RSS Feed

Ο ΓΚ. ΛΟΥΚΑΤΣ ΚΑΙ Η ΟΥΓΓΡΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

του Θανάση Καμπαγιάννη

περιοδικό «Σοσιαλισμός από τα κάτω» Οκτ-Νοέμβ 2009

 ο Γκέοργκ Λούκατς και η Ουγγρική Επανάσταση

 Lukacs_1917--RecroppedΓιατί άλλη μια συζήτηση για μια επανάσταση που χάθηκε, όπως είναι η Ουγγαρία του 1919; Δεν κινδυνεύει να είναι ίδια όπως με τόσες άλλες επαναστάσεις που παίχτηκαν και χάθηκαν στο Μεσοπόλεμο, και μάλιστα με λίγο πολύ το ίδιο σενάριο; Με καθορι­στικό ρόλο δηλαδή στην ήττα της επανά­στασης την απουσία του υποκειμενικού παράγοντα, του επαναστατικού κόμμα­τος;

Κι όμως η συζήτηση για την Ουγγαρία του 1919 έχει σημασία. Ένα από τα βασι­κά ιδεολογήματα το 1989, στη διάρκεια της κατάρρευσης των σταλινικών καθε­στώτων, ήταν το «τέλος της ιστορίας». Στην πιο εξεζητημένη του μορφή, το συγκεκριμένο επιχείρημα υποστήριζε ότι η τελευταία μεγάλη ιστορική πρωτοβου­λία για την αλλαγή των ανθρώπινων κοι­νωνιών ήταν αυτή της ανερχόμενης αστι­κής τάξης, που συγκρούστηκε με τη φεου­δαρχία για να ανατείλει η εποχή του καπιταλισμού. Η πρωτοβουλία αυτή -που πραγματικά μεταμόρφωσε τις ανθρώπινες κοινωνίες από το 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα – υποτίθεται ότι ήταν η τελευταία στο είδος της. Το «τέλος της ιστορίας» σήμαινε για τους θεωρητικούς του ότι δεν μπορεί μια τάξη άλλη από την αστική -η εργατική τάξη πιο συγκεκριμέ­να – να αναλάβει την πρωτοβουλία για το πέρασμα από τον καπιταλισμό σε ένα διαφορετικό κοινωνικό σύστημα.Κι όμως η υπενθύμιση του κύματος των επαναστάσεων που συγκλόνισαν τον κόσμο στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι μια τέτοια ιστορική πρωτοβουλία δεν είναι απλώς εφικτή, αλλά έχει ήδη ως απόπει­ρα πραγματοποιηθεί. Αυτή η πρωτοβου­λία ξετυλίχτηκε στο Μεσοπόλεμο από την εργατική τάξη και δεν αφορούσε μονάχα κάποιες περιορισμένες και «ειδικές» περιπτώσεις, αλλά πολλές χώρες, ανάμε­σα τους και την Ουγγαρία του 1919.

Ένας ακόμα λόγος γιατί αξίζει η συζή­τηση για την ουγγρική επανάσταση του 1919 είναι γιατί μας υπενθυμίζει ότι ο καπιταλισμός παράγει αστάθεια, ότι ο καπιταλισμός αποσταθεροποιεί ακόμα και τα πιο φαινομενικά πανίσχυρα καθε­στώτα, όπως ήταν τότε τα καθεστώτα των Αψβούργων της Αυστροουγγαρίας ή του Τσάρου στη Ρωσία ή του Κάιζερ στη Γερ­μανία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις έχουμε καθεστώτα που αποσταθεροποιή­θηκαν μέσα από το τι σήμαινε η ανάπτυ­ξη του καπιταλισμού και οι συνέπειες του ιμπεριαλισμού. Είναι ένα χαρακτηριστι­κό που ο Μαρξ το τόνισε από αρκετά νωρίς, ήδη από το Κομμουνιστικό Μανι­φέστο, όπου περιέγραφε ότι στο νέο κοι­νωνικό σύστημα «ο,τιδήποτε είναι σταθε­ρό λυώνει σαν τον πάγο».

Η Ουγγαρία ήταν κομμάτι της μεγάλης Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, που άρχισε να βιώνει τις συνέπειες της καπι­ταλιστικής ανάπτυξης με τη δημιουργία νέων αστικών τάξεων, που η καθεμιά μέσα από τον δικό της εθνικισμό διεκδι­κούσε τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης «εθνικής εστίας», ενός δικού της σύγχρο­νου αστικού κράτους. Όμως η εμφάνιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σήμαινε και τη δημιουργία μιας νέας εργατικής τάξης στην Ουγγαρία, που έφτιαξε συνδικάτα, δημιούργησε τα δικά της κόμματα – εν προκειμένω το Σοσιαλ­δημοκρατικό Κόμμα Ουγγαρίας – και ξεκίνησε να παίζει αυτόνομο ρόλο στην κοινωνική και πολιτική σκηνή των αρχοίν του 20ού αιώνα.

 Η Ουγγρική Επανάσταση

 imagesΤο ιστορικό της Ουγγρικής Επανάστα­σης δεν θα μας απασχολήσει αναλυτικά εδώ.1 Αυτό που πρέπει να έχουμε υπόψιν είναι η διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας μέσα από την πολεμική ήττα και τις κοινωνικές επαναστάσεις, και η δημιουργία του εθνικού κράτους της Ουγγαρίας τον Οκτώβρη του 1918. Η απογοήτευση των μαζών από τον πόλεμο, η εκρηκτική επανεμφάνιση του εργατι­κού κινήματος, αλλά και η έμπνευση που έδινε η Ρώσικη Επανάσταση σήμαναν κοινωνική αποσταθεροποίηση στο νεαρό κράτος, μαζί και τη δημιουργία ενός μικρού αλλά ραγδαία αναπτυσσόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος με ηγέτη τον Μπέλα Κουν.

Το ΚΚ ανέπτυξε την επιρροή του πλαγιοκοπώντας την κυβέρνηση Καρόλυι, που στηριζόταν από το σοσιαλδημοκρατι­κό SDΡ και που δεν είχε καταφέρει να δώσει καμία λύση στα οξυμμένα κοινωνι­κά προβλήματα που είχε γεννήσει ο πόλε­μος. Όταν τον Μάρτη του 1919 τα στρα­τεύματα της Αντάντ έφτασαν στις πύλες της Βουδαπέστης και απαίτησαν την κατοχή της χώρας, η κυβέρνηση Καρόλυι κατέρρευσε. Στο σημείο αυτό, οι σοσιαλ­δημοκράτες πρότειναν στο ΚΚ (τους ηγέ­τες του οποίου είχαν κλεισμένους στη φυλακή!) το σχηματισμό κοινής – μάλιστα σοβιετικής! – κυβέρνησης. Ήταν η μεγα­λύτερη παραδοχή ότι μόνο τα εργατικά συμβούλια που ήταν ακόμα υπό σοσιαλ­δημοκρατική επιρροή, αλλά με έντονη την παρουσία των κομμουνιστών, μπορούσαν να ασκήσουν την εξουσία.

Το ΚΚ δέχτηκε την πρόταση. Προχώ­ρησε μάλιστα στη διάλυση των οργανώ­σεων του, στη συγχώνευση με το SDP και τη δημιουργία κοινής κυβέρνησης με Υπουργό Εξωτερικών Υποθέσεων τον Μπέλα Κουν. Το ΚΚ αντικατέστησε έτσι την επώδυνη διαδικασία αλλαγής των ιδεών των εργατικών μαζών μέσα στο καμίνι των πραγματικών μαχών, με την τεχνητή συγκόλληση δύο πολιτικών γρα­φείων και την δημιουργία μιας κυβέρνη­σης μόνον κατ’ όνομα σοβιετικής.

Όμως, η νέα κυβέρνηση δεν έκανε εκείνες τις κρίσιμες επιλογές που θα της έδιναν το απαιτούμενο κοινωνικό βάθος για να φέρει σε πέρας τις μάχες, όπως έγινε στη Ρωσία. Έτσι, για παράδειγμα, η κυβέρνηση εθνικοποίησε τα αγροκτή­ματα, αλλά δεν τα μοίρασε στους αγρό­τες, που παρακολούθησαν έτσι απαθείς τη σύγκρουση των Κόκκινων με τους Λευκούς. Το ίδιο συνέβη και με τα δικαι­ώματα των καταπιεσμένων εθνοτήτων, τα οποία ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν μέχρι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Οι συνέπειες αυτών των επιλογών ήταν αιματηρές.

Η συμμαχία σοσιαλδημοκρατών και κομμουνιστών κατέρρευσε και μέσα σε 130 μέρες τα στρατεύματα της Αντάντ εισέβαλαν στη Βουδαπέστη. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια αιματοβαμμένη αντεπανάσταση υπό την ηγεσία του Ούγ­γρου Ναυάρχου Χόρτυ και ένα πογκρόμ κατά των Εβραίων και των κομμουνιστών της Ουγγαρίας. Οι κομμουνιστές θα σκορπίσουν στα τέσσερα σημεία του ορί­ζοντα. Θα παίξουν σημαίνοντα ρόλο στο κομμουνιστικό κίνημα και την Τρίτη Διε­θνή, αλλά με το εθνικό τους κίνημα τσακι­σμένο από την αντεπανάσταση.

 Ο μαρξισμός του Γκέοργκ Λούκατς

 images-3Τον Μάρτη του 1919, όταν γίνεται η συγκόλληση του ΚΚ με τους σοσιαλδημο­κράτες και εγκαθιδρύεται η κοινή κυβέρ­νηση, η εφημερίδα του ΚΚ πανηγυρίζει. Το κύριο άρθρο της εφημερίδας με τίτλο «Κόμμα και κοινωνική τάξη» γράφει χαρακτηριστικά:

«Το κόμμα των σοσιαλδημοκρατών στήριξε σήμερα απόλυτα τη δραστηριότη­τα του στο κομμουνιστικό, μπολσεβίκικο πρόγραμμα. Μόνο το γεγονός ότι τα κόμ­ματα του προλεταριάτου συνενώθηκαν, ότι η ταξική ενότητα του προλεταριάτου εκφράστηκε και στην ενότητα του κόμμα­τος, έδωσε την εξουσία στο προλεταριάτο δίχως μάχη, δίχως να χυθεί αίμα… Οι δύο απόψεις (σοσιαλδημοκρατικές και κομ­μουνιστικές) που έμοιαζαν να αλληλοαποκλείονται, ενώνονται σε μια ενότητα ανώτερη. Και αυτή η ανώτερη ενότητα είναι το προλεταριάτο ενωμένο σαν κυρίαρχη τάξη μέσα στην κοινωνία».2

Αυτά τα λόγια ανήκουν στον διευθυντή της εφημερίδας του ΚΚ, που ήταν ο Γκέ­οργκ Λούκατς. Ο Λούκατς ήταν ένας νεαρός διανοούμενος, εβραϊκής καταγω­γής, με κύρια ασχολία στα χρόνια της νιό­της του ζητήματα τέχνης, πολιτισμού και φιλοσοφίας. Ο Λούκατς (που συμμετείχε στην επανάσταση ως Κομισάριος Κουλ­τούρας) θα φύγει από τη Βουδαπέστη το καλοκαίρι του 1919, όταν θα ολοκληρω­θεί η αντεπανάσταση, και θα ταξιδέψει σε πολλά μέρη της Ευρώπης, τη Βιέννη, τη Μόσχα και αλλού. Τα επόμενα χρόνια, αναστοχαζόμενος την εμπειρία της ουγ­γρικής επανάστασης, θα αλλάξει ριζικά τις απόψεις του πάνω στην επαναστατική διαδικασία, τη συνείδηση και το επανα­στατικό κόμμα.

Αυτή η αλλαγή, η διαδικασία της μετά­βασης από ιδέες όπως το παραπάνω από­σπασμα σε μια νέα αντίληψη (επηρεα­σμένη καταλυτικά από τους μπολσεβί­κους του Λένιν και του Τρότσκι), σώζεται στα διαδοχικά κείμενα του, με σημαντι­κότερο το έργο «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση». Το βιβλίο αυτό περιέχει ανάγλυφα την αλλαγή των ιδεών του Λούκατς, καθώς πρόκειται για σειρά άρθρων και δοκιμίων, με εμφανή τη δια­φοροποίηση χρόνο με το χρόνο. Σαν συμπλήρωμα και επιστέγασμα αυτής της μετάβασης, ο Λούκατς δημοσιεύει το 1924, την χρονιά του θανάτου του Λένιν, ένα κείμενο με τίτλο «Η Σκέψη του Λένιν», που σηματοδοτεί την ολοκλήρω­ση της στροφής των κομμουνιστών ηγε­τών της επανάστασης του 1919 προς τη μεριά των μπολσεβίκων.

Το «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» είναι ένα δύσκολο κείμενο, επηρεασμένο από τις φιλοσοφικές συζητήσεις, ιδίως από το περιβάλλον των διανοούμενων της κεντρικής Ευρώπης του οποίου ο Λούκατς ήταν κομμάτι. Για την ακρίβεια είναι η προσπάθεια του Λούκατς να ξεκαθαρί­σει τους λογαριασμούς του με τις φιλοσο­φικές του επιρροές, τραβώντας στον κομ­μουνισμό το πιο αριστερό τους κομμάτι. Το μεγαλύτερο δοκίμιο του βιβλίου έχει τίτλο «Η πραγμοποίηση και η συνείδηση του προλεταριάτου» και είναι ενδεικτικό της φιλοσοφικής του μετάβασης.

 Ταξική συνείδηση

6564261_f520-1 Ο Λούκατς ξεκινά θέτοντας το ερώτη­μα γιατί οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι κυρίαρχες, πέρα από το υπαρκτό ζήτημα των ιδεολογικών της μηχανισμών (τα μέσα ενημέρωσης, το εκπαιδευτικό σύστημα, τους θεσμούς, κλπ). Ο Λούκατς συνδέει το επίπεδο της εργατικής συνεί­δησης με την ίδια τη λειτουργία του καπι­ταλιστικού συστήματος. Με το γεγονός δηλαδή ότι το καπιταλιστικό σύστημα μετατρέπει όλες τις σχέσεις σε εμπορεύ­ματα, τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων σε σχέσεις μεταξύ πραγμάτων.

Είναι μια άποψη βαθιά ριζωμένη στο σώμα του μαρξισμού, ιδιαίτερα στο πρώ­ιμο έργο του Μαρξ. Όλες οι αξίες χρήσης υπάρχουν μέσα στον καπιταλισμό μόνον ως αξίες ανταλλαγής, εμφανίζονται μόνο μέσα από το πρίσμα του κόσμου των εμπορευμάτων. Και εμπορεύματα δεν είναι μόνον τα αντικείμενα, αλλά και η ίδια η εργατική δύναμη του κόσμου της δουλειάς, που γίνεται γρανάζι μέσα στην καπιταλιστική μηχανή, έξω από τον έλεγ­χο των άμεσων παραγωγών. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, έλεγε ο Λούκατς, η συνείδηση των εργατών «πραγμοποιείται», παγώνει, γίνεται «ψευδής συνείδη­ση», με συνέπεια οι άνθρωποι να μην αντιλαμβάνονται ότι οι κοινωνικές σχέ­σεις είναι δημιούργημα της δικής τους δράσης, μονάχα που έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο τους. Η εικόνα των οικονομι­κών ειδήσεων λίγο πριν από την πρόγνω­ση του καιρού στα σημερινά τηλεοπτικά δελτία είναι αρκετά ενδεικτική αυτού που περιέγραφε ο Λούκατς.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι η αστική τάξη, παρότι σε αυτήν ανήκε ιστορικά η πρωτοβουλία για τη δημιουργία του σημερινού συστήματος, δεν μπορεί να το αντιληφθεί στην ολότητα του. Κι αυτό γιατί η συνολική κατανόηση της λειτουρ­γίας του σημερινού συστήματος συνεπά­γεται την παραδοχή του πεπερασμένου του χαρακτήρα και της αναγκαιότητας

της ανατροπής του. Αυτή η αξεδιάλυτη αντίφαση έχει επίδραση στην αστική φιλοσοφία. Τα όρια της αστικής φιλοσο­φίας είναι είτε ο ιδεαλισμός (η ερμηνεία δηλαδή της πραγματικότητας με βάση αφηρημένες ιδέες) είτε ένας ορθολογι­σμός που θρυμματίζει την ολότητα σε απέραντες εξειδικεύσεις. Το αστικό πανεπιστήμιο, με τις ολοένα εξαπλούμενες επιστημονικές ειδικότητες, αλλά με την ολοένα μεγαλύτερη αδυναμία μιας συνολικής ερμηνείας της πραγματικότη­τας, είναι ενδεικτικό αυτής της αντίφα­σης. Οι αντινομίες της αστικής σκέψης ήταν για τον Λούκατς αξεπέραστες.

 Το επαναστατικό κόμμα είναι η ορατή μορφή που παίρνει η συνείδηση του προλεταριάτου

images-1Το τρίτο και τελευταίο σημείο που βάζει ο Λούκατς είναι ότι το προλεταριά­το μπορεί να ξεπεράσει αυτή την αντίφα­ση. Το προλεταριάτο είναι ταυτόχρονα αντικείμενο και υποκείμενο, είναι η τάξη που μπορεί μέσα από την ίδια της τη θέση στην παραγωγή να κατανοήσει στην ολό­τητα της τη λειτουργία του καπιταλιστι­κού συστήματος και να αναλάβει την πρωτοβουλία για την ανατροπή του. Κι αυτό γιατί το εμπόρευμα «εργατική δύνα­μη» δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον ίδιο τον εργάτη (ο Φορντ πάντοτε δια­μαρτυρόταν ότι όποτε ήθελε ένα ζευγάρι χέρια, έπρεπε να προσλάβει έναν άνθρω­πο στο εργοστάσιο του!). Ο άνθρωπος-εργάτης μπορεί μέσα από την ίδια του την εμπειρία να σπάσει τον παραμορφωτικό φακό του κόσμου των εμπορευμάτων και από αντικείμενο της καπιταλιστικής παραγωγής να γίνει υποκείμενο της ανα­τροπής της.

Η μετατροπή της εργατικής τάξης από μια οικονομική κατηγορία (μια «τάξη καθ’ εαυτήν») σε μια τάξη υποκείμενο της ιστορίας, με συνείδηση του ιστορικού της προορισμού (μια «τάξη δι’ εαυτήν», για τον εαυτό της), θα γίνει ξεπερνώντας την «ψευδή συνείδηση» που οι καπιταλι­στικές σχέσεις αναπαράγουν, και φτάνο­ντας στην «ορθή συνείδηση» που αντι­στοιχεί στα πραγματικά ταξικά της συμ­φέροντα. Το πέρασμα από την ψευδή στην ορθή συνείδηση είναι το βασικό καθήκον του επαναστατικού κόμματος, που συμπυκνώνει – όπως το έβαζε και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο – τα ιστορικά συμφέροντα της εργατικής τάξης στο σύνολο της.

 «Η Σκέψη του Λένιν»

 Μέσα από αυτό το φιλοσοφικό ξεκαθά­ρισμα, ο Λούκατς φτάνει το 1924 να γρά­ψει τη «Σκέψη του Λένιν», ένα από τα κλασικότερα κείμενα του επαναστατικού μαρξισμού. Στη «Σκέψη του Λένιν», ο Λούκατς στοχάζεται πάνω στις αλλαγές που συνεπάγεται για τον μαρξισμό η Οκτωβριανή Επανάσταση. Ένας και­νούργιος μαρξισμός ανέτειλε μέσα από τον Οκτώβρη, διαφορετικός από τον «ορθόδοξο» μαρξισμό του Κάουτσκυ και της Β’ Διεθνούς, όπου η τύχη της επανά­στασης αφηνόταν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που ντετερμινιστικά θα έφερνε τον σοσιαλισμό. Ο Οκτώβρης δημιούργησε μια νέα, «ακτιβίστικη» εκδοχή μαρξισμού, που ο Λένιν την έκανε θεωρία και πράξη και ο Λούκατς προσπα­θεί να τη συνοψίσει στα εξής σημεία.

Καταρχήν, η ουσία της σκέψης του Λένιν είναι η επικαιρότητα της επανά­στασης. Αυτό σημαίνει πως, μετά τον Οκτώβρη, υπάρχουν οι προϋποθέσεις να συζητήσουμε για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, πως η επα­νάσταση είναι στην ημερήσια διάταξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επανάσταση είναι επίκαιρη κάθε μέρα, αλλά ότι οι επαναστάτες χειρίζονται κάθε «καθημε­ρινό πρόβλημα» του εργατικού κινήματος σαν ένα κομμάτι μιας αλυσίδας που οδη­γεί στην επαναστατική ανατροπή. Το δεύτερο σημείο είναι ότι το προλεταριάτο έχει οριστικά διαφοροποιηθεί από τον «λαό» των αστικών επαναστάσεων. Το προλεταριάτο αναδείχτηκε ιστορικά σε ηγετική τάξη της επανάστασης και κάθε λαϊκού κινήματος.

Το τρίτο σημείο είναι το ζήτημα του κόμματος. Γιατί, αναρωτιέται ο Λούκατς, εφόσον έχουμε διακηρύξει την επικαιρό­τητα της επανάστασης, υπάρχει η ανα­γκαιότητα ενός χωριστού επαναστατικού κόμματος; Ο λόγος είναι ότι το επανα­στατικό κόμμα είναι η ορατή μορφή που παίρνει η συνείδηση του προλεταριάτου, είναι το κομμάτι εκείνο της τάξης που έχει ξεπεράσει την πραγμοποιημένη συνείδηση και γνωρίζει τον ιστορικό του προορισμό. Μέσα όμως στην εργατική τάξη, υπάρχουν και άλλα κομμάτια, με διαφορετικά επίπεδα συνείδησης, που σπρώχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εκτός από το κομμουνιστικό κόμμα και τους πρωτοπόρους εργάτες που το απαρτίζουν, υπάρχουν κομμάτια με καθυστερημένη συνείδηση, υπάρχουν τμήματα που απαρτίζουν την εργατική γραφειοκρατία και που προσδοκούν στη διατήρηση και βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου με μεταρρυθμιστικά μέσα και συντεχνιακές διεκδικήσεις. Στο εσω­τερικό της τάξης, διεξάγεται μια ολόκλη­ρη πάλη, ιδεολογική, πολιτική και οργα­νωτική ανάμεσα σε αυτά τα διαφορετικά κομμάτια. Το σχήμα δεν είναι «ένα κόμμα = μία τάξη», αλλά μία τάξη που τη συνέχουν και τη διαμορφώνουν πολλά κόμματα και κομμάτια με διαφορετικά επίπεδα συνείδησης. Άρα, στη σκέψη του Λένιν, το ίδιο το κόμμα δεν είναι απλώς ένα εργαλείο. Συμμετέχει ενεργά σε αυτή την πάλη, μεταμορφώνεται μέσα από αυτή. «Δεν είναι, αλλά γίνεται».

Το τέταρτο σημείο είναι αυτό του κρά­τους και της δημοκρατίας. Η αστική δημοκρατία δεν είναι πραγματική δημο­κρατία για τους εργάτες. Είναι ο τρόπος με τον οποίον οι αστοί αποδιοργανώνουν την εργατική τάξη, την ενότητα της, τη συνοχή της, τη συγκρότηση της. Ο μόνος τρόπος για την πραγματική συγκρότηση της εργατικής τάξης δεν είναι μέσα από την δημοκρατία του αστικού κοινοβουλί­ου, αλλά μέσα από τη δημοκρατία των σοβιέτ. Τα σοβιέτ υπερβαίνουν τον κατα­μερισμό σε συνδικαλιστικές και πολιτικές διεκδικήσεις, αποκαθιστούν την ενότητα της τάξης και την κάνουν να εμφανίζεται σαν αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή το υποκείμενο της ιστορίας και της επα­ναστατικής ανατροπής.

Το τελευταίο σημείο είναι το ζήτημα του επαναστατικού ρεαλισμού. Η ουσία του λενινισμού είναι μια πολιτική που σπρώ­χνει τα πράγματα προς την επανάσταση, κάνοντας όμως κάθε φορά «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Ο λενινισμός δεν είναι δόγμα ή συρραφή από τσιτάτα, αλλά μέθοδος, που αντιλαμ­βάνεται ολόκληρη την αλυσίδα των γεγο­νότων, εντοπίζει τον κρίσιμο (τον «αδύνα­το») κρίκο της αλυσίδας και ρίχνει όλο το βάρος στο σπάσιμο αυτού του κρίκου, την ίδια στιγμή που δεν χάνει από τα μάτια του την συνολική εικόνα.

 Υποχώρηση

images-5Η υποχώρηση της επαναστατικής πλημμυρίδας στα μέσα της δεκαετίας του ’20 σήμανε και την υποχώρηση του επα­ναστατικού μαρξισμού και την αναίρεση όλων αυτών των επιλογών που περιγρά­φει ο Λούκατς στη «Σκέψη του Λένιν». Στην Τρίτη Διεθνή του Στάλιν, η επικαι­ρότητα της επανάστασης αντικαταστάθη­κε από τη θεωρία των σταδίων. Η εργατι­κή τάξη υποτάχτηκε πάλι σε θέση κομπάρσου στα «λαϊκά μέτωπα» με σκοπό την προσέλκυση του δημοκρατι­κού (ή αντιμονοπωλιακού) κομματιού της αστικής τάξης. Η αστική δημοκρατία έγινε ξανά το όριο της δράσης των εργα­τικών κομμάτων.

Στο ζήτημα του κόμματος, η σταλινική πολιτική κυριολεκτικά ανέτρεψε όλες τις παραδόσεις του μπολσεβικισμού. Το κόμμα πλέον αυτοανακηρύσσεται επανα­στατικό, ως ο μοναδικός πολιτικός φορέ­ας της εργατικής τάξης. Πλήρης αντίθεση δηλαδή με την σκέψη του Λένιν (και του Λούκατς), όπου το επαναστατικό κόμμα είναι μεν η μνήμη της τάξης, αλλά ταυτό­χρονα είναι δημιούργημα μιας διεργα­σίας στην οποία αλληλεπιδρά και εγκολπώνεται τις νέες πρωτοπορίες που γεννά το κίνημα με τη δράση του. Γι’ αυτό το λόγο το κόμμα του Λένιν στηρίζει τα αυθόρμητα κινήματα, ενώ το κόμμα του Στάλιν, αφού έχει αυτοβαφτιστεί «ταξικά πρωτοπόρο», καταγγέλλει τις εξεγέρσεις ως «τυχοδιωκτικές προβοκάτσιες».

Το τελευταίο ζήτημα είναι αυτό του ρεαλισμού, του οποίου έπεσε θύμα και ο ίδιος ο Λούκατς. Η νίκη του Στάλιν στη Σοβιετική Ένωση και η υποχο5ρηση του κινήματος σήμανε πως ο Λούκατς συμβι­βάστηκε με την νέα κατάσταση, όπως το κάνανε πολλοί επαναστάτες στα τέλη της δεκαετίας του ’20, έστω κι αν γνώριζαν το μέγεθος της ανατροπής που συντελούταν. Ο Λούκατς αναγκάστηκε το 1929 να απο­κηρύξει τις ιδέες που είχε υπερασπιστεί τα προηγούμενα χρόνια και να παραμεί­νει σιωπηλός απέναντι στη γραφειοκρα­τία, βαφτίζοντας τις πρώιμες ιδέες του «επαναστατικό μεσσιανισμό» από τον οποίον «έπασχε», για να θεραπευτεί στη συνέχεια. Κι όμως, ο επαναστατικός ρεα­λισμός του Λένιν δεν είχε καμία σχέση με τον «ρεαλισμό» του Στάλιν. Ηταν επανα­στατικός, σε αντίθεση με τα τυχοδιωκτικά ζιγκ-ζαγκ της σταλινικής γραφειοκρατίας που έβαζε πάνω απ’ όλα την αυτοσυντή­ρηση της.

Ο Μichel Lowy στο κείμενο του με τίτλο «Ο Λούκατς και ο σταλινισμός» (εκδόσεις Έρασμος) περιγράφει την πορεία αυτού του συμβιβασμού, αλλά και την επιστροφή του Λούκατς στις πρώιμες ιδέες του κατά το τέλος της ζωής του, από το 1956 και μετά και ιδίως το 1968, όταν μια καινούργια γενιά αγωνιστών ξανά­πιασε το νήμα της θεωρίας και της πρά­ξης του επαναστατικού μετασχηματι­σμού. Όμως δεν είναι γι’ αυτό που αξίζει να γυρίσουμε στον Λούκατς. Είναι γιατί τα κείμενα του, το «Ιστορία και Ταξική συνείδηση» (που πρόσφατα επανακυκλο­φόρησε στα ελληνικά) και η «Σκέψη του Λένιν», είναι το απόσταγμα της δράσης των εξεγερμένων εργατών της Βουδαπέ­στης. Η επανάσταση τους μπορεί να χάθηκε. Αλλά τα διδάγματα από τη δράση τους μέστωσαν στη σκέψη επανα­στατών όπως ήταν ο Λούκατς. Η επιστρο­φή στον Λούκατς είναι μια παρακαταθή­κη ότι αυτοί οι αγώνες μπορούν να δικαι­ωθούν, γονιμοποιώντας το σημερινό κίνημα ενάντια στον καπιταλισμό.

1.  Για μια πιο εκτεταμένη εξιστόρηση, βλ. στην Εργατική Αλληλεγγύη, νο. 860, στο άρθρο «Η επανάσταση στην Ουγγαρία», σελ. 13.

2.    Γκέοργκ Λούκατς, Τακτική και Ηθική, εκδό­σεις Γρηγόρη, Αθήνα 1982, σελ. 86,90.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: