RSS Feed

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ

του Αλέκου Αναγνωστάκη

03/11/2002, εφημερίδα ΠΡΙΝ

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ

Προσπάθησε να δημιουργήσει τραγούδια απλά, αλλά όχι και εύκολα. Με τη  μουσική του απευθυνόταν στην πιο κρυφή ευαισθησία των νέων ανθρώπων κάθε ηλικίας κι όχι στους εφήμερους και ανεξέλεγκτους ερεθισμούς τους. Τα τραγούδια του λειτουργούν μέσα και πέρα από την πράξη, στο βαθύ αίσθημα που χαρακτηρίζει οποιαδήποτε σχέση, κάθε μορφής, αρκεί να περιέχει τις προϋποθέσεις για ανθρώπινη επικοινωνία. Γράφτηκαν, όπως έλεγε, πριν απ’ όλα για να επικοινωνήσει αυτός ο ίδιος με όλα τα πρόσωπα που αγάπησε βαθιά, αυτά που γνώρισε, αυτά που θα γνώριζε και αυτά που δεν θα μπορούσε ποτές του να γνωρίσει… «Μέσα από αυτά», έγραφε στον Μεγάλο Ερωτικό το 1972 ήθελα να ενωθώ με την ψυχή του τόπου μου σε μια λειτουργία αθάνατη, ερωτική κι ελληνική. Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε να αντιληφθώ πως η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικό του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σοβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που με ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο. Πιστός σε αυτή του την άποψη αρνήθηκε καριέρα λαμπρή στην Αμερική ιδιαίτερα μετά το Όσκαρ που πήρε για τη μουσική του στην ταινία Ποτέ την Κυριακή. Στα τραγούδια του συνέλεγε τη σκορπισμένη ευαισθησία του και μας την παρέδιδε «έτσι όπως γεννήθηκε, στο αληθινό της βάθρο, εκεί που οι έμποροι δεν θα μπορούν να της χαλούν την όψη». Ονειροπόλος μα και αθεράπευτα ρεαλιστής αποδεχόταν τους «εμπόρους» επιχειρώντας ταυτόχρονα -μάταια βέβαια- μέσα από το ίδιο του το έργο να αχρηστεύσει τον αποξενωτικό τους ρόλο, την παραμορφωτική τους δράση. Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στις 23 Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη «τη διατηρητέα και όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες». Η μητέρα του από την Αδριανούπολη και ο πατέρας του από τη Μύρθιο της Ρεθύμνης. «Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις και όλες τις δυσκολίες του θεού». Σαράντα χρόνια μετά τη γέννηση του, τον Απρίλη του 1965 στη Νέα Υόρκη έγραφε Το Χαμόγε­λο της Τζοκόντα. Στο πέμπτο από τα δέκα κομμάτια αυτού του έρ­γου, στην Προσωπογραφία της Μητέρας μου, αποτυπώνει τις σκέψεις του πάνω στις οποίες γράφει την υπέροχη μουσική του, κινούμενος μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας: «Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ’ αγαπάει, θα ‘θελε να ‘χει σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ’ έχει αντίκρυ της και με κοιτάει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά μα δε μπορώ ούτε μπορεί να τηνε σταμα­τήσει. Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενική και τρυφερή, να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια όνο στιγμές που έζησα μοναδικά για κείνη».

Επτά χρόνων, το 1932, ο Χατζιδάκις και οι γονείς του έρχονται στην Αθήνα, στο Παγκράτι. Εκεί, «άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λει­τουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υ­πήρχε και Αττική και παιδεία. […] Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πό­σο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα μουσι­κής, μια και με απομάκρυναν ύπουλα α­πό τους αρχικούς μου στόχους ,που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή. Έτσι δεν σπού­δασα ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ’ το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνί­ου Μουσικού Συλλόγου».

Το 1948 ο αμερικανός πιανίστας Juliys Katchen εξετέλεσε το έργο του Για μια Μικρή Λευκή Αχιβάδα στην Αθήνα και κατόπιν σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές.

Την επόμενη χρονιά, το 1949, δίνει στην Αθήνα την περίφημη διάλεξη του για το ρεμπέτικο, η οποία δημιούργησε σάλο στους μουσικούς κύκλους. Δυο χρόνια αργότερα στις Έξι Λαϊκές Ζω­γραφιές δημιουργεί ένα μπαλέτο βασισμένο σε πέντε ρεμπέτικα τραγούδια του Τσιτσάνη, ένα του Μητσάκη και ένα του Καλδάρα. Στην πράξη νομιμοποιεί το -μέχρι τότε- παράνομο στην ουσία ρε­μπέτικο τραγούδι, το οποίο το παίρνει και το ανεβάζει ως στα σαλόνια της αστι­κής τάξης. Έτσι, θυμόταν αργότερα ο Κώστας Ταχτσής, «κινήσαμε όλοι μαζί, με πρώτο και καλλίτερο το Μάνο Χατζιδάκι, αψηφώντας τα χάχανα και τις απο­δοκιμασίες των αστών και των ενεργού­μενων τους, για τη δημιουργία μιας νέας, γνήσια ελληνικής αισθητικής, που αυτή τη φορά, λέγαμε, θα απλωνόταν -χάρη στην πτητικότητα της μουσικής- σ’ ολό­κληρο το γεωγραφικό και κοινωνικό χώ­ρο της Ελλάδας, και, ποιος ξέρει, ίσως α­κόμη παραέξω». Η Μουσική είχε αρχί­σει να σχηματίζεται μέσα μου με την ίδια δυσκολία που εκείνη την εποχή προσπα­θούσαμε να υπάρχουμε. Γιατί μέσα στην πολύχρωμη απελπισία εκείνου του και­ρού μια μόνο φωνή είχε το τραγικό θάρ­ρος να υπάρχει στέρεα κι αληθινή, το λαϊκό τραγούδι, αυτό που οι άλλοι απο­καλούσαν περιφρονητικά ρεμπέτικο τότε καθόλου τότε διάσημο κι αγαπητό στους αστούς, κι από τη γέννηση του ριγμένο στο περιθώριο και στην παρανομία. Λει­τουργούσε περήφανο, εκκλησιαστικό, βαθύτατα θρησκευτικό, πάνω στα δυο παντοδύναμα θέματα της μεταπολεμικής πραγματικότητας: στη διάθεση φυγής α­πό ένα μαρτυρικό χώρο και στον ανικα­νοποίητο ερωτισμό».

Μόνο που, εκτός από τα δυο αυτά, παντοδύναμα κατά τον Μάνο Χατζιδάκι θέματα της εποχής, υπήρχε και το θέ­μα των θεμάτων. Υπήρχε και η έφοδος στον ουρανό των ελλήνων επαναστα­τών εκείνης της περιόδου, με τον ελλη­νικό Εμφύλιο να σε καλεί να αποφασί­σεις με ποιους θα πας και ποιους θα α­φήσεις. Υπήρχε και η υπεράσπιση στοι­χειωδών αστικών «δημοκρατικών δικαι­ωμάτων των ηττημένων. Και ο νεαρός επονίτης Χατζιδάκις είχε πλέον πολιτι­κά περάσει στους απέναντι. Σιώπησε ως το ’74. Μερικοί λένε μέχρι να ανα­γνωριστεί. Την ίδια περίοδο όμως άλ­λοι υπήρξαν που έδρασαν και δημιούρ­γησαν ταυτόχρονα, τοποθετούμενοι στο πλευρό του τότε κινήματος.

Με το δικό του όμως αιρετικό μουσικό λόγο και πράξη, «αρνήθηκα τότε μαζί με όλα τα άλλα τη «σοβαρή μας» μουσική, που η μισή ντυμένη με κουρέλια παρίστα­νε την Ευρώπη και η άλλη μισή με φου­στανέλες την «αθάνατη Ελλάδα». Κι αγάπησα τις μελωδίες αυτές (σ. σ. του ρεμπέ­τικου) που μου συνειδητοποιούσανε βα­θιά και αναμφίβολα σαν προγονική μου κληρονομιά την πανάρχαια γεννησιουργό άνοιξη…». Η ίδια η γένεση της σύγ­χρονης ελληνικής μουσικής ήταν μια άρ­νηση και ταυτόχρονα μια θέση, ήταν-δη­λαδή μια ολοκληρωμένη πολιτική πράξη.

Έτσι το ρεμπέτικο μπορούσε πλέον να ακούγεται παντού. «Χωρίς τον μπα­γλαμά και το αϊ σιχτίρ του μπουζουκιού, χωρίς το χασικλίδικο καημό της μάγισ­σας και το χορό μιας αλεξανδρινής φε­λάχας θα ‘χαμε γίνει πρόβατα έτοιμα για σφαγή, στο όνομα παντός πατρός, πα­ντός υιού και κάθε μορφής έθνους» δη­λώνει τα πρώτα χρόνια. Αργότερα όμως, όταν το ρεμπέτικο έγινε αφόρητα μοδάτο, ο Χατζιδάκις δραπετεύει από την νέα αυτή κατάσταση: « Από ‘κει και πέρα, ό­ταν το ρεμπέτικο έγινε αφόρητα νόμιμο, όσο και το κομμουνιστικό κόμμα στις μέ­ρες μας, αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας τη σχέση μου». Ο ίδιος βέβαια σχεδόν α­πό την αρχή, αλλά παροδικά, είχε προ­σπαθήσει να του αφαιρέσει «την ψυχή του», το μπαγλαμά και το μπουζούκι πε­ριορίζοντας το σε «λόγια» μόνο μουσικά όργανα Προς το τέλος λες και επέστρε­ψαν στιγμές του παλιού νεαρού επονίτη μέσα του ή γιατί ωρίμαζε διαρκώς μουσι­κά επιστρέφει στην επιλεκτική χρήση του μπουζουκιού, του μπαγλαμά, του κλαρίνου, του μαντολίνου, των λόγιων οργάνων.

Ο Χατζιδάκις έμενε για λίγο. ‘Ύστερα έφευγε γι’ αλλού. Τολμούσε, Άνοιγε νέους δρόμους. Ξαναεπέστρεφε στους παλιούς για να τους δώσει νέα πνοή.

Την ίδια περίοδο που έσκυβε με ευ­λάβεια στο ρεμπέτικο, αλλά και στη δη­μοτική και τη βυζαντινή μουσική, την ί­δια ακριβώς χρονιά, άνοιξη του 1948, δραπέτευσε σε άλλες σφαίρες μελοποιώ­ντας το Ματωμένο Γάμο του Λόρκα σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου. Κι όπως ο Γκάτσος θέλησε να μεταφυτέψει τις ι­σπανικές προσωδίες στους λαϊκούς ποιη­τικούς ρυθμούς της γλώσσας μας, έτσι και ο Χατζιδάκις προσπάθησε να προε­κτείνει τους ρυθμούς αυτούς στις πηγές της νεοελληνικής ευαισθησίας. Πειραμα­τίζεται με Το Καταραμένο Φίδι και την Ιονική Σουίτα.

Συνεχίζει να μελοποιεί μεγάλους έλ­ληνες ποιητές, με επόμενο σταθμό το Παραμύθι Χωρίς Όνομα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, το 1957. Και μέσα σ’ αυτή τη περίοδο να επιστρέφει, το Γαρύ­φαλλο στ’ Αυτί, το Είμαι Άντρας και το Κέφι μου θα Κάνω, Φιρί Φιρί το Πας, Ότι Γράφει δεν Ξεγράφει, την Αγάπη που ‘γινε Δίκοπο Μαχαίρι και να ξαναφεύγει αλλού «με τις Πασχαλιές Μέσα από τη Νεκρή Γη (1962) το Σκληρό Απρίλη του ‘45 (1972) και άλλα.

Η όλη στάση του Χατζιδάκι ανοίγει νέους δρόμους για την ελληνική μουσική.

Ο ίδιος θα ήταν μια τομή στα μουσι­κά δρώμενα. Όταν λοιπόν ο Μίκης Θεοδωράκης γύρισε από το Παρίσι γύρω στο 60 βρήκε ισχυρό στήριγμα στα όσα ο Μάνος Χατζιδάκις σμίλευε δέκα ολόκληρα χρόνια, μαζί με τον Αργυρή Κουνάδη.

Ο Χατζιδάκις παραλλήλιζε το Μάρκο Βαμβακάρη με τον Μπαχ. Γιατί όπως ο Μπαχ έκλεισε την εποχή του μπαρόκ και αργότερα, μετά απ’ αυτόν άνοιξε η κλασ­σική εποχή με τους Μότσαρτ, Μπετόβεν και άλλους, έτσι και ο Μάρκος υπέγραψε συγχρόνως τη μεγάλη μετάβαση απτό ρε­μπέτικο στην έντεχνη ελληνική μουσική που ήρθε τελικά με τους Χατζιδάκι, Θεο­δωράκη, και το μέγα τέλος του ρεμπέτικου. «Ο ίδιος ο Χατζιδάκις» θα γράψει ο συνθέτης Δ. Λέκκας στην Καθημερινή» θα ήταν μια κοσμογονία μιας νέας εποχής με το έργο του πια. Όργανα από όλα τα μήκη και τα πλάτη, ακριβοί κλασικοί ήχοι σε πρωτοφανέρωτες λεπταίσθητες απο­χρώσεις και συνδυασμούς, μπουζούκια αδελφωμένα με μαντολίνα, ο Ζαμπέτας, το σαντούρι του Τάσου Διακογιώργη στο Αμέρικα Αμέρικα. Τρελές αντιστίξεις με τροπικές μαγγανείες, που μεταμόρφωναν κάθε σειρά από 4 νότες σε πολύτιμα κο­σμήματα. Συγχορδίες στο σημείο όπου ερωτοτροπούν ο Ραβέλ, η τζαζ, ο Μπάρτοκ, ο, Τσιτσάνης, οι μετατροπίες του Προκόβιεφ και τα πολυφωνικά της Ηπεί­ρου.. .. Εδώ ο Ορφ, εδώ όλα τα Βαλκάνια, εδώ ο Στραβίνσκι, εδώ ο εαυτός του. Ερωτοτρόπησε με το ροκ, βάζοντας όμως τους New York Rock and Roll Ensemble να τραγουδάνε, π.χ., τα αρχαία και βαλκάνια δέκατα όγδοα με συνοδεία μπου­ζουκιού».

Άμοιαστος, αταίριαστος, ακαταπόνη­τος αναζητητής, όπου τα ευρήματα του τα μεταστοιχείωνε σε τέχνη, μουσική, ποίηση και ενίοτε σε πολιτική – κοινωνι­κή καταγγελία.

Επί χούντας σιώπησε. Σιωπούσε γράφοντας στους φίλους του: «θα ησυ­χάσω μόνο αν τους δω κρεμασμένους στο Σύνταγμα. Όχι μονό τους Παπαδό­πουλο και Σία αλλά και όλα τα ανώνυ­μα ζωύφια που χρόνια τώρα κυβερνάν πραγματικά τη χώρα… Το κράτος δεν λειτουργούσε με προοδευτικές κυβερ­νήσεις. Γιατί είναι φτιαγμένο από χω­ροφυλακές. Με τον Παπαδόπουλο βρή­κε την ταυτότητα του. Να μια ευκαιρία να ξεριζωθεί. Η μόνη…»

Γύρισε στην Ελλάδα δυο χρόνια πριν πέσει η χούντα.

Με τη Μεταπολίτευση εντάσσεται στη Νέα Δημοκρατία απ’ όπου δεν έφυ­γε ποτέ. Ονειρευόταν τη λειτουργία μιας αστικής δημοκρατίας με κανόνες, χωρίς ο ίδιος να καταλαβαίνει πως βαθύτερες διεργασίες οδηγούσαν στην άρνηση της από τους ίδιους τους υπερασπιστές της. Οδηγούσαν εκεί που σήμερα πάμε. Γι αυτό και κατά καιρούς έφευγε από υ­πεύθυνες θέσεις κραυγάζοντας εναντίον της εκκλησίας στο θέμα των αμβλώσεων: «Δεν μας τα λεν καλά όλοι αυτοί οι εκ­κλησιαστικοί η οι εκκλησιαζόμενοι συ­νεργάτες των βασανιστών επί Χούντας και επί κάθε χούντας. Κύριοι των οργα­νώσεων, χριστιανικών και μη, οφείλετε να το καταλάβετε επιτελούς. Ο ερωτάς δεν χρειάζεται προσχήματα και ούτε έ­χει ανάγκη τις ευλογίες σας…… Συμπαραστάθηκε σε μειονότητες. Το Σεπτέμβρη του ‘90 συμμετείχε σε πορεία διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του μικρού Καλτεζά. Και ταυτόχρονα τοποθετείται εκ των έσω στην Νέα Δημοκρατία: «…Στερούμεθα ιδεολογίας, στόχων, πε­ριεχομένου και προπαντός σύγχρονης σκέψης. Και ΚΥΠ και ασφάλειες και χα­φιέδες και άπειρα ψέματα. Μόνο που ε­μείς τα χρωματίζουμε με γαλάζια εθνικοφροσύνη και γαλανόλευκη πατριδοκαπηλία, ενώ αυτοί με πράσινο λαϊκίζο­ντα σοσιαλισμό. Ποια η διαφορά; […]. «Παρελάσεις, εθνικόφρονα λογύδρια, παραστάσεις σχολικές και άλλα παρό­μοια ενισχύουν την ιδιότυπη φασιστική μας κληρονομιά. Το περίφημον «πας μη Έλλην βάρβαρος»».

Τον εντυπωσιάζει η πολιτιστική επα­νάσταση του Μάο στην Κίνα: «Μαζί με τον Μάο πέθανε οριστικά η ποίηση των λαϊκών επαναστάσεων. Κι αρχίζει η θα­νάσιμη αυτοκρατορία των ισχυρών συ­στημάτων» θα πει το 1976. «Και τώρα η γενιά των λουλουδιών» θα πει όταν ε­κλέχτηκε ο Κλίντον. Για να συνεχίσει: «Μα από πίσω η Αμερική παραμένει η ί­δια. Περιέχει και τη CIA και την αμφι­σβήτηση». Λίγα χρόνια πριν για την ε­κλογή του Νίξον λοιπόν πρόεδρος… Έτσι η Αμερική απέκτησε το αληθινό της πρόσωπο. Αντιδραστικότης, Εθνικι­σμός, Νοικοκυροσύνη». Κατέγραφε ά­φοβα τη ν πραγματικότητα…

Μάνος Χατζιδάκις: Ένα εκρηκτικό μίγμα ρεαλισμού και ουτοπίας

Η μουσική, σαν ένα είδος της τέ­χνης, εκφράζει τόσο τον πνευ­ματικό κόσμο, τις ιδέες και το επίπεδο του καλλιτέχνη όσο και τις ψευδαισθήσεις και τα λάθη του. Συμπυκνώνει τις εμπειρίες του, είναι προϊόν και φορέας ιδεολογίας) χωρίς αυτή να ταυτίζεται με την ιδεολο­γία. Δεν μπορούμε επομένως σε κάθε καλλιτεχνική δημιουργία να αναζητούμε ένα άμεσο ιδεολογικό ισοδύναμο όπως ο έμπορος υλικών αγαθών ανακαλύπτει για τα προϊόντα του το χρηματικό τους ι­σοδύναμο. Φορέας ιδεών είναι πάνω απ’ . όλα το έργο του καλλιτέχνη, στο οποίο αντικειμενοποιείται η ιδεολογία του στο νόημα που το διαπερνά, στον τρόπο και στη μορφή, μέσω των οποίων εκδηλώνο­νται όχι οι ιδέες που δηλώνει αλλά αυτές που πραγματικά υπάρχουν μέσα του.

Ο Χατζιδάκις ήταν σε γενικές γραμ­μές οπαδός της κοινωνίας της αγοράς, των αστικών θεωριών περί ελευθερίας, ομοφρόνων των καπιταλιστών. Απαιτού­σε όμως από αυτούς -μάταια φυσικά-να είναι ηθικοί, να μην παραβιάζουν τα αστικά δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες του άλλου. Μέσα από το καλλιτεχνικό του έργο, τη σιωπή, το λό­γο και πολλές φορές την πράξη εναντιωνόταν στην ίδια την πρακτική μιας ιδεολο­γίας και πολιτικής αντίληψης, ιδιαίτερα σε ε­πιμέρους ζητήματα, στο όνομα της «καθαρό­τητας» των γενικών και αφηρημένων διακη­ρύξεων αυτής ακριβώς της ιδεολογίας…

Ένα εκρηκτικό μίγμα ρεαλισμού και ου­τοπίας του επέτρεπε να στέκεται, να κρίνει και να δημιουργεί με ένα θετικό τρόπο, προβάλλοντας πανανθρώπινες αξίες που δεν μπορούν ωστόσο να γίνουν πράξη στο σήμερα. Η στάση του θυμίζει τον Ντίκενς, ο οποίος δεν δίσταζε να περιγράψει και να καταγγείλει την ωμότητα της τάξης στην ο­ποία ο ίδιος θωρούσε πως ανήκε ψυχή τε και σώματι.

Ο Μάνος Χατζιδάκις έμεινε πιστός στις αντιλήψεις του ως το τέλος. Αυτό ίσως του ε­πέτρεψε να δημιουργεί, ως το τέλος. Στο Τρίτο Πρόγραμμα, στο Σείριο, στην Ορχή­στρα των Χρωμάτων, στην ίδια του τη μουσι­κή, δίνοντας μικρόφωνο, βήμα και χώρο σε νέους καλλιτέχνες, διδασκόμενος, διδάσκο­ντας και ο ίδιος. Χαρίζοντας μας τους Μύ­θους μιας Γυναίκας, Τις Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς, την Πορνογραφία και άλλα. Όλα αυτά σε αντίθεση με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες -των οποίων το έργο είναι δικό μας- οι οποίοι μεταπηδούν στα τελειώματα τους σαν πολιτικά καγκουρό από χώρο σε χώρο για να κουρνιάσουν τελικά στο «μέγαρο», ανήμποροι πλέον να εμπνευσθούν και ανίκανοι να παράξουν, δίπλα στις κυρίες με τα σιδερωμένα πρόσωπα, που χειρίζονται τα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου διαμεσολα­βώντας τις πολιτικές αντιλήψεις για την τέ­χνη και τον πολιτισμό των ισχυρών, οι οποίοι γνωρίζουν τη σπουδαιότητα του θέματος.

Τον Ιούνιο του 1994 τέλειωσε η μουσική για την Οδό Ονείρων. Ο Μ. Χατζιδάκις πέ­θανε. Ο ίδιος, αθεράπευτα πιστός στο δρόμο που διάλεξε με το έργο του, ξαγρυπνά ως το πρωί για να μαζέψει τα καινούρια όνειρα που εμείς του χαρίσαμε, χωρίς να το γνωρί­ζουμε, να τα φυλάει και να μας τα επίστρε­ψε ι σε μουσική. Τα; άλλα είναι δικιά μας υπόθεση. Κανείς δεν ζει αληθινά αυτό που θα ήθελε να ζει εκτός από όσους πραγματικά τολμούν. Γιατί τ’ όνειρο είναι μια στιγμή κι όλες οι άλλες στιγμές…. Όμως όνειρο δεν εί­ναι ότι δεν πραγματοποιείται ποτέ μα ότι δεν πραγματοποιήθηκε ακόμη. Και σ’ αυτή την ενδιαφέρουσα πορεία όσων ακόμα ξα­γρυπνούν και ονειρεύονται, όσων αρνούνται το ξέφτισμα της ζωής, η μουσική του θα μας χαρίζει το τραγούδι για τη χαρά, τον έρωτα, τη λύπη που πέρασε, τις μουσικές εικόνες α­πό το σινεμά, το θέατρο της ζωής και το άλ­λο, στιγμές από την αινιγματική αοριστία του επιθυμητού και ανεπιθύμητου μέλλοντος μας που προβάλλει στο σήμερα.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: