στρατούς, τους μηχανισμούς ιδεολογικής- πληροφοριακής κατεργασίας των ΜΜΕ.

Στα πλαίσια του ενισχύεται και θεσμοθετείται η «απελευθέρωση» της  βίας της αγοράς και  των υπερμονοπωλίων, ο βρόμικος πολιτικός ρόλος των διαπλεκομένων οικονομικών παραγόντων. Το σύγχρονο κράτος προετοιμάζει και προετοιμάζεται για τον ακήρυκτο, «εσωτερικό», κοινωνικό εμφύλιο πόλεμο κατά των εκμεταλλευομένων, αλλά και για την «εξωτερική» προέκτασή του, τον  «ιμπεριαλιστικό» πόλεμο.

Στα πλαίσια αυτά, μειώνεται σχετικά ο ρόλος του κοινοβουλίου και ο έλεγχός του πάνω στις αστικές κυβερνήσεις. Τα Μαξίμου και οι Λευκοί Οίκοι μοιάζουν όλο και περισσότερο με «περιστρεφόμενη πόρτα» μέσω της οποίας επιχειρηματίες και μάνατζερς μετατρέπονται σε υπουργούς, συμβούλους και το αντίστροφο, μέχρι την «ολοκλήρωση» αυτής της τάσης όπου οι ίδιοι οι επιχειρηματίες αναλαμβάνουν άμεσα υπουργεία ή την κυβερνητική διαχείριση (Μπερλουσκόνι, Παπαδήμου, Μόντι). Το σύγχρονο αστικό κράτος κρατά σε ανώτερη από κάθε άλλη εποχή «ομηρεία» όχι μόνο τις «καθαρόαιμες» αστικές, αλλά ακόμη και τις «φιλολαϊκές» κυβερνήσεις, στο βαθμό που δεν συγκρούονται με τον αστικό συνασπισμό εξουσίας.

Αυτή η υπεραντιδραστική ενίσχυση – «ανάπτυξη» του κράτους και της ουσίας της αστικής πολιτικής, τείνει ωστόσο να απογυμνώνει την αστική πολιτική από τα «προοδευτικά» ιστορικά δημοκρατικά στοιχεία της, τον πανκοινωνικό δήθεν ρόλο του κράτους. Να κλονίζει επομένως τη δημαγωγική αυτονόμηση της αστικής πολιτικής από τον ταξικό πυρήνα της.

Να διαμορφώνει άρα ζωτικό χώρο για την αυτοτελή και ποιοτική ανάπτυξη της εργατικής πολιτικής ως πολιτική της σύγχρονης εργατικής δημοκρατίας.

Παράλληλα τα σύγχρονα επιστημονικά και τεχνολογικά άλματα στη δυναμική τους εξέλιξη, με την ανάπτυξη της πληροφορικής, του αυτοματισμού και της βιοτεχνολογίας, εμπεριέχουν την τάση να προκαλούν βαθύτερες πλέον αναστατώσεις και κρίσεις στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Να διαμορφώνουν – παρά το αντίθετο που «φαίνεται»– προϋποθέσεις για νέους γύρους εργατικής αμφισβήτησης και κλονισμών της αστικής κυριαρχίας.

Σε λίγο θα φυτεύουν καλαμπόκι και με ένα «προγραμματισμένο» βακτήριο θα παράγεται καύσιμο μηχανών. Με σοβαρές αναταράξεις στη γεωστρατηγική σημασία χωρών και αρνητικές συνέπειες στη γεωργία.

Με μύκητες μπορούν να παράξουν εξαιρετικά λεπτές ίνες πολλαπλά ανθεκτικότερες του ατσαλιού που θα ανατρέψουν δεδομένα σε μεταφορές, συγκοινωνίες και οικοδομές.

 Η τρισδιάστατη εκτύπωση κρύβει μέσα της την ελπίδα για φτηνή, υψηλής ποιότητας κατοικία, τη διατάραξη των όρων καπιταλιστικής οικοδομικής δραστηριότητας.

 Η εφαρμογή της σύγχρονης φυσικής στους υπολογιστές πολλαπλασιάζει τον όγκο αποθήκευσης πληροφοριών, την ταχύτητα μεταφοράς τους, με σοβαρές επιπτώσεις στους ρυθμούς ροής του κεφαλαίου, στην επικοινωνία των ανθρώπων, στην οργάνωση και εκμετάλλευση της εργασίας.

Ας αναλογιστούμε πάνω στη θυελλώδη ανάπτυξη του ρόλου της επιστήμης και της διανοητικής εργασίας στην παραγωγή, σε σχέση με την αθλιότητα του επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Στον χρόνο που απελευθερώνει η επιστήμη και η εργασία σε σχέση με τη χωρίς προηγούμενο κλοπή του χρόνου εργασίας και ζωής από τους καπιταλιστές. Πάνω στη δυνητική ποιότητα του ίδιου του χρόνου εργασίας, σε σχέση με την αποξενωτική σύγχρονη ηλεκτρονική αλυσίδα της καπιταλιστικής γαλέρας.

Μπορούμε λοιπόν να καταλήξουμε – όπως ισχυριζόμαστε-  στο συμπέρασμα πως η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού αποκαλύπτει τη ρεαλιστικότητα της βαθύτερης ανθρώπινης επιθυμίας να  περάσει η κοινωνία από τη σημερινή κατάσταση στην οποία η πολιτική οδηγεί στην εξουσία επί των ανθρώπων, σε μια νέα περίοδο στην οποία οι άνθρωποι με την πολιτική θα εξουσιάζουν και διαχειρίζονται μόνο τα πράγματα στα πλαίσια μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας;

Ειδικότερα,σε όσον αφορά την εκμετάλλευση της εργασίας, η σύγχρονη έκρηξη της επιστήμης και της τεχνικής οδηγεί σε νέους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας με «παράδοξες» όμως επιδράσεις. Το τμήμα της υπεραξίας που επενδύεται κάθε φορά στα νέα σύγχρονα μέσα παραγωγής και αναπτύσσει την παραγωγικότητα της εργασίας τείνει να είναι όλο και μεγαλύτερο από το τμήμα που επενδύεται σε εργάτες που παράγουν εκ νέου υπεραξία. Άρα το επενδυόμενο ανά εργάτη σταθερό κεφάλαιο, σε σύγχρονες μηχανές και προγράμματα, αυξάνει. Εντείνεται επιπλέον ποιοτικά η τάση παραπέρα μείωσης της ποσότητας της ζωντανής εργασίας, σε σχέση με τον όγκο του σταθερού κεφαλαίου που αυτή θέτει σε λειτουργία.

Η ζωντανή όμως εργασία αποτελεί τη μοναδική πηγή υπεραξίας.Άρα η παραγωγικότητα της εργασίας στη νέα εποχή τείνει να αυξάνει το ποσοστό της υπεραξίας λιγότερο απ’ τους ρυθμούς της δικής της αύξησης.

Επομένως η αύξηση της παραγωγικότητας, εφ’ όσον οι μισθοί δεν μειώνονται, προκαλεί πλέον μακροπρόθεσμα κρίση στους ρυθμούς αύξησης της σχετικής υπεραξίας.

Η πολιτική επομένως των αντιδραστικών ανασυγκροτήσεων αποτελεί – όπως λέμε – ή όχι εσωτερική αναγκαιότητα της αστικής πολιτικής, αφού αυτή τείνει να αναιρεί την κρίση της δυναμικής της σχετικής υπεραξίας ή και να μυστικοποιεί τις  νέες μορφές εκμετάλλευσης;

Ο πυρήνας των συνολικών αυτών αλλαγών που συντελούνται εκτιμούμαι πως οδήγησαν στο σημερινό νέο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού που σφραγίζεται τόσο από την ανώτερη από ποτέ ποιοτική ανάπτυξη των καπιταλιστικών αντιφάσεων και την αντίστοιχη αντιδραστική ανασυγκρότηση των κυρίαρχων καπιταλιστικών σχέσεων, όσο και από την ανώτερη ποιοτικά ωρίμανση των τάσεων και των δυνάμεων ουσιαστικής δυνητικής εργατικής ανατροπής του.

Ο καπιταλισμός, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η παλιά στάσιμη και τελικά αφομοιώσιμη Αριστερά αναπτύσσεται με τομές και άλματα μέσα στην εκμεταλλευτική  συνέχεια του και μάλιστα ιδιαίτερα όταν και όσο εξαντλεί τα όρια της διευρυμένης αναπαραγωγής του. (Γεγονός που συνεπάγεται αντίστοιχες αλλαγές στην Αριστερά για να μη βρεθεί έξω από τις εξελίξεις)

 Η σχέση ως γνωστό ανάμεσα στις γενικές υλικές αντικειμενικές δυνατότητες του σταδίου και  στην υλοποίηση ή μη αυτών των δυνατοτήτων από την ανθρώπινη δράση είναι μια αλληλουχία ανάμεσα στην γενική και στην συγκεκριμένη δυνατότητα, ανάμεσα στο αντικειμενικό και στο υποκειμενικό, στην καθοριστική επαναστατική δράση της εργατικής τάξης, του  μετώπου, του αποφασιστικού ρόλου του κόμματος.

Θα καταφέρει άραγε η αστική πολιτική και ιδεολογία να διατηρήσει την κλονιζόμενη καθολική ηγεμονία στα πλαίσια μιας κορυφαίας αναμέτρησης που κυοφορείται;

Θα καταφέρει να επιβάλλει μια αδύνατον να υπολογισθεί σήμερα, καταστροφική πορεία του κοινωνικού ανθρώπου που θα  ξεπερνάει όλες τις μέχρι τώρα καταστροφές και όλες τις ήττες;

Ή η εργατική πολιτική τελικά θα αποσπάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, θα επιβάλλει την ηγεμονία της, θα επιφέρει ουσιαστικές νίκες και κλονισμούς ως μια σύγχρονη εργατική επανάσταση προς τον κομμουνισμό που θα ξεπερνάει και θα ολοκληρώνει όλες τις μέχρι τώρα επαναστάσεις;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δοθεί στο δικό μας  μέλλον, από όλους εμάς, από όλες τις αριστερές, επαναστατικές και κομμουνιστικές πρωτοπορίες, από το ευρύτερο αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο και τελικά από την ίδια την αντικειμενικά αντιφατική, αντικαπιταλιστική δράση της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων.

 Ανάλογα ιστορικά  σταυροδρόμια

 ανεργίαΣε ανάλογα – όχι ίδια – σταυροδρόμια η Αριστερά και το εργατικό κίνημα βρέθηκαν στην κρίση του 1873-95 και σε εκείνη του 1929 – 1945.

Στο τέλος της εικοσιπενταετούς περίπου Μεγάλης Ύφεσης του 1873-95 ο κόσμος είχε αλλάξει, η Αριστερά έγινε άλλη, το εργατικό κίνημα διαφορετικό. Αναπτύσσονται τολμηρά και καθοριστικά η θεωρία και οι πολιτικές επεξεργασίες τακτικής και στρατηγικής.Δημιουργούνται και ισχυροποιούνται εργατικά κόμματα, συνδικαλιστικές οργανώσεις, συνεταιρισμοί, σωματεία αλληλεγγύης.

Εκδηλώνονται επαναστατικοί εργατικοί αγώνες: διαδηλώσεις στους δρόμους, αποφασιστικές απεργίες, θυσίες και αίμα. Αυτό το τριπλό μείγμα στην αλληλεπίδραση του, με καθοριστικό τη στρατηγική παρέμβαση της Αριστεράς,οδηγεί την κούρσα των εξελίξεων στο εργατικό κίνημα. Στην τότε εποχή της μετάβασης από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία ως κυρίαρχης μορφής εκμετάλλευσης και στο τέλος της κρίσης, το κίνημα επιβάλλει σημαντικές νίκες και στο ύψος των μισθών, σε Γαλλία, Γερμανία, κατά 25%, Αγγλία κατά 37%, και στο χρόνο εργασίας, και στην ψήφιση σπουδαίων κοινωνικών νόμων που αφορούν το χρόνο εργασίας, την εβδομαδιαία αργία, την υγιεινή και ασφάλεια τη σύνταξη.

Στην κρίση του 29 -45, μετά τη “στροφή” του 1937, την πολιτική των αντιφασιστικών μετώπων, το εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα ανακτούν τη δυναμική τους, η οποία όμως αυτοπεριορίζεται στο τρίπτυχο: “Αναγέννηση της αστικής δημοκρατίας, Περιορισμός των μονοπωλίων, Εθνική Ανεξαρτησία- Λαϊκή Δημοκρατία” όπως καθορίστηκαν στο 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Ωστόσο η ειδική δυναμική του αντιφασιστικού κινήματος, η εσωτερική “ανεξέλεγκτη” δυναμική που προσδίδει το κύρος της πρόσφατης ακόμα Οκτωβριανής Επανάστασης, ο πολλαπλασιασμός της δύναμης και του κύρους των κομμουνιστικών κομμάτων, ξεπερνούν στην πράξη τους περιορισμένους στόχους των κομμουνιστικών κομμάτων.

Δημιουργούν έναν τέτοιον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων που αναγκάζουν την αστική τάξη να διαχειρισθεί πολιτικά το οικονομικό ζήτημα. Να επιλέξει την πολιτική του κράτους πρόνοιας και των κοινωνικών παροχών, η οποία συνοδεύεται από τη νεοαποικιοκρατία και τη σύγχρονη  εκμετάλλευση της εργατικής τάξης.

Οι  κοινωνικές παροχές της χρυσής τριακοπενταετίας που, αρχίζουν να ξηλώνονται από το τέλος της δεκαετίας του 1980, στην ουσία ήταν κατακτήσεις του κινήματος που υπήρχε και κυρίως του κινήματος που μπορούσε να υπάρξει, της δυναμικής που φώλιαζε εντός του.

Ο περασμένος αιώνας σφραγίστηκε από την πρώτη, κοσμοϊστορικής σημασίας ανολοκλήρωτη απόπειρα της Οκτωβριανής Επανάστασης, που πραγματοποιείται στο μεταίχμιο των δύο εποχών του καπιταλισμού.

Χαράχτηκε από σειρά μεγαλειωδών  αντιαποικιακών, εθνικοαπελευθερωτικών εξεγέρσεων. Από την έκβαση των προλεταριακών επαναστάσεων στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ουγγαρία, και την Κίνα.

Είναι επομένως μια εποχή ποιοτικής όξυνσης, σε σχέση με το προηγούμενο στάδιο, των  ενδοιμπεριαλιστικών  ανταγωνισμών  και της σύγκρουσης ανάμεσα στον  κυρίαρχο μονοπωλιακό πλέον καπιταλισμό και το εργατικό κίνημα με τις σύμμαχες λαϊκές δυνάμεις.

Είναι όμως και μια εποχή εγκατάλειψης στην πράξη της στρατηγικής του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, σ’ Ανατολή και Δύση, που οδήγησε τελικά και στην ποιοτική οπισθοδρόμηση  των  συσχετισμών ανάμεσα  στην αστική και στην εργατική πολιτική.  Πάνω απ’  όλα όμως είναι μια εποχή στην οποία, οι  οξύτατες ταξικές αναμετρήσεις αν και δεν  έφεραν τελικά την επικράτηση της ανώτερης κοινωνικής συγκρότησης, συσσώρευσαν μια σειρά νέα χαρακτηριστικά στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις  παραγωγής, στο διεθνές σύστημα, στην πολιτική και πολιτιστική αντιπαράθεση, στις αντικειμενικές προϋποθέσεις ωρίμανσης του επαναστατικού κινήματος. Και τελικά οδήγησαν  τον κυρίαρχο καπιταλισμό στη σημερινή νέα ιστορική βαθμίδα του που μπορεί να αποδειχθεί και η τελευταία του.

Η ιστορία επομένως αποδεικνύει πλέον πως όπου με τον επαναστατικό εργατικό αγώνα σπάει η μοιρολατρία των μαζών, η αστική τάξη αναγκάζεται σε μεγαλύτερες ή μικρότερες, διαφιλονικούμενες διαρκώς παραχωρήσεις, οι οποίες όχι μόνο δεν σταματούν την ταξική πάλη, αλλά αντίθετα τη βαθαίνουν. Δημιουργούν ρήγματα. Και  επάνω σε αυτά τα ρήγματα διαμορφώνεται το πρόσφορο έδαφος για τη διείσδυση της απελευθερωτικής – επαναστατικής ιδεολογίας σε πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης.

Το συμπέρασμα αυτό ισχύει πολλαπλά στη σημερινή πραγματικότητα του διάχυτου φόβου και της αναγεννώμενης ελπίδας.

 Η τακτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής

german_euro_633_355-530x297Η δεύτερη άμεση πρόταση, η τακτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής έχει ως βασικό ζητούμενο την πάλη για την ήττα και ανατροπή της βάρβαρης επίθεσης του κεφαλαίου, την ήττα της σημερινής υπεραντιδραστικής ανασυγκρότησής του με στόχο και μέτρο την προσέγγιση της επανάστασης.

Ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας της επιβάλλεται από την ουσία του καπιταλισμού της εποχής μας, το βάθος και τον ιστορικό χαρακτήρα της κρίσης, από το περιεχόμενο και τους φορείς της επίθεσης που παρατάσσονται συνασπισμένοι απέναντι στο λαό, παρά τις δευτερεύουσες αντιθέσεις τους. Η επαναστατική της ουσία υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι η ανατροπή της βάρβαρης επίθεσης και η ήττα της τόσο κρίσιμης για την επιβίωση του συστήματος υπεραντιδραστικής ανασυγκρότησης του κεφαλαίου θα κλονίσει αντικειμενικά την αστική κυριαρχία.

Ως συμπυκνωμένο άμεσο πολιτικό στόχο έχει τη συγκέντρωση ισχυρών δυνάμεων από το χώρο της εργασίας και του πνεύματος για να επιφέρει καθυστερήσεις, ρωγμές ανατροπές ουσίας. Στην πολιτική απόσπασης υπεραξίας και εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, Στις διεθνείς σχέσεις του καπιταλισμού με βασικό κόμβο την αποδέσμευση από την ΕΕ ακριβώς γιατί αυτή συμπυκνώνει όχι σε κάποια άλλη ιδεατή αλλά στη σημερινή συγκυρία το σύνολο σχεδόν των αντιθέσεων και διαχωρίζει την αστική από την προλεταριακή πολιτική.

Σημαντικές πλευρές του επιδιώκεται σταθερά να επιβληθούν στις αστικές κυβερνήσεις από το αναγεννώμενο ταξικά εργατικό και λαϊκό κίνημα, το δημιουργούμενου και ενισχυόμενο κόμμα και αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο.

Το πρόγραμμα στην εξέλιξη του και στο σύνολο του (Μονομερής διαγραφή του χρέους, αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από ευρώ και ΕΕ, διώξιμο του ΔΝΤ, της τρόικα και κάθε ευρώ γκαουλαιτερ, έξοδος από το ΝΑΤΟ, πέρασμα στο δημόσιο στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων και τραπεζών χωρίς αποζημίωση των καπιταλιστών και με εργατικό έλεγχο, αναδιανομή του πλούτου σε βάρος του κεφαλαίου, επιβολή ως  νόμου το «δίκιο του εργάτη», ανατροπή συνολικά της αντιδραστικής πολιτικής και η κατεδάφιση από τα κάτω και από αριστερά κάθε αντιλαϊκής κυβέρνησης), μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από την εργατική εξουσία και την κυβέρνησή της.

 Οι επιδιωκόμενες νίκες του εργατικού κινήματος και οι ενδεχόμενες ήττες της αστικής πολιτικής θα έχουν ασταθή χαρακτήρα αφού πραγματοποιούνται στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας.  Αυτές από τη μια θα βρίσκονται έξω από τη γενική ανοχή και αντοχή των νόμων το συστήματος και από την άλλη έξω και από τα αναγκαία όρια της ολοκληρωμένης και σταθερής κατοχύρωσης των εργατικών συμφερόντων.

Η όξυνση αυτής της αντίθεσης θα εξελιχθεί είτε προς την επαναστατική κατάσταση και την επανάσταση είτε προς την ανασύνταξη-αντεπίθεση του αστικού μπλοκ.

Στα πλαίσια αυτά ως πλευρά και δρόμο για τη συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού εργατικού μετώπου προτείνεται το αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής που αποτελεί πρόταση ανάπτυξης των εργατικών-λαϊκών αγώνων. πρόταση μετασχηματισμού του μαζικού αγώνα για τα κοινωνικά-οικονομικά δικαιώματα σε συνολικό πολιτικό εργατικό-λαϊκό κίνημα αντικαπιταλιστικού προσανατολισμού.

Με άμεσο γενικό σύνθημα: «Κοινωνικοποίηση των κερδών και όχι των ζημιών – Την κρίση να πληρώσει το κεφάλαιο που τη δημιούργησε»!

 Οι στόχοι πάλης του έχουν αφετηρία διεκδικήσεις – κόμβους με κριτήριο την αντικειμενική και υποκειμενική οξύτητα με την οποία εμφανίζονται τα κοινωνικά ζητήματα. Η ιεράρχηση τους παίρνει υπόψη τις εναλλασσόμενες εξελίξεις, χωρίς να υποκαθιστά το γενικότερο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Στη σημερινή φάση οι διεκδικήσεις αφορούν: Το δικαίωμα του λαού σε μια αξιοβίωτη ζωή ενάντια στην ανεργία, στην εξαθλίωση, στην εργασία –λάστιχο, στην άμεση οικονομική αστική βία (απλήρωτη δουλειά, κατάργηση συμβάσεων, χαράτσια, κεφαλικοί φόροι, δάνεια, φοροληστεία, πλειστηριασμοί, μαυραγοριτισμός κ.λπ.),στην ανοιχτή εμπορευματοποίηση –εξαθλίωση της υγείας, της παιδείας, της πρόνοιας και της ασφάλισης, για την αποσόβηση της ιδιότυπης εργατικής «γενοκτονίας».

 Κοσμοϊστορικές Αναστατώσεις

image001Η κρίση και η υπεραντιδραστική αστική πολιτική που τη συνοδεύουν επέφεραν κοσμοϊστορικές αλλαγές και αναστατώσεις στο πολιτικό σύστημα. Η ΝΔ έχασε το 50% της δύναμης της. Το ΠΑΣΟΚ αναπνέει διασωληνομένο. Η εικόνα του Φώτη και του Νίκου που περιμένουν στο πάρκο  ως γεροντοκόρες με τις ανθοδέσμες για να τα πούνε ξανά με το Σημίτη αποκαλύπτουν τα όρια και τα αδιέξοδα.

Παρ’ όλα αυτά η αστική τάξη επιμένει με ότι έχει. Ο Σαμαράς επιχειρεί την αναστύλωση του πολιτικού συστήματος μ ένα σαφή βηματισμό ολοένα και δεξιότερα σ όλη την κλίμακα των πολιτικών δυνάμεων. Από την ακροδεξιά που επιχειρεί να την εκσυγχρονίσει σε κυβερνητικό πάγκο ως την Αριστερά.

Όλοι ξέρουμε ότι η ακροδεξιά και  ρατσισμός σαν ρεύμα της κυρίαρχης ιδεολο­γίας και πρακτικής δεν αποσκοπεί στην εξόντωση των μεταναστών, των ανέργων, των μειονοτήτων. Αλλά επιδιώκει την ακόμα πιο χαμηλή διατίμηση και υποταγή της ύπαρξης τους, τη γενικότερη υποταγή και διατίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης στο σύνολο της.

Έτσι και ο σημερινός  πολιτικός ρατσισμός απέναντι στην επίσημη Αριστερά που εκδηλώνεται με τη θεωρία των δύο άκρων, την καταδίκη της βίας από όπου και αν προέρχεται, αποσκοπεί στην παραπέρα διατίμηση της ύπαρξης της, που είναι για το σύστημα εξίσου αναγκαία όσο και η διασφάλιση της υπακοής της.  Με αυτό τον τρόπο και αυτό είναι το πιο σπουδαίο, οι κυρίαρχες δυνάμεις επιχειρούν την υποβάθμιση κυρίως – του μόνου επικίνδυνου για το Σαμαρά και τους επάνω- του ρόλου και της πολιτικής προοπτικής της ίδιας της πάλης της εργατικής τάξης για τον εαυτό της.

Για μας γίνεται όλο και πιο φανερό ότι όπως στα τέλη της δεκαετίας του ’60 το λαϊκό πολιτικό ένστικτο προέβλεψε τα συμπτώματα της τότε επερχόμενης κρίσης,  σήμερα το οικονομικό και πολιτικό ένστικτο της αστικής τάξης διακρίνει πιο έγκαιρα τις επερχόμενες μεγάλες και βαθιές πολιτικές αναστατώσεις.

Σ’ αυτά τα πλαίσια οι κυρίαρχοι κύκλοι θα είναι αναγκασμένοι όχι μόνο να ανέχονται αλλά και να χρειάζονται όλο και περισσότερο μια διατιμημένη επίσημη Αριστερά.

 Μια Αριστερά, που να διατηρεί σχέσεις πιο αυθεντικής επικοινωνίας με τις «επικίνδυνες» κοινωνικοπολιτικές περιοχές, με την προϋπόθεση της «νομιμοφροσύνης» της όσον αφορά τον κυρίαρχο προσανατολισμό της.

Εντούτοις τα πράγματα δεν γίνονται με κουμπιά. Η επερχόμενη μεταβατική περίοδος θα αποτελέσει την αφετηρία ακόμα μεγαλύτερων κοινωνικών και ιδιαίτερα πολιτικών και ιδεολογικών αναπροσαρμογών.

Η διαπάλη και η δοκιμασία δεν θα είναι καθόλου απλή. Κάτω από τα συνεχή πυρά ενός αδιάπτωτου πολιτικού ρατσισμού, σε συνδυασμό με μια πλατιά γκάμα από νουθεσίες, εκβιασμούς, έκτακτες προσφορές, και πολιτική τρομοκρατία, η Αριστερά παίρνει μέρος στις αναμετρήσεις που έρχονται διακρινόμενη στα τρία βασικά ιστορικά της ρεύματα.

Το μέτωπο της ανεξάρτητης Αριστεράς, είναι εκείνο το ρεύμα που εκφράζει πάνω απ όλα την τάση του κινήματος να προβάλει το στόχο της επαναστατικής κατάργησης του υπάρχοντος συστήματος σαν τη μοναδική συνολική ρεαλιστική διέξοδο από τη σκοπιά των εργαζομένων. Και γιαυτό είναι εκείνο το ρεύμα που μπορεί και πρέπει να γονιμοποιεί τον αγώνα για να φάει ψωμί ο κόσμος της εργασίας και της ανεργίας, να ενώνει τις αγωνιζόμενες δυνάμεις στη δράση,  εκεί στα πεδία των υπαρκτών αναμετρήσεων και τολμηρών αναζητήσεων.

Είναι το ρεύμα που δέχεται τις πιο ισχυρές πιέσεις από την επίδραση των αντεπαναστατικών συσχετισμών.

Είναι όμως τελικά το ρεύμα που πιστεύει βαθιά πως «μέσα στον ανεμοστρόβιλο της εκμετάλλευσης και της μάχης με την εκμετάλλευση, μέσα στο συνολικό αποτέλεσμα της ιστορίας, που έχει άπειρους δημιουργούς και χορηγούς, ηγεμόνες και κατακτητές, αλλά κανέναν τελικό αποκλειστικό ιδιοκτήτη (Κ.Τ.)»,  «τακτικοί ελιγμοί χωρίς στρατηγική είναι ο μεγάλος θόρυβος πριν από τη σίγουρη ήττα, ενώ στρατηγική με τακτικούς ελιγμούς είναι ο μόνος δρόμος για τη νίκη.( Σουν Τζου)»

 

 

 

 

 

 

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: