RSS Feed

ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΟ ΝΕΟΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟ

του  Πέτρου Παπακωνσταντίνου

 15-06-2008, εφημερίδα ΠΡΙΝ

Νέος ιστορικός συνασπισμός

ΕΡΓΑΤΕΣ – ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ

Μπορεί το ’68 να μην έφερε επαναστάσεις ή έστω επαναστατικές καταστάσεις. Προκάλεσε, όμως, βαθύ κλονισμό της  αστικής κυριαρχίας, για πρώτη (και για τελευταία, μέχρι σήμερα) φορά μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι μόνο σε περιφερειακές χώρες, αλλά και σε ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Δημιούργησε ανατρεπτικά γεγονότα -που θα μπορούσαν να είχαν γενικευθεί στα όρια της επαναστατικής κατάστασης, εάν υπήρχε διαφορετικό επίπεδο πολιτικής ωριμότητας και ιδεολογικής προετοιμασίας των αριστερών πρωτοποριών- συμπεριλαμβανομένης της επανεμφάνισης των Εργατικών Σνμβουλίων, από το Ντιτρόιτ μέχρι το Παρίσι και το Τορίνο. Η κυριότερη, ενδεχομένως, ιστορική καινοτομία αυτού του παλλιροϊκού κύματος ήταν ότι έφερε στο προσκήνιο μια νέα κοινωνική συμμαχία εργατών -διανοουμένων, με κοινές μορφές πάλης (γενικές απεργίες, καταλήψεις) και κοινή αναζήτηση, στην κατεύθυνση κάποιου είδους αντιγραφειοκρατικού, αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλισμού. Για πρώτη φορά, φοιτητές και μισθωτά, μεσαία στρώματα που επιτελούν πνευματική εργασία (κυρίως οι κατά Γκράμσι οργανικοί διανοούμενοι, όπως εκπαιδευτικοί, γιατροί, μηχανικοί παραγωγής) προσχωρούν, έστω προσωρινά, δοκιμαστικά και με ταλαντεύσεις, στο αντιιμπεριαλιστικό -αντικαπιταλιστικό μπλοκ, όχι μόνο σε ατομική βάση, ως ταξικοί αποστάτες, όπως ήταν ο κανόνας στις εποχές του Μαρξ και του Λένιν, αλλά en bloc, ως μεγάλες, συγκροτημένες και δυνητικά πλειοψηφικές κοινωνικές ομάδες. Το θυελλώδες ’68, το οποίο στις περισσότερες χώρες υποχώρησε τόσο ξαφνικά όσο είχε ξεσπάσει, άφησε μόνο την πρώτη, φευγαλέα μορφή αυτού του συνασπισμού, σαν την εικόνα που προλαβαίνει να συλλάβει κανείς μακριά, στον ορίζοντα, μέσα σε μια ξαφνική αστραπή που κόβει στη μέση τη νύχτα. Έστω κι έτσι, επρόκειτο για μια πραγματική ιστορική τομή: Η νέα κοινωνική συμμαχία εργατών – διανοουμένων έχει για το σύγχρονο, αναπτυγμένο βιομηχανικά κόσμο την κομβική σημασία που είχε η εργατοαγροτική συμμαχία στη Ρωσία του Λένιν (και εξακολουθεί να έχει και σήμερα, στις περισσότερες χώρες των περιφερειών). Η Νέα Αριστερά δεν γεννήθηκε και δεν πέθανε το 1968 (όσο κι αν αυτό ήταν η πιο εμβληματική χρονιά της) ούτε περιορίστηκε στη Γαλλία. Στην εξαιρετική ποικιλομορφία της, η Νέα Αριστερά αποτέλεσε την πολιτική και ιδεολογική έκφραση ενός μαζικού, κοινωνικού ρεύματος αντικαπιταλιστικών -αντιγραφειοκρατικών αναφορών, που αναστάτωσε τις βιομηχανικά αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες, από τις ΗΠΑ και το Μεξικό, μέχρι την Τσεχοσλοβακία και την Ταϋλάνδη.

Οι κριτικές τοποθετήσεις που θα ακολουθήσουν δεν αναιρούν αυτό το πρωταρχικό συμπέρασμα: Ότι το νέο εργατικό κίνημα του 21ου αιώνα δεν μπορεί να αγνοήσει όλα αυτά τα πεδία παρέμβασης, που σε μεγάλο βαθμό γονιμοποιήθηκαν από τη Νέα Αριστερά, παρά μόνο ακυρώνοντας τις κοινωνικές συμμαχίες του, υπονομεύοντας την ηγεμονία του και ακρωτηριάζοντας την απελευθερωτική του αποστολή.

Οι μεταμορφώσεις διανοουμένων και ιδεολογικών ρευμάτων που συνδέθηκαν με το 1968 συνδέονται με την κυριότερη, ενδεχομένως, ιστορική καινοτομία του: Έφερε στο προσκήνιο μια νέα κοινωνική συμμαχία εργατών – διανοουμένων.

Η Νέα Αριστερά και η πορεία της αποτέλεσαν την πολιτική και ιδεολογική έκφραση των αντιθέσεων αυτής της συμμαχίας.

Από την Αριστερά και τον αριστερισμό, στην ενσωμάτωση και την υποταγή.

Η κυοφορία της συμμαχίας εργατών -διανοουμένων (που μετατρέπεται από δυνατότητα σε πραγματικότη­τα μόνο με τη στρατηγική παρέμ­βαση των πολιτικών πρωτοποριών) σχετίζεται με τους κοινωνικούς μετασχηματι­σμούς στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιτα­λισμού, ιδίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλε­μο. Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους είναι η συρρίκνωση της αγροτιάς και των άλλων παραδοσιακών, μεσαίων στρωμά­των (π.χ. ελεύθεροι επαγγελματίες) με ταυτό­χρονη διόγκωση των νέων, μισθωτών μεσαί­ων στρωμάτων των πόλεων, κυρίως εκείνων που επιτελούν πνευμονική εργασία. Η εκπαι­δευτική έκρηξη και ιδίως η μαζικοποίηοη των πανεπιστημίων είναι μια από τις ση­μαντικότερες εκφράσεις αυτής της τάσης.

Η αναγκαστική μετατόπιση του κε­ντρικού άξονα κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης έχει στρατηγικές επιπτώσεις: Αν η παραδοσιακή, εργατοαγροτική συμμαχία θέτει επί τάπητος τις πολύ σημαντικές αντιθέσεις πόλης – χωριού και κοινωνίας – φύσης, η συμμαχία εργατών – διανοουμένων φέρνει στην πρώτη γραμμή την υπέρβαση του διαχωρισμού πνευματικής και σωματικής εργασίας. Δηλαδή, του βαθύτερου πυρήνα του κοινωνικού καταμερισμού εργα­σίας εν γένει, η υπέρβαση του οποίου συνδέε­ται άμεσα όχι απλά με το εργατικό – αντικαπιταλιστικό κράτος, αλλά με τον ίδιο τον κομ­μουνιστικό μετασχηματισμό. Δεν είναι τυχαία η γοητεία που άσκησε σε μεγάλα τμήματα της διανόησης στη Γαλλία (όπως και σε άλλες μη­τροπόλεις) η Πολιτιστική Επανάσταση της Κίνας. Μια τεράστιας σημασίας απόπειρα, η οποία ανεξάρτητα από τα τυχοδιωκτικά στοι­χεία και τις ακρότητες που κάποτε έφταναν σε βαθμό βαρβαρότητας, έθεσε στο κέντρο α­κριβώς το καίριο πρόβλημα των σχέσεων δια­νόησης – προλεταριάτου, πνευματικής – χει­ρωνακτικής εργασίας, στις συνθήκες της με­ταβατικής κοινωνίας προς το σοσιαλισμό -χωρίς όμως να το λύσει. Ανάμεσα στις ποιοτι­κές αλλαγές που σημαδεύουν το διεθνή καπι­ταλισμό από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ως τις αρχές της δεκαετίας του 70, δύο ξεχωρί­ζουν για τον καθολικό και μακροπρόθεσμο χαρακτήρα τους: Πρόκειται, πρώτον για την επιστημονική – τεχνολογική επανάσταση της Πληροφορικής και της Αυτοματοποίησης και δεύτερον, για το πέρασμα της διεθνούς οικο-

Φ. Νίτσε

Η πιο βασική αρνητική πλευρά της κληρονομιάς της Νέας Αριστεράς ήταν η αποθέωση του ατομισμού

νομίας από τη δυναμική μεγέθυνση και το κοινωνικό κράτος της περιόδου 1945-1973, σε μια χρόνια κρίση υπερσυσσώρευσης που συ­νοδεύεται από την αλλαγή παραδείγματος προς το νεοφιλελευθερισμό. Οι αλλαγές αυ­τές τροφοδοτούν ομόρροπες, ριζοσπαστικές μετατοπίσεις: Από τη μια πλευρά, η εργατική τάξη, ενδυναμωμένη συνδικαλιστικά, οικονο­μικά και πολιτιστικά στις «τρεις ένδοξες» δε­καετίες της σχεδόν πλήρους απασχόλησης, προβάλλει πιο μορφωμένη, πιο απαιτητική, με πλατύτερους ορίζοντες διεκδικήσεων, τό­σο στη σφαίρα της παραγωγής (εργατικός έ­λεγχος, συμμετοχή, αυτοδιαχείριση) όσο και στη σφαίρα της αναπαραγωγής (διακοπές,ποιότητα ζωής, πολιτισμός), ακριβώς τη στιγ­μή που οι προηγούμενες κατακτήσεις αρχί­ζουν να τίθενται σε αμφισβήτηση από την προϊούσα κρίση. Από την άλλη, η υπερδιόγκωση της φοιτητικής και παραγωγικής δια­νόησης οδηγεί στη βαθμιαία υποβάθμιση, στην τάση προλεταριοποίησης τους – όπως ο πληθωρισμός του νομίσματος γεννάει την υ­ποτίμηση του.

Διαμορφώνεται έτσι σταδιακά μια εργατική τάξη πιο «διανοούμενη» από ε­κείνη που περιέγραφαν ο Ντίκενς ή και ο Λόντον και μια διανόηση πιο «εργατική», περισ­σότερο κριτική απέναντι στις παραδοσιακές, αστικές αξίες, κάτι που καθιστά πιο εύκολη τη συνεννόηση και τη σύγκλιση μεταξύ τους. Εκφράζοντας τη συμμαχία πρωτοπόρων τμημάτων της εργατικής τάξης και της διανόησης, η Νέα Αριστερά είχε ιστο­ρική συμβολή στην αριστερή θεωρία και πράξη: Αμφισβήτησε ριζοσπαστι­κά τον καπιταλισμό και το σταλινισμό, αναζητώντας την υπέρβαση και των δύο από τη σκοπιά ενός αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλισμού. Άσκησε καταλυτική κριτική στο ρεφορμισμό, είτε στη σοσιαλδη­μοκρατική εκδοχή του. κεϋνσιανού, κοινωνι­κού κράτους, είτε στην εκδοχή της «προχωρη­μένης, αντιμονοπωλιακής Δημοκρατίας» που πρόβαλαν τα φιλοσοβιετικά και ευρωκομμουνιστικά ΚΚ. Απέρριψε τη γραφειοκρατι­κή χειραγώγηση των μαζών από το κόμμα -παντογνώστη – κοινωνικό αρχιτέκτονα. Κλό­νισε την παράδοση του τεχνοκρατισμού – οι­κονομισμού, κοινό παρονομαστή στην κληρο­νομιά της Δεύτερης Διεθνούς και της μεταλενινιστικής Σοβιετικής Ένωσης, ιδίως από τον Χρουστσόφ και μετά. Άνοιξε καινούργια πε­δία αντικαπιταλιστικής κριτικής και πάλης σε μέχρι τότε υποτιμημένες, ιδίως απο το ρεφορ­μιστικό εργατικό κίνημα, περιοχές όπως το γυναικείο ζήτημα, το περιβάλλον, η πόλη, οι φυλετικές μειονότητες, οι φυλακισμένοι, η κοινωνία του θεάματος κ.ά.

Μετά την ξαφνική παλίρροια του 1968, η άμπωτις άφησε οτη στεριά κάθε είδους πολι­τικά ναυάγια και άδεια κοχύλια. Δεν ήταν η πρώτη ούτε η τελευταία φορά στην ιστορία, όπου η υποχώρηση ενός ριζοσπαστικού ρεύ­ματος επέτρεψε στον καπιταλισμό να στρατο­λογήσει διανοουμένους που μέχρι χθες τον πολεμούσαν, ανανεώνοντας έτσι σημαντικά τις μορφές και τους μηχανισμούς της ιδεολο­γικής ηγεμονίας του. Ωστόσο, αυτή τη φορά το φαινόμενο πήρε πολύ ευρύτερες διαστά­σεις. Όπως στην εκτίναξη του κοινωνικού εκ­κρεμούς προς τα αριστερά, έτσι και κατά την επιστροφή του προς τα δεξιά, η Γαλλία υπήρ­ξε παραδειγματική περίπτωση. Τυπικό δείγ­μα, το ρεύμα των νέων φιλοσόφων, που εμ­φανίζεται στη δεκαετία του ’70, υποτίθεται στον αντίποδα της παλιάς, κατεστημένης, θεωρησιακής φιλοσοοφίας, με πλαστά διαβατή­ρια λαϊκότητας και σύνδεσης με την πράξη. Ο δήθεν αντιδιανοουμενισμός – αντικομφορμισμός αυτών των ανθρώπων λειτουργεί ως το μόνο νήμα σύνδεσης με το κατά κανόνα αρι­στερό ή αριστερίστικο παρελθόν τους (οι πε­ρισσότεροι είχαν μαοϊκές, αναρχικές ή αλτουσεριανές επιρροές την εποχή του γαλλι­κού Μάη) και τους εξασφαλίζει ευθύς εξαρ­χής ευρεία προβολή από τα μέσα μαζικής ε­νημέρωσης, κάτι σπάνιο για φιλοσόφους. Κοινός παρονομαστής των νέων φιλοσόφων είναι ο λυσσαλέος αντικομμουνισμός και ο κραυγαλέος, για την γκολική παράδοση της Πέμπτης Δημοκρατίας, φιλοαμερικανισμός.

Ανάλογη ήταν η συμβολή των πρώην αρι­στερών στη ριζοσπαστική, ιδεολογική ανανέ­ωση της Δεξιάς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολλοί από τους θεωρητικούς του αμερικανι­κού νεοσυντηρητισμού, που έβαλε την ολέ­θρια σφραγίδα του στην πρώτη τετραετία του Τζορτζ Μπους τζούνιορ, προήλθαν από πα­ραδοσιακά ρεύματα του αριστερισμού και α­πό τη Νέα Αριστερά των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Η πορεία των πρώην αριστερών τύπου Κρίστολ, Γκλισκμάν, Λεβί, Κουσνέρ και ΣΙΑ περιγράφεται συχνά με όρους ιδεο­λογικής αποστασίας και ηθικής εξαχρείωσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κύριοι αυτοί δι­καιούνται παρόμοιους χαρακτηρισμούς και ακόμα χειρότερους. Αν όμως εκπροσωπούν ένα πραγματικά επικίνδυνο φαινόμενο, είναι γιατί δεν εκφράζουν μόνο ατομικές «προδο­σίες», αλλά κάτι ευρύτερο: Τον εκφυλισμό ε­νός τμήματος της πρώην ριζοσπαστικής διανόησης, ο οποίος ξεκίνησε από υπαρκτές, αρ­νητικές πλευρές της κληρονομιάς της Νέας Αριστεράς. Η πιο βασική από αυτές ήταν η α­ποθέωση του ατομισμού, ένδειξη ηγεμονίας του μικροαστικού στοιχείου (της αστικής ιδε­ολογίας σε ελευθεριακή – αναρχίζουσα μορ­φή) στον ευρύτερο λαϊκό συνασπισμό του 1968. Η εξύμνηση των ατομικών δικαιωμά­των, της διαφορετικότητας, η βιτριολική κρι­τική στο γραφειοκρατικό, κεϋνσιανό κράτος -βασικά στοιχεία της μυθολογίας της Νέας Αριστεράς- έπαιζαν προωθητικό, ριζοσπαστικό ρόλο όσο συνδέονταν με το κεντρικό πρόταγμα της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλη­λεγγύης και χειραφέτησης. Όταν πήρε διαζύ­γιο από αυτό, η αντιεξουσιαοτική κριτική του μικροαστικού ριζοσπαστισμού δεν ήταν δύ­σκολο να χωνευτεί από το ανερχόμενο, μεγα­λοαστικό ρεύμα του νεοφιλελευθερισμού – αντικομμουνισμού, που ύψωνε επίσης τις ση­μαίες της ατομικής ελευθερίας και της διαφο­ρετικότητας ενάντια στην «ομογενοποίηση -ισοπέδωση» του κεϋνσιανού ή «κομμουνιστι­κού», κοινωνικού κράτους. Πιο απλά: Ο ρη­χός αντικρατισμός, χωρίς αντικαπιταλιστικό βάθος, αποδεικνύεται αφομοιώσιμος από το νεοφιλελευθερισμό και ο ελευθεριακός ναρ­κισσισμός του περιθωρίου μπορεί να αποδει­χθεί μονοπάτι προς τη μεγάλη λεωφόρο του κατεστημένου ναρκισσισμού του λάιφ στάιλ.

Με δυο λόγια, η εντυπωσιακή μεταστροφή μεγάλου μέρους της διανόησης ενυπήρχε, ως δυνατότητα, ήδη στο ζενίθ του ρεύματος του 1968. Κι αυτό γιατί η εργατική τάξη, με τις πολιτικές πρωτοπορίες της σε τροχιά ενσωμά­τωσης (βλ. κυβερνητισμός των μεγαλύτερων ΚΚ της Δύσης, όπως του γαλλικού και του ι­ταλικού) ή σε κατάσταση ανωριμότητας, δεν μπόρεσε να διεκδικήσει σοβαρά την ηγεμονία μέσα στον ευρύτερο λαϊκό συνασπισμό, ούτε οργανωτικά με τον ίδιο τον όγκο και τη μαχη­τικότητα της, ούτε ιδεολογικά, στρατηγικά και πολιτικά. Αντανάκλαση αυτής της πραγ­ματικότητας ήταν η ηγεμονική επιρροή των θεωριών περί ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης (και υποκατάστασης της από την φοιτη­τική «πρωτοπορία») στο ευρύτερο ρεύμα του 1968, ιδίως στις αριστερίστικες εκφράσεις του. Τα περίφημα «τρία Μ» του Μάη (Μαρξ – Μάο – Μαρκούζε) σήμαιναν ότι ο Μαρξ ξα­ναγινόταν δημοφιλής, αλλά με πολύ μεγάλο τίμημα: Έπρεπε να περάσει είτε μέσω του μαοϊκού φίλτρου, που έβλεπε την ελπίδα στο ρωμαλέο «παγκόσμιο χωριό» ενάντια στην παρηκμασμένη «παγκόσμια πόλη», είτε μέσω της Σχολής της Φρανκφούρτης και ιδίως του Μαρκούζε, ο οποίος, ήδη με το Μονοδιάστα­το άνθρωπο (1964) αναζητούσε την ελπίδα της κοινωνικής αλλαγής στους φοιτητές, τα λούμπεν στρώματα και τις καταπιεσμένες μειονότητες. Από την πλευρά του, ο εκ των πρωταγωνιστών του γαλλικού Μάη, «κόκκι­νος» (και μετέπειτα πράσινος) Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, ναι μεν ήθελε το φοιτητικό κίνημα πυροκροτητή του ευρύτερου εργατικού – λαϊ­κού κινήματος, αλλά -κάτι πολύ συνηθισμένο για τον επαναστατημένο μικροαστό- αναζη­τούσε πρωτοπόρους εργάτες κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των φοιτητών. Όπως έγραφε ο Κλοντ Πρεβό, είναι ίδιον του ριζωμένου στα πανεπιστήμια αριστερισμού, που κατά βάση αγνοεί την πραγματική εργατική τάξη, να φτιάχνει ένα μυθικό προλεταριάτο των ονεί­ρων του, απομονώνοντας κάποια πραγματικά ή φανταστικά τμήματα του, κάποιες πραγμα­τικές ή φανταστικές εκδηλώσεις του, που προσεγγίζουν τα μποέμικα στοιχεία της φοι­τητικής ζωής. Όλα αυτά σημαίνουν, εν τέλει, ότι ο νέος κοινωνικός συνασπισμός που έρχε­ται στο προσκήνιο το «1968», βρίσκεται εξαρ­χής υπό την ηγεμονία της μικροαστικής δια­νόησης. Στη συνέχεια, στην υποχώρηση του κινήματος και τη σταθεροποίηση της αστικής κυριαρχίας, η μικροαστική διανόηση αλλάζει στην πλειονότητα της τοποθέτηση και από η­γεμονικό στρώμα του κυριαρχούμενου, λαϊ­κού συνασπισμού, γίνεται ηγεμονευόμενο στρώμα του κυρίαρχου, αστικού συνασπι­σμού. Η ανοιχτά καθεστωτική, φιλοϊμπεριαλιστική γραμμή των νέων φιλοσόφων δεν α­ποτελεί παρά την πιο χτυπητή έκφραση αυτής της αλλαγής ταξικής τοποθέτησης.

Η ενίσχυση του βολονταρισμού

ΣΤΟ ΠΡΟΣΦΟΡΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της μετά Μάη εποχής ήταν η ενίσχυση της επιρροής ρευμάτων γνω­στικού σχετικισμού, πολιτικού βολονταρισμού και αφηρημένου ανθρωπισμού. Η «φιλοσοφία της πράξης», ο βολονταρισμός του υποκειμένου που εξεγείρε­ται τόσο φλογερά, όσο και μάταια εναντίον της αποξενωμένης ανθρώπινης ύπαρξης με σημαία την «αισιοδοξία της βούλησης απέναντι στην α­παισιοδοξία της γνώσης» αποτελεί επαναλαμ­βανόμενο ιστορικό μοτίβο. Βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε εποχές ήττας, ιστορικών αποτυχιών, κρίσεων του κινήματος. Αναζητώντας ενόχους, οι ηττημένοι είναι εύκολο να τους βρουν στον υποτιθέμενο οικονομισμό – ντετερμινισμό του μαρξισμού, στους αναθεματισμένους επιστημο­νικούς νόμους της ιστορικής εξέλιξης, που δεν οδήγησαν, ως όφειλαν, σε happy end. Αναζη­τώντας παρηγοριά, έχουν μια πρόχειρη λύση που τους επιτρέπει να μαζεύουν τα κομμάτια τους και να ξεκινούν, όπως έλεγε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, «για καινούργιες εκστρατείες κα­βάλα στον Ροσινάλντε, μόνο και μόνο για να γυρίζουν κάθε φορά από αυτές με μαυρισμένο μάτι». Ήδη, οι Μαρξ και Ένγκελς αφιέρωσαν ολόκληρη ενότητα του Κομμουνιστικού μανιφέ­στου στην πολεμική εναντίον του γερμανικού «αληθινού σοσιαλισμού» των Μόζες Ες και Καρλ Γκριν, που απέκτησαν επιρροή μετά την ήττα της επανάστασης του 1830, στη Γαλλία. Βασική ιδέα τους ήταν να στηρίξουν το σοσια­λισμό όχι στην εξέλιξη των οικονομικών συν­θηκών και της πάλης των τάξεων που συνδέε­ται με αυτές, αλλά στο ηθικό πρόταγμα περί ε­πανάκτησης της ολότητας μιας κατακερματι­σμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Στον εικοστό αι­ώνα, η επιρροή του βολονταρισμού εμφανίζε­ται πότε ως αριστερή και πότε ως δεξιά από­κλιση. Σταθμός ήταν το 1923, αμέσως μετά την ήττα των σοσιαλιστικών επαναστάσεων στην Κεντρική Ευρώπη, όταν δημοσιεύτηκαν τα πο­λύ σημαντικά, όσο και αμφιλεγόμενα, έργα Μαρξισμός και φιλοσοφία του Καρλ Κορς και Ιστορία και ταξική συνείδηση τον Γκέοργκ Λούκατς. Και τα δύο συνδέθηκαν με τις φιλο­σοφικές αναζητήσεις υπεραριστερών ρευμά­των στο κομμουνιστικό κίνημα για ένα μη ντετερμινιστικό μαρξισμό, ο οποίος θα δώσει τα πρωτεία στη βούληση και την πράξη του υπο­κειμένου. Η δεύτερη αναβίωση του αφηρημένα ουμανιστικού μαρξισμού, μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και το σοκ της αποσταλινοποίησης, είχε έντονα τα στοιχεία της δεξιάς από­κλισης. Αναπτύχθηκε κατά κύριο λόγο στο πε­ριβάλλον του ιταλικού και του γαλλικού ΚΚ, προοιωνίζοντας τον ευρωκομμουνισμό, τον ι­στορικό συμβιβασμό με τη Δεξιά, στην πρώτη περίπτωση, και το κοινό πρόγραμμα με τους σοσιαλιστές, στη δεύτερη.

ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ

Κατακερματισμός και μικρές εξεγέρσεις

Η ΠΟΛΥΠΟΛΓΠΣΜΙΚΗ ΠΑΓΙΔΑ

Μετά την υποχώρηση του ρεύματος του Μάη του ’68, εμφανίζεται ένα νέο κύμα γνωστικού σχετικι­σμού και κοινωνικοπολιτικού βολονταρισμού. Πέ­ρα από το πολύ ευρύ φάσμα αυτού του γαλαξία, που για οικονομία της συζήτησης θα το περιλά­βουμε στη γενική κατηγορία του «μεταμοντέρνου», θα μπορούσε να αποτολμήσει κανείς την κωδικο­ποίηση κάποιων σημαντικών, από πολιτική άποψη, κοινών στοιχείων.

Τέλος εποχής: Η αίσθηση ότι μετά τον Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο, κάτι «πολύ μεγάλο» συμβαίνει στο διεθνές στερέωμα, που σηματοδοτεί το πέρασμα σε νέου τύπου, μεταβιομηχανικές (αν όχι και μετα-καπιταλιστικές) κοινωνίες. Τέλος της ιστορίας: Όχι με την αισιόδοξη οπτική του Φουκουγιάμα, αλλά, ε­ντελώς αντίθετα, υπό το πρίσμα μιας ιδεολογίας της απελπισίας, του τέλους της προόδου γενικά, που βλέπει να κονιορτοποιούνται όλες οι «μεγάλες αφηγήσεις» (Λιοτάρ), από το φιλελευθερισμό μέχρι το σοσιαλισμό. Τέλος της επιστήμης: Η ίδια η επι­στήμη, δηλαδή η προσπάθεια να βρεθούν σχέσεις αιτίου – αιτιατού στον κόσμο που μας περιβάλλει, ανεξάρτητες από την ατομική μας βούληση, θεω­ρείται ότι έχει εντελώς σχετική γνωστική αξία. Τέ­λος της ολότητας: Η «ολοφοβία» επεκτείνεται, πέ­ραν της επιστήμης, σε κάθε θεωρητική ή πρακτική μορφή συνολικής σύλληψης και αλλαγής του κό­σμου. Ο μαρξισμός υποκαθίσταται από το φιλοσο­φικό πλουραλισμό, η επαναστατική πολιτική από τις «πολιτικές» ή τις μονοθεματικές «εκστρατείες» (campaigns) με ημερομηνία λήξης και πάει λέγο­ντας.

Η αφηρημένα αντιοικονομίστικη και αντιεξουσιαστική τοποθέτηση τους οδηγεί στην αδιαφορία ή και αλλεργία για τα δύο καθοριστικά πεδία της μαρξιστικής προβληματικής: Την πολιτική οικονο­μία του καπιταλισμού και την επαναστατική ανα­τροπή της κρατικής εξουσίας. Αναπόφευκτη συνέ­πεια είναι η υποκατάσταση της πολιτικής από τις «μοριακές επαναστάσεις» της καθημερινότητας -«μια μινιμαλιστική επανάσταση», σημειώνει ο Ντα­νιέλ Μπενσαίντ, «που παραπέμπει σ’ ένα ύφος και μια αισθητική και δεν έχει καμιά πολιτική φιλοδο­ξία. Ο δρόμος έχει ανοίξει κατά το ήμισυ για τις ε­ξεγέρσεις μικρής κλίμακας και τις λεπτές, μεταμο­ντέρνες ηδονές».

Είναι προφανές ότι οι λαβύρινθοι της μεταμο­ντέρνας αποδόμησης καταλήγουν είτε στο ρεφορμισμό των επί μέρους μεταρρυθμίσεων, είτε στο ρηχό ακτιβισμό των επί μέρους κινημάτων. Υπάρ­χει όμως κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο. Η μεταμο­ντέρνα άρνηση των οικουμενικών θεωριών και α­ξιών, η αποθέωση της διαφορετικότητας, του πλουραλισμού και των λεγόμενων «πολυπολιτισμικών» προτύπων κινδυνεύει να οδηγήσει την Αρι­στερά στην παγίδα της νεοσυντηρητικής Δεξιάς: Την παγίδα της υποκατάστασης της ταξικής πάλης γύρω από τα μεγάλα, ενοποιητικά ζητήματα (ανα­διανομή του πλούτου, δημοκρατία, ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι) με την αποκλειστική υπεράσπιση των πο­λιτιστικών ταυτοτήτων των μειονοτήτων (μετανα­στευτικά γκέτο, ομοφυλόφιλοι, θρησκευτικές μειο­νότητες κ.ά.). Το μεταμοντέρνο αντανακλά όχι μό­νο φαινόμενα υποχώρησης και ήττας του εργατι­κού κινήματος αλλά και πραγματικές αλλαγές στους όρους ζωής και συνείδησης των εργαζομέ­νων στον ύστερο καπιταλισμό. Η αποσάθρωση της σταθερής δουλειάς και της σταθερής οικογένειας προς όφελος του μοναχικού εργαζόμενου και της ευλύγιστης, μετα-φορντικής συσσώρευσης, η υπο­κατάσταση της εκπαίδευσης, ως πρωταρχικού ιδε­ολογικού μηχανισμού, από την τηλεόραση: Όλα αυτά και πολλά άλλα θρέφουν τη στροφή από την αυστηρά δομημένη σκέψη των συνεκτικών ειρμών σε ευμετάβλητες ακολουθίες συνειρμών, τη θυσία του βάθους για χάρη του εύπεπτου και του περιεχομένου για χάρη της μορφής.

Σ’ αυτό το έδαφος, ακούγεται λογική η ανάλυση του Τζέιμσον που θεωρεί το μεταμοντέρνο σύμφυ­το με την «πολιτιστική λογική του ύστερου καπιτα­λισμού». Η επαναστατική Αριστερά του 21ου αιώνα δεν μπορεί να μη λάβει υπόψη στη θεωρία, την πράξη αλλά και τους τρόπους επικοινωνίας της με τις ευρύτερες μάζες, τις αλλαγές στη ζωή και τη συνείδηση τους, έστω και για να τις ανατρέψει. Από αυτή την άποψη, τα στοιχεία του μεταμοντέρ­νου που αφομοιώνουν δημιουργικά πλευρές της νέας πραγματικότητας και δεν υποκλίνονται δουλι­κά σ’ αυτήν θα βρουν τη θέση τους στον καινούρ­γιο, αριστερό Διαφωτισμό που τόσο χρειαζόμαστε.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: