RSS Feed

Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΝΑ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

του Κώστα Τζιαντζή

2/07/2006, εφημερίδα ΠΡΙΝ

Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΝΑ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Στο 1ο Συνέδριο του ΝΑΡ προ­σπαθήσαμε να επεξεργασθούμε βα­σικές κατευθύνσεις για μια συνολική επαναστατική στρατηγική και τακτι­κή στη νέα ιστορική εποχή, που να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες δυ­σκολίες της, αλλά και στις ανώτερες επαναστατικές της δυνατότητες. Το ζήτημα δεν ήταν απλά να αντιπαρα­τεθούμε στη γνωστή γεροντική αρρώστεια του εκφυλισμένου αριστε­ρού κινήματος, που απόλυτοποιούσε τη σχετική αυτοτέλεια της στρατηγι­κής και τακτικής, υποτάσσοντας την πρώτη στη δεύτερη.

Το ζήτημα ήταν να αναδείξουμε (και εδώ βρίσκεται κυρίως η επανα­στατική συμβολή μας ) τις νέες ολι­κές σχέσεις και δυνατότητες, μέσα στην σύγχρονη πραγματικότητα που τοποθετούν την επαναστατική και κομμουνιστική στρατηγική (χωρίς μηχανιστικές εξομοιώσεις) στο τιμό­νι μιας αναγκαίας αντικαπιταλιστικής τακτικής των άμεσων και γενικότερων συμφερόντων, των αγω­νιστικών και εκρηκτικών προοπτι­κών των ευρύτερων, αντιφατικών, δυνάμεων της εργασίας και της νεολαίας.

Ωστόσο, οι γενικά επαναστατικές κατευθύνσεις για μια «αντίστροφη ιεράρχηση» απέναντι στη γνωστή υ­ποταγή της στρατηγικής στην τακτι­κή, καθώς και για την αναγκαιότητα και την αποτελεσματικότητα του αντικαπιτάλιστικού επαναστατικού α­γώνα δεν επαρκούσαν για την υπέρ­βαση των βαθύτερων αντιφάσεων της φυσιογνωμίας και της πολιτικής πρακτικής του εγχειρήματος μας και των ευρύτερων αντικαπιταλιστικών δυνάμεων.

Εκτός των άλλων αδυναμιών, ει­δικά οι επεξεργασίες μας για την στρατηγική και τακτική πλάι στην βασική επαναστατική συμβολή τους, περιέχουν αντιφατικές πλευρές και λαθεμένες διατυπώσεις που άφηναν τελικά μετέωρο το ζήτημα γύρω από τη διαλεκτική σχέση ενότητας – αντί­θεσης και αντίστοιχης αυτοτέλειας ανάμεσα στην επαναστατική στρατη­γική και τακτική.

Πλάι στις βασικές τοποθετήσεις για το χαρακτήρα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης ως το πρώτο στρατηγικό άλμα, ως τον πρωταρχι­κό πυρήνα της στρατηγικής για τον κομμουνισμό, υπάρχουν και διατυ­πώσεις που αντιμετωπίζουν το ζήτη­μα της επανάστασης όχι ως την άμε­ση στρατηγική επιδίωξη, αλλά ως τη συνόψιση περίπου της «συνολικότητας των στόχων της επαναστατικής τακτικής. Σ’ αυτό το πλαίσιο υπάρχει ακόμα και κάποια διατύπωση που χαρακτηρίζει την αντικαπιταλιστική επανάσταση ως το συνολικό στόχο τακτικής.

Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να υπογραμμιστεί ότι ο υπογράφων έχει μια από τις κύριες ευθύνες (θα έλε­γα την κύρια, αν δεν υπήρχε κίνδυ­νος παρεξηγήσεων) για τις αδυνα­μίες, ιδιαίτερα, των συνολικών επεξεργασιών του ΝΑΡ, μιας άμεσης διαδικασίας υπέρβασης αυτών των αδυναμιών, των πιο εμ­φανών αρχικά (αν και είναι γνωστό στους περισσότερους συντρόφους, ό­τι από ιδιοσυγκρασία, δεν διακρίνο­μαι και τόσο ως «κυνηγός λαθών», μιας και προτιμώ γενικότερα να συμ­μετέχω σε γόνιμες επαναστατικές ε­πεξεργασίες, έστω και με λάθη, φτάνει να μην είναι θεμελιακά και να διορθώνονται σχετικά γρήγορα).

Αυτός ο «άμεσος και διαρκής ε­παναστατικός αγώνας» για μια μαρ­ξιστική προγραμματική και πολιτική τομή στο επίπεδο των ιστορικών αναγκών και των κομ­μουνιστικών δυνα­τοτήτων της νέας ε­ποχής, δεν τροφο­δοτήθηκε συλλογι­κά και όσο γίνεται ενιαία στο κρίσιμο διάστημα μετά το 1ο Συνέδριο.

Η προσπάθεια αυτή άρχισε να περιπλέ­κεται ιδιαίτερα με τη σχετική αυτονό­μηση της γνωστής μας επαναστατικής «συνήθειας» των οργανωτικών μεθο­δεύσεων και των προσωπικών δαιμονοποιήσεων που υ­ποβαθμίζουν την ουσία των συνεχών επαναστατικών αναζητήσεων μέσα στο ευρύτερο αντικαπιταλιστικό κίνη­μα. Συνέπεια όλων αυτών ήταν να υπο­τιμήσουμε στην πράξη για άλλη μια φορά κυρίως την ε­παναστατική στρα­τηγική με όλες τις ε­πιπτώσεις στη συνο­λική πολιτική μας παρέμβαση. Να υ­ποτιμήσουμε την ανάγκη για την ποι­οτική ενίσχυση των επαναστατικών κομμουνιστικών χαρακτηριστικών στη φυσιογνωμία και στην πρακτική μας, με κύριες και πανθολογούμενες πλέον εκφράσεις τη δραματική υπο­βάθμιση της αυτοτελούς παρέμβασης του ΝΑΡ και της επαναστατικής μαρξιστικής θεωρίας, καθώς και των διεθνικών δεσμών μας με πρωτοπό­ρες μαρξιστικές και αντικαπιταλιστι-κές δυνάμεις.

Συνέπεια ήταν να παραιτηθούμε ουσιαστικά από την αυτοτελή προβο­λή του στρατηγικού προγράμματος με πολιτικό «υλικό» τρόπο μέσα στο άμεσο πολιτικό κίνημα, υλοποιώντας και από αυτή τη σκοπιά των στρατη­γικών επαναστατικών λύσεων τη διαλεκτική σύνδεση και τον καθορι­στικό ρόλο της στρατηγικής απέναντι στην επαναστατική αντικαπιταλιστική τακτική. Αυτή ακριβώς η ου­σιαστική υποβάθμιση της στρατηγι­κής της Αντικαπιαλιστικής Επανάστασης, σε μια πολιτική γραμμή «ά­μεσου επαναστατικού αγώνα» χωρίς συγκεκριμένο κεντρικό πολιτικό στόχο, χωρίς το βάρος στο πολιτικό περιεχόμενο, χωρίς ουσιαστική αυ­τοτέλεια, χωρίς τη διεκδίκηση μιας μαζικής αντικαπιταλιστικής πολιτι­κής συμβολής με γενικότερη προο­πτική. Οδηγούσε στην ουσία στην α­ντιμετώπιση της επαναστατικής τα­χτικής σαν μια διαρκώς εξελισσόμε­νη, αλλά μονόδρομη σχεδόν πορεία «συγχώνευσης» των τακτικών και των στρατηγικών στόχων, μέσα απο την άμεση πάλη του κινήματος, «από σήμερα μέχρι τον κομμουνισμό». Ή όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στον πυρήνα του σχεδίου των Θέσε­ων και της εισήγησης για το Συνέ­δριο: <<Το ΑΕΜ συμπυκνώνει την επε­ξεργασία μιας σύγχρονης επαναστα­τικής πολιτικής «για την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής από σήμερα και μέχρι την ανπκαπιταλιστική ε­πανάσταση >>.

Πρόκειται για μια εξελικτική αντίληψη που υποτιμά ταυτόχρονα το συνολικό πολιτικό περιεχόμενο, την άμεση επαναστατική δυναμική και την πολιτική «αποτελεσματικότητα», την «ενωτική» επαναστατική διάστα­ση, αλλά και την αντιφατικότητα και την παλινδρομικότητα της αντικαπιταλιστικής τακτικής, σε σχέση με την ανάγκη υπέρβασης της από το καθο­ριστικό επαναστατικό άλμα. Πρόκει­ται για μια αντίληψη εξελικτικής μη­χανιστικής προσέγγισης των ανα­γκαίων διαλεκτικών καμπών της ταξι­κής πάλης των εργαζομένων, η οποία -σύμφωνα με τον Λένιν- αποτελεί τον ανώτερο νόμο όλων των επαναστάσεων. Μια γραμμή χωρίς αυτοπεποίθηση, που αναγκαστικά τεμαχιζόταν σε επιμέ­ρους «μικρά στάδια», ανάλογα με τις μεταπτώσεις των εξάρσεων του κινή­ματος και την πολιτική ατζέντα της συγκυρίας. Φυσικά, κανείς δεν μπο­ρεί να παραγνωρίζει τις εντεινόμε­νες δυσκολίες, παρά την ορμητική εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά αυτό δεν μας απαλλάσει από τις υπο­κειμενικές ευθύνες μας.

Ούτε δικαιολογείται από τους συσχετισμούς και τις δυσκολίες της κατάστασης το γε­γονός ότι η επανά­σταση αντιμετωπίζε­ται, συχνά σαν ένα είδος κρίκου μοιρα­σμένου «μισά – μι­σά» ανάμεσα στη στρατηγική και τα­κτική, σαν ένα περί­που μεταχρονολογημένο ραντεβού της τακτικής με τη στρα­τηγική, λόγω των δυσκολιών της εποχής.

Ωστόσο, η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία. Δίχως να περιμένει τη γε­νικότερη αντικαπι-ταλιστική Αριστερά να απαγκιστρωθεί απ’ την αυτάρκεια και την πολιτική κα­θήλωση στην συγκυ­ρία. Οι χαρακτηρι­στικές εκδηλώσεις της κρίσης του ολο­κληρωτικού καπιτα­λισμού, σε όλα τα μέτωπα στις στρο­φές του 2000. Η νέα πολιτική αφύπνιση των καταπιεζομέ­νων επιβάλλει στο κεφάλαιο τη συ­στηματική επιστράτευση της εξωοικονομικής στρατιωτικής και πολιτι­κής βίας προκειμένου να αντιμετω­πίσει τα χάσματα στο βασικό πεδίο της σύγχρονης οικονομικοκοινωνι­κής δικτατορίας του.

Το ζήτημα μιας μαζικής αντικαπιταλιστικής γραμμής, που θα προωθεί τις καθοριστικές αντικαπιταλιστικές αναγκαιότητες και την επαναστατική προοπτική της εποχής, ωριμάζει με αντιφατικούς τρόπους στις αγωνιζό­μενες δυνάμεις, όσο και αν έχει κα­θηλωθεί επικίνδυνα μέσα στις πρω­τοπορίες της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Εκεί που στις μεγαλύτερες στιγ­μές των εξάρσεων της δεκαετίας του ’90 αναδεικνύεται η δυνατότητα των επιμέρους αγώνων να κατακτούν ρή­ξεις, ενώ το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο παραμένει θολό και σε δεύ­τερο πλάνο, η νέα κατάσταση ανα­δεικνύει ορμητικά στο προσκήνιο το συνολικό πολιτικό ζήτημα πάλης. Προβάλλει έτσι για το ε­παναστατικό κίνημα η ανάγκη για μια κεντρική πολιτική γραμμή ανατροπής της αντιδραστικής αντεργατι­κής και τρομοκρατικής εκστρατείας του κεφαλαίου και του ιμπεριαλι­σμού με επιδίωξη την ουσιαστική ε­ξουσία των ίδιων των Εργαζομένων.

Αυτή είναι η πολιτική της Αντικαπιταλιστικής Δημοκρατικής Ανατρο­πής με επιδίωξη την Αντικαπιταλιστική Επανάσταση που προτείνουμε, με διάφορους τρόπους, από το ξέ­σπασμα των πρώτων εκδηλώσεων της κυοφορούμενης γενικότερη ι­στορικής κρίσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και τα γεγονότα της 11ης Σεπτέμβρη, στο ευρύτερο κίνη­μα και στην αντικα-              πιταλιστική Αρι­στερά. Σ’ αυτή την κατεύθυνση (έ­στω και αν συχνά τη συσκοτίζει) α­ναπτύσσει και το ΝΑΡ την ενωτική του προσπάθεια συσπείρωσης των ριζοσπαστικών αντικαπιταλιστικών τάσεων και σύνδεσής τους με τις ευ­ρύτερες αντιφατικές αγωνιζόμενες δυνάμεις, έστω και αν προτάσσει (σύμφωνα με μια παλιά, μη επαναστατική συνήθεια της Αριστεράς) την οργανωτική μορφή του υποκει­μένου, το ΑΕΜ, τον πόλο, την εργα­τική αντιπολίτευση, το ΜΕΡΑ κ.λ.π, ξεχνώντας την καθοριστικότητα των πολιτικών στόχων και του πολιτικού περιεχομένου, ξεχνώντας το μεγάλο αντικαπιταλιστικό ταξικό σύνθημα της εποχής: «Τα δικαιώματα μπρο­στά».

Αυτή η ιδιόμορφη, αποφασιστική προγραματική παρέμβαση της ίδιας της ταξικής πάλης σε εθνικό και διε­θνές επίπεδο συμβάλλει στην ωρί­μανση του προγράμματος της εποχής μας και της αντικαπιταλιστικής πολι­τικής τακτικής, σε αντίθεση με την τακτική των διάφορων παραλλαγών του ρεφορμισμού και του κοινωνι­κού αυτοματισμού.

Η πρόταση αυτή αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο σύνθημα ζύμωσης στις πολλαπλές προκηρύξεις, όλων περί­που των τάσεων της ριζοσπαστικής πάλης, στις εξάρσεις των κινητοποι­ήσεων, όχι όμως ως «πολιτικό σχέ­διο», ως κεντρικός πολιτικός στόχος της επαναστατικής τακτικής στην σημερινή ιστορική περίοδο. Όχι ως μια συνολική πρόταση αντικαπιταλιστικής υπεράσπισης των επιτακτι­κών εργατικών και λαϊκών δικαιω­μάτων, με δυνατότητα συσπείρωσης ευρύτερων δυνάμεων, με προοπτική επιβολής μιας πρώτης, αντιφατικής νίκης από αντικαπιταλιστική σκο­πιά, ενάντια, στη στρατηγική του κεφαλαίου.

Με προοπτική μια συνολική στροφή σε βάρος του και την αποφα­σιστική μετατόπιση ευρύτερων δυνά­μεων στον «επαναστατικό δρόμο» και στην πραγματική επιδίωξη του πρώτου στρατηγικού επαναστατικού άλματος. Όμως πιστεύουμε ότι οι συνθήκες το επιβάλλουν και το Συ­νέδριο του ΝΑΡ μπορεί να κάνει ένα προωθητικό βήμα προς μια αποφα­σιστική τομή στη γενικότερη επανα­στατική ανασυγκρότηση της στρατη­γικής και ειδικά της πολτικής τακτι­κής, τόσο του νέου κομμουνιστικού εγχειρήματος, όσο και του ευρύτε­ρου αντικαπιταλιστικού και εργατι­κού κινήματος.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: