RSS Feed

ΠΩΣ ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

του Κώστα Τζιαντζή

 φθινόπωρο 2007, εφημερίδα ΠΡΙΝ

ΠΩΣ ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

Αυτές τις μέρες, αναρωτιέμαι πώς θα γιορτάζεται και σε ποιες συνθήκες, στο μέλλον (παράδειγμα στα 100 χρόνια) η Οκτωβριανή Επανάσταση. Ταυτόχρονα, αναλο­γιζόμαστε σε ποιες συνθήκες γιορ­τάστηκε πριν 10 χρόνια, με ποιες ελπίδες, ποιες επιδιώξεις και τι α­ποτελέσματα είχαμε με βάση τις ε­πιδιώξεις αυτές. Γιατί ασφαλώς, όχι μόνο στις επετείους αλλά κυριολε­κτικά κάθε μέρα, μια υλιστική και κριτικά αισιόδοξη αξιοποίηση των διδαγμάτων της Οκτωβριανής Επα­νάστασης αποτελεί διαρκές στοι­χείο στην αναμέτρηση μας με τα ε­ρωτήματα του σύγχρονου κόσμου, βασικό κριτήριο για την ωρίμανση και οικοδόμηση μιας ανώτερης ε­παναστατικής δυνατότητας -που μακροπρόθεσμα υποστηρίζουμε ότι υπάρχει μέσα στη σημερινή εποχή-για μια προγραμματική, πολιτική και πρακτική ώθηση αυτής της δυ­νατότητας, η οποία θα κρίνει τελικά την πραγματική προσφορά και δι­καίωση του μεγάλου Οκτώβρη.

Έτσι, μια τέτοια ριζικά ανασυ­γκροτημένη προγραμματική και πρακτική προσπάθεια θα περιέχει αναγκαστικά στο DΝΑ της όλα τα μεγάλα διδάγματα της νίκης, αλλά και όλα τα αναπάντητα ερωτήματα γύρω από την εποποιία των επανα­στάσεων, των κατακτήσεων, αλλά και των πισωγυρισμάτων, της ήττας των επαναστατικών κινημάτων του προηγουμένου αιώνα.

Φυσικά όλοι ξέρουμε ότι τα δώ­ρα και οι τιμωρίες του πολιτικού χρόνου δεν δίνονται χωρίς μόχθο, χωρίς συνείδηση, χωρίς σκέψη. Δεν μετριούνται παρατακτικά, αριθμη­τικά, ποσοτικά, με τις επιμέρους α­ντιλήψεις και θελήσεις ανθρώπων ή οργανώσεων, αλλά με τις αναρίθ­μητες θελήσεις, με τα αναρίθμητα μικρά και μεγάλα δράματα, μέσα σε αυτή την ακραία χαοτική και ε­ξαιρετικά περίπλοκη αιτιότητα της ταξικής πάλης της εποχής μας, που κεντρίζεται από τον πιο άγριο, τον πιο ακραίο, αλλά ταυτόχρονα και τον πιο κοσμογονικό παροξυσμό των κοινωνικών αντιθέσεων.

Με βάση, λοιπόν, την εκτίμηση ότι τα ουσιαστικά βήματα της ταξι­κής πάλης μετριούνται με τις πιο ουσιώδεις μεταβολές στους πολιτι­κούς συσχετισμούς, δικαιούμαστε να υπογραμμίσουμε ότι τα 90χρονα του Οκτώβρη, σε σχέση με τα 80χρονα, συμπίπτουν με μια απο­φασιστική αλλά όχι καθοριστική μεταβολή στο συσχετισμό δυνάμε­ων, στο πλαίσιο, βέβαια, της ασφυ­κτικής υπεροπλίας που διαθέτει α­κόμη η αντιδραστική τρομοκρατική εκστρατεία του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Αν στη δεκαετία του ’90 τα πάντα σφραγίστηκαν από την ανεμπόδιστη σχεδόν προέλαση τους και από την ασφυκτική συντη­ρητική πολιτική και ιδεολογική ηγε­μονία των καπιταλιστικών δογμά­των και πρακτικών, στα μέσα περί­που της δεκαετίας του 2000 (είχε αρχίσει από τον πόλεμο στο Ιράκ η τάση) το βασικό στοιχείο των εξελί­ξεων είναι η αμφισβήτηση των αστικών δογμάτων και πρακτικών. Είναι η αντιφατική, αδύναμη να νι­κήσει, αλλά μαζική λαϊκή απονομι-μοποίηση της αντιδραστικής εκ­στρατείας του κεφαλαίου, των αστι­κών κομμάτων και μετασχηματι­σμών του σύγχρονου αχαλίνωτου καπιταλισμού.

Πρόκειται για μεταβολή αποφα­σιστική, που αν και δεν μπορεί να εγγυηθεί την απόκρουση των προ­σπαθειών επανασυγκρότησης και επέκτασης της αστικής εκστρατείας και ενίσχυσης του αστικού συστή­ματος, ωστόσο διαμορφώνει μια νέα κατάσταση.

Με αυτή τη νέα κατάσταση ανα­μετριέται το ζήτημα του συνδυα­σμού της στρατηγικής και της τακτι­κής· της προγραμματικής επαναθεμελίώσης της κομμουνιστικής προο­πτικής, της κομμουνιστικής δυνατό­τητας στην εποχή μας, σε συνδυα­σμό με την άμεση πολιτική παρέμ­βαση για την αξιοποίηση αυτής της έστω αντιφατικής δυνατότητας, προκειμένου να μετατραπεί σε ου­σιαστικό ρήγμα αλλαγής των συ­σχετισμών, ήττας και ανατροπής της επίθεσης του κεφαλαίου, που είναι δυνατή για την εργατική τάξη με μια άλλη ανα­τρεπτική πρακτι­κή, πέρα από το δίπολο του ρεφορμισμού και μικρομεταρρυθμισμού ή του κατα­κερματισμού και της αναρχικής ου­τοπίας.

Απέναντι σε αυτό το βασικό νέο στοιχείο των εξελίξεων, μπαί­νει για την επανα­στατική ή εν δυ­νάμει επαναστατι­κή Αριστερά που έχει ανάγκη ο χώρος μας ένα ιστο­ρικό στοίχημα, πιο καθοριστικό α­πό τις προηγούμενες δεκαετίες. Ιδίως γιατί, απέναντι σε αυτή τη με­ταβολή τη δεκαετία που πέρασε, κριθήκαμε μεν και παλέψαμε, αλλά -πέρα από εκλογικούς συσχετι­σμούς και πρόσκαιρες επιτυχίες-στο ζήτημα της υλικής επίδρασης για ουσιαστική αλλαγή των συσχε­τισμών βρεθήκαμε ελλειποβαρείς -και είναι αυτός ένας επιπλέον λό­γος που χρειάζεται να στοχαστούμε πάνω στα θεωρητικά και πολιτικά διδάγματα, στις ήττες και τις νίκες των προηγούμενων επαναστάσεων. Προκύπτει, δηλαδή, η αναγκαιότη­τα να ενισχύσουμε ένα πιο τολμη­ρό, πιο βαθύ, δεμένο με τις σημερι­νές συνθήκες και την εμπειρία της επιστήμης της επανάστασης πρό­γραμμα παρέμβασης σε αυτή την κρίσιμη φάση.

Η δική μας δυνατότητα για κάτι τέτοιο θα κριθεί στην κορύφωση αυτής της αντιφατικής δυνατότητας του 2000 και των αρχών της νέας δεκαετίας. Εκεί, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θα φανεί αν έχου­με τις ικανότητες, με αίσθημα αυτο­κριτικής και αισιοδοξίας, να επα­ναπροσδιορίσουμε, να υπερβούμε τον εαυτό μας, να διεκδικήσουμε μια ουσιαστική επίδραση για την α­ξιοποίηση αυτής της αντιφατικής δυνατότητας, που φυσικά απειλεί­ται να ακυρωθεί και θα ακυρωθεί χωρίς την παρέμβαση τέτοιου εί­δους επαναστατικού προγράμματος και τέτοιου είδους επαναστατικών δυνάμεων συνολικά του εργατικού κινήματος, από τα συντονισμένα χτυπήματα της αντίδρασης αλλά και από την πρόσδεση των δύο ρευμά­των της επίσημης Αριστεράς στην ε­ντυπωσιακή αλλά ελαφρολαϊκή επι­τυχία του εκλογικού σουξέ τους.

Αυτή τη φάση, με δεδομένη την παλινδρομικότητα της ταξικής πά­λης, πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με επαναστατική αισιοδοξία και μια μικρή αλλά νηφάλια μεροληψία υπέρ της επαναστατικής πλευράς της πραγματικότητας, ώστε να την αξιοποιήσουμε -χωρίς να υποτι­μούμε τις τεράστιες δυσκολίες, τις νέες επιθέσεις και την όξυνση των αντιφάσεων του κινήματος- υπέρ της δικής μας αναγκαιότητας για ανσυγκρότηση.

Σε αυτή τη φάση λοιπόν δια­σταυρώνονται τα μεγάλα ερωτήμα­τα για τη δυνατότητα γενικά της α­πελευθέρωσης της εργατικής τάξης της εποχής μας, οι μεγάλες επιδιώ­ξεις και αναγκαιότητες της ιστο­ρίας με τα πιο αμείληκτα καθημερι­νά ερωτήματα της στοιχειώδους ε­πιβίωσης και διεκδίκησης ενός κό­σμου που παλεύει ενάντια στην οι­κονομική φρίκη, που ξέρει ότι δεν πάει άλλο, αλλά βλέπει να φαίνεται ότι δεν μπορεί να πάει ακόμη αλ­λιώς.

Και αυτό είναι το κλειδί, η δυ­σκολία για το σχεδιασμό μιας στρα­τηγικής και μιας τακτικής. Καθώς η εν λόγω κατάσταση μας τραβάει μερικές φορές από τη μια σε μια ανα­γκαία και απεγνωσμένη προσπά­θεια γείωσης σε ό,τι κινείται και από την άλλη σε μια θεωρητικίστικη, πολιτικίστικη, χωρίς επίδραση στις συνειδήσεις, έφοδο στον ουρανό. Η μη κατανόηση αυτού του προβλήμα­τος δυσκολεύει την ανταπόκριση μας στο στοίχημα ενός πραγματι­κού συνδυασμού μιας πραγματικής πολιτικής άμεσης επίδρασης, που θα καθορίζεται από τις επαναστατι­κές δυνατότητες της εποχής μας.

Υπάρχουν όμως τέτοιες δυνατό­τητες; Νομίζω ναι. Αρκεί να σκε­φτούμε μια πρόσφατη έκθεση του ΟΗΕ, που αναφέρει ότι ο πληθυ­σμός των πόλεων σε όλες τις χώρες του κόσμου βρίσκεται κάτω από το επίπεδο φτώχειας σε ποσοστό 35%-80%. Μιλώντας για τον πληθυσμό των πόλεων, μιλάμε για μια γι­γαντιαία ιστορική προλεταριοποίη­ση κατά τα τελευταία 20 χρόνια, για ένα μετασχηματισμό που έχει ανά­λογη ιστορική σημασία με την είσο­δο στη Νεολιθική εποχή και τη Βιο­μηχανική Επανά­σταση, καθώς για πρώτη, φορά το 2005 ο πληθυσμός των πόλεων, μετά από 20.000 χρόνια ταξικού πολιτι­σμού, ξεπερνά τον πληθυσμό της υπαίθρου και οι εργάτες αποτε­λούν την πλειοψη­φία του παραγω­γικού ενεργού πληθυσμού του κόσμου.

Σε αυτές τις πόλεις -και όχι μόνο- υπάρχει έ­νας συνδυασμός με όλα τα επίπεδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυ­νάμεων. Ένας συνδυασμός που περιλαμβάνει μια δομική ανεργία και φτώχεια – που δεν προέρχονται μόνο από τις ιστο­ρικές συνθήκες καθυστέρησης ορι­σμένων χωρών, αλλά από την έκρη­ξη του πλούτου και των σημερινών καπιταλιστικών μετασχηματισμών – και συνενώνει την άγρια εκμεταλ­λευόμενη απλή χειρωνακτική εργα­σία (που αγκαλιάζει παιδιά και γυ­ναίκες και πολλαπλασιάζεται), την υποβαθμιζόμενη χειρωνακτική -χειρωνακτικοδιανοητική εργασία (που είναι πιο σύνθετη στο σύγχρο­νο μοντέλο εκβιομηχάνισης), τα τμήματα εκείνα της εργατικής τά­ξης -διανοητικής κυρίως εργασίας – που έχουν συμπιεστεί κι έχουν ξε­πέσει στο πλαίσιο ενός νέου ηλε­κτρονικού τεϊλορισμού, καθώς και τμήμα της ανώτερης σύνθετης δια­νοητικής εργασίας (με βάση τον αυ­τοματισμό), που περιορίζεται να ε­ποπτεύει την παραγωγή, τις μηχα­νές. Όλος αυτός ο μετασχηματι­σμός μεταφέρει θύλακες καθυστέ­ρησης και υπανάπτυξης – δομικής ανεργίας στις αναπτυγμένες και με­σαίες χώρες και κυρίως μεταφέρει – με έναν ιδιαίτερο τρόπο – θύλακες ανάπτυξης των νέων οικονομικών μετασχηματισμών του κεφαλαίου στις απέραντες περιοχές των ανα­πτυσσόμενων χωρών.

Δεν ισχυρίζομαι – ίσα ίσα αντι­παλεύω την άποψη – ότι καταργεί­ται η διάκριση ανάμεσα στις ανα­πτυγμένες οικουμενικές, στις ιμπε­ριαλιστικές, στις μεσαίες, στις ανα­πτυσσόμενες κ.λπ. χώρες. Αυτή η διάκριση οξύνεται, καθώς οξύνο­νται οι αντιθέσεις ανάμεσα στις κα­πιταλιστικές χώρες και κυρίως με­ταξύ των ηγεμονικών ιμπεριαλιστι­κών χωρών, αλλά ταυτόχρονα τρο­ποποιείται ριζικά στο πλαίσιο της καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Μιας διεθνοποίησης που αποτελεί κουτσουρεμένη καπιταλιστική απά­ντηση στην τεράστια κοινωνικοποί­ηση – διεθνοποίηση και σύνθετη ε­πιστημονική συγκρότηση της σύγ­χρονης εργατικής τάξης (με πολλές αντιθέσεις, εννοείται).

Αυτή η εποχή απαιτεί ριζική α­νασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Η κοινωνικοποιημένη, επι­στημονικά συγκροτημένη εργασία είναι εκείνη η βασική παραγωγική δύναμη και ανάγκη που τείνει να τι­νάξει στον αέρα τα όρια του σημε­ρινού συστήματος.

Η εργατική τάξη ως κοινωνική παραγωγική δύναμη, αλλά ταυτό­χρονα ως υποταγμένη σχέση παρα­γωγής, μπορεί να πυροδοτήσει και να επηρεάσει την επαναστατικότη-τα των παραγωγικών δυνάμεων πέ­ρα από τον αστικό τεχνοκρατισμό, ξέροντας ότι η επαναστατική προο­πτική θα μετατρέψει τον κτήτορα αλλά και το κτήμα και θα μετασχη­ματίσει ριζικά τις παραγωγικές δυ­νάμεις. Με αυτή την έννοια, η σχε­τική αντίδραση και φοβία υποτιμά­ει την επαναστατική δυνατότητα της εργατικής τάξης και της επο­χής, την κύρια ανάγκη, την κύρια αντικειμενική υλική βάση (που έχει φυσικά σύνδεση με την υποκειμενι­κή προετοιμασία, την υποκειμενική συνειδητή δυνατότητα, μέσω και του κόμματος) για την επαναστατι­κή χειραφέτηση. Προφανώς οφεί­λεται στη φυσιολογική αντίδραση πολλών εργατών -κυρίως των με­σαίων στρωμάτων- απέναντι στον τεχνοκρατισμό – παραγωγισμό της αστικής τάξης, που αυτονομεί τις παραγωγικές δυνάμεις και κυρίως αυτές που ελέγχει. Κυρίως οφείλε­ται όμως στη φοβία των μεσαίων στρωμάτων απέναντι στο εργατικό κίνημα. Η ουσία είναι ότι για την εργατική τάξη και όποιον παλεύει πολιτικά και συνειδητά για την κα­τάργηση των εκμεταλλευτικών πα­ραγωγικών σχέσεων και της εξαρ­τημένης εργασίας -όχι για την κα­τάργηση της απελευθερωμένης ερ­γασίας, της δημιουργικής κοινωνι­κής πρακτικής της ανθρωπότητας-ένα επαναστατικό κομμουνιστικό πρόγραμμα θα πρέπει να δείχνει την απαιτούμενη προσοχή σε μια τέτοια αξιολόγηση από τη σύγχρο­νη εργατική τάξη.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: