RSS Feed

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΑΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

του Πέτρου Παπακων/νου

18/6/2006, εφημερίδα ΠΡΙΝ

ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ.

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΣΥΓΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΑΝΤΙ ΝΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΟΥΝ ΝΑ ΕΠΙΛΥΣΟΥΝ

ΤΙΣ ΧΡΟΝΙΕΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΜΑΣ

Η συμμετοχή στον εσωκομματικό και δημόσιο διάλογο για το 2ο Συνέδριο του ΝΑΡ κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Γεγονός παράδοξο, δεδομένου ότι η οργάνωση, απολύτως δικαιολογημένα, έχει χρεώσει από καιρό στην Πολιτική Επιτροπή (ΠΕ) τις διαρκείς αναβολές ως προς τη σύγκλιση του Συνεδρίου. Και ανησυχητικό, καθώς στη διάρκεια των οκτώ χρόνων από το 1ο Συνέδριο συσσωρεύτηκαν σημαντικές πολιτικές διαφωνίες, έκφραση των οποίων ήταν και η κατάθεση δύο διαφορετικών κειμένων – των Θέσεων που ενέκρινε η πλειοψηφία της ΠΕ και της πλατφόρμας έξι μελών της. Ένας από τους παράγοντες που αποθαρρύνουν τη συμμετοχή στο διάλογο μπορεί να είναι η φλυαρία και η θεωρητικολογία που χαρακτηρίζουν, σε διαφορετικούς βαθμούς, και τα δύο κείμενα – χρόνιες «ασθένειες» του ΝΑΡ, που αντανακλούν όχι μόνο φιλολογικές αδυναμίες, αλλά και τον πολιτισμό μιας οργάνωσης η οποία, αν και θέλει να είναι εργατική, δεν έχει ξεφύγει από τα όρια ενός ρεύματος κατά βάση φοιτητών και μισθωτών διανοουμένων. Ο πιο ουσιαστικός όμως λόγος βρίσκεται στο γεγονός ότι οι Θέσεις συγκαλύπτουν, αντί να προσπαθούν να λύσουν, την ουσία των πολιτικών μας διαφωνιών. Συνιστούν ένα κείμενο πολλαπλών αναγνώσεων, που στα καίρια ζητήματα περιέχουν και τη θέση και την άρνησή της, ακυρώνοντας εκ προοιμίου τη δυνατότητα ουσιαστικής προγραμματικής ενοποίησης και ενιαίας πολιτικής δράσης. Το κείμενο που ακολουθεί προσπαθεί να αποσαφηνίσει ορισμένες από τις πιο ουσιαστικές διαφωνίες που, κατά την προσωπική γνώμη του γράφοντος, οφείλει να λύσει το Συνέδριο.
Ο πυρήνας των προβλημάτων του ΝΑΡ βρίσκεται στο γεγονός ότι, παρά τις καλές προθέσεις και τις σοβαρές προσπάθειες, δεν κατάφερε να ξεφύγει από το μοιραίο «δίπολο οπορτουνισμού – σεχταρισμού» που, όπως επισημαίνει συχνά ο Ευτύχης Μπιτσάκης, καθορίζει ιστορικά την πορεία της ελληνικής Αριστεράς. Στην περίπτωσή μας πρόκειται για οπορτουνισμό στο πεδίο της θεωρίας, της φυσιογνωμίας και των οργανωτικών αρχών, και για σεχταρισμό στο πεδίο της πολιτικής και της πρακτικής στο εργατικό κίνημα. Από αυτή την παθογένεια δεν εξαιρούνται οι επεξεργασίες μας για το σημείο αφετηρίας οποιουδήποτε πολιτικού προγράμματος, τον χαρακτήρα της εποχής μας.
Η ανάλυση του 1ου Συνεδρίου για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό παρακινήθηκε από τις επείγουσες θεωρητικές ανάγκες μιας μικρής οργάνωσης, που έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την κομμουνιστική επαναθεμελίωση σε μια περίοδο αρνητικών συσχετισμών, στον απόηχο της κατάρρευσης. Αυτό που μας ένωνε όλους ήταν η ανάγκη να αναστυλώσουμε, σε μια πρωτοπορία αριστερών αγωνιστών, την πεποίθηση ότι, σε πείσμα της κατάρρευσης, ένας «τρίτος γύρος» του κομμουνισμού, μετά τους κύκλους της Κομμούνας και του Οκτώβρη, ήταν δυνατός στο ορατό μέλλον. Προσπαθώντας να ξεπεράσουμε τα στενά όρια της «ηθικής – βολονταριστικής» εξέγερσης και να δώσουμε σ’ αυτή την πεποίθηση στοιχειώδη επιστημονική βάση, οδηγηθήκαμε στην ανάγκη να τεκμηριώσουμε ένα «τρίτο στάδιο» του καπιταλισμού, που θα γεννούσε τους νεκροθάφτες του. Αλλά οι καλές προθέσεις δεν αρκούν για να δικαιωθεί το αποτέλεσμα. Η συμβουλή του Λένιν ότι «είναι καλύτερα να καυχιέσαι όταν γυρίζεις από τον πόλεμο και όχι όταν κηρύσσεις τον πόλεμο», δυστυχώς μας αφορά.
Η άποψη της πλειοψηφίας της ΠΕ για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό ξεκινά από ένα θεμελιώδες λάθος: Ανάγει όλα τα νέα, ποιοτικά φαινόμενα της εποχής μας σε μια εσωτερική, «γονιδιακή» μετάλλαξη του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την οποία, με τη σειρά της, ανάγει σε έναν καθοριστικό παράγοντα, την αλλαγή στις σχέσεις εκμετάλλευσης (το λεγόμενο πέρασμα από τον καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας, 1870-1980, στον καπιταλισμό του συνδυασμού απόλυτης και σχετικής υπεραξίας). Παρόμοιες αναλύσεις έχουν διατυπωθεί στη δεκαετία του ’70, από την ιταλική εργατική αυτονομία και (με άλλο θεωρητικό – πολιτικό περιεχόμενο) από έλληνες μαρξιστές που ακολουθούν την αλτουσεριανή παράδοση, στη δεκαετία του ’80. Δεν είναι καθόλου για πέταμα, καθώς εντοπίζουν ένα σημαντικό στοιχείο στην εξέλιξη του καπιταλισμού. Γίνονται όμως ολισθηρές, όταν από το σύνολο των αντινομιών τους, απομονώνουν μία, καταλήγοντας σε εσφαλμένα πολιτικά συμπεράσματα.
Η θεμελιώδης, «γονιδιακή» αλλαγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής έγινε με την κυριαρχία των μονοπωλίων, που σηματοδοτεί το πέρασμα στο ιμπεριαλιστικό στάδιο. Η εμφάνιση του μονοπωλιακού υπερκέρδους, η τροποποίηση του νόμου της αξίας, η υπερτροφία του χρηματικού κεφαλαίου και η ροπή προς την πολιτική βία είναι όντως «θεμελιώδεις» αλλαγές, που σημαδεύουν, με νέα ποιότητα, και τη σημερινή εποχή. Τα πολύ σημαντικά, νέα φαινόμενα της εποχής μας σηματοδοτούν ποιοτικές αλλαγές κυρίως στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς και στο παγκόσμιο σύστημα, όχι όμως στον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (μια διάκριση που οι συντάκτες των Θέσεων αδυνατούν να κάνουν). Θα νομιμοποιούμασταν να πούμε κάτι τέτοιο, αν είχε γίνει ηγεμονική δύναμη του παγκόσμιου καπιταλισμού ένα πραγματικά πολυεθνικό κεφάλαιο, με τα αντίστοιχα πολιτικά όργανα, που θα κυριαρχούσαν πάνω στα εθνικά κεφάλαια και τα εθνικά κράτη. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Το «τέλος της εποχής της σχετικής υπεραξίας» είναι απλώς ένας πιο επιστημονικός (ή πιο μπερδεμένος) τρόπος να περιγράψουμε την αποδόμηση του «κοινωνικού κράτους», την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και της νεοαποικιοκρατίας. Είναι ένα αποτέλεσμα της έκβασης της πάλης των τάξεων, αποτέλεσμα αντιστρέψιμο από την ίδια την πάλη των τάξεων.

Στο επίπεδο των πολιτικών συνεπαγωγών της, αυτή η ανάλυση τροφοδότησε μια «φυγή προς τα εμπρός»:                    

Η ρητή ή υπόρρητη άρνηση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, της αντίθεσης ιμπεριαλιστικών κέντρων – καπιταλιστικών σχηματισμών της περιφέρειας, υπό το πρίσμα μιας φανταστικής «ομογενοποίησης» του κόσμου, που δήθεν εξαλείφει το εθνικό και το δημοκρατικό πρόβλημα.

Η θεώρηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, όχι ως μιας ιστορικής βαθμίδας του παγκόσμιου συστήματος (στάδιο ή φάση, δεν είναι εκεί η ουσία) που αναπτύσσεται στο έδαφος του ιμπεριαλισμού, αλλά ως συνολικής υπέρβασής του.                                                                                                                                                                                               

Η αίσθηση ότι ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας αποτελεί «ξένο γήπεδο», προνομιακό για το ΚΚΕ και τις λοιπές «πατριωτικές» δυνάμεις, όχι όμως για την Αριστερά της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης (από εδώ και η αμηχανία μας στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου).                                                                                                                                                                                

Συνακόλουθα, η άρνηση του βασικού προγραμματικού πυρήνα του ιστορικού ρεύματος Μπολσεβίκων και Σπαρτακιστών, ως προϊόντος μιας ξεπερασμένης εποχής, που διατηρεί την ηθική και οραματική, αλλά όχι την πολιτική του αξία.                          

Τέλος, μια ολόκληρη πολιτική κουλτούρα, που αρνείται τη σημασία ή και την ίδια τη δυνατότητα του επαναστατικού αγώνα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στη σημερινή εποχή και καταλήγει να μετατρέπει την ιστορική επικαιρότητα της επανάστασης σε μόνιμη πολιτική επικαιρότητά της. Από εδώ η ουσιαστική εξαφάνιση της τακτικής, που αποτυπώνεται και στις Θέσεις με τη διατύπωση «τακτική για την εργατική πολιτική είναι ο επαναστατικός αγώνας για κάθε ζήτημα, σε κάθε φάση» (σελ. 55).

Όταν η θεωρία αδυνατεί να εξηγήσει επαρκώς την ιστορία, την πραγματική εξέλιξη του σύγχρονου κόσμου, μοιραίο είναι να μην μπορεί να συνδεθεί οργανικά με την πολιτική πράξη. Αποτέλεσμα είναι η χρόνια αποπολιτικοποίηση του ΝΑΡ, η ουσιαστική ανυπαρξία κεντρικού πολιτικού στόχου για τη σημερινή περίοδο. Η προβολή του ΑΕΜ συγκαλύπτει το πρόβλημα, δεν το λύνει: Πρώτα απ’ όλα, γιατί η συγκρότηση ενός «μετώπου», λιγότερο ή περισσότερο «αριστερού» αδιάφορο, είναι πρόβλημα των αριστερών πρωτοποριών και όχι πρόβλημα των εργατικών μαζών, που αγωνιούν για τη βελτίωση και ανατροπή των συνθηκών της ζωής τους. Έπειτα, γιατί το ΑΕΜ όπως εμφανίζεται στις Θέσεις, είναι …τρισυπόστατο: Έχουμε ένα «προωθημένο» μέτωπο στη σελ. 58, που αντιστοιχεί περίπου στη δράση των Σοβιέτ μετά την κατάληψη της εξουσίας και μέχρι τον κομμουνισμό. Ένα δεύτερο, «ενδιάμεσο» μέτωπο στη σελ. 65, που θυμίζει τα «προγράμματα μεταβατικών διεκδικήσεων» του τροτσκιστικού χώρου. Και ένα τρίτο, πιο «πλατύ» μέτωπο, στη σελ. 73, για τη συγκρότηση εργατικής αντιπολίτευσης απέναντι στην επίθεση του δικομματισμού – νεοφιλελευθερισμού. Ένα «πρόγραμμα-ακορντεόν», που ο καθένας το ανοίγει ή το κλείνει, ανάλογα με τις προτιμήσεις του.
Το κείμενο των έξι συντρόφων της ΠΕ προσπαθεί να απαντήσει στη θεμελιώδη προγραμματική ανεπάρκεια του ΝΑΡ θέτοντας ως άμεσο τακτικό στόχο τη Δημοκρατική Αντικαπιταλιστική Ανατροπή, με κατεύθυνση την Εργατική Δημοκρατία. Ο χώρος δεν επαρκεί για την ανάλυση αυτής της πρότασης, που βεβαίως είναι ανοιχτή στην καλόπιστη κριτική και στη βελτίωση. Αλλά το να ταυτίζεται, από συντρόφους ή συναγωνιστές άλλων χώρων, αυτή η πρόταση με ρεφορμιστικές προτάσεις τύπου «αλλαγή με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό», δεν προσφέρεται ως αφετηρία γόνιμης συζήτησης. Απλώς επιβεβαιώνει τη γνωστή λενινιστική αλήθεια ότι «ο αριστερισμός είναι η τιμωρία μας για τα οπορτουνιστικά λάθη του παρελθόντος». Πράγμα που δεν τον κάνει, βέβαια, λιγότερο επικίνδυνο.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: