RSS Feed

ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

του Σταύρου Μαυρουδέα

18-02-2001

Η εμπορευματοποίηση της έρευνας έχει ως αποτέλεσμα τη βιομηχανοποίηση της επιστήμης και τη μαζική εισαγωγή μέσα στην «πανεπιστημιακή κοινότητα» όχι πλέον απλά ιεραρχικών σχέσεων, όπως στο παρελθόν, αλλά σχέσεων μισθωτής εργασίας, με εξωπανεπιστημιακές διασυνδέσεις και προσδιορισμούς.

 ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

 ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ

Το πανεπιστήμιο περνά από τρεις διακριτές «εποχές»: από το ερασμιακό πανεπιστήμιο των πρώτων αστικών χρόνων στο δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο και σήμερα στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο. Στις δύο πρώτες φάσεις η υπαγωγή της επιστήμης στις ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής κερδοφορίας (δηλαδή η σχέση πανεπιστήμιο) ήταν έμμεση και τυπική. Αντιθέτως, αυτό που διαφοροποιεί ριζικά την τρίτη φάση-στάδιο από τις προηγούμενες της είναι η ουσιαστική πλέον και άμεση υπαγωγή της επιστήμης στις ανάγκες του κεφαλαίου.

Στο ερασμιακό πανεπιστήμιο, που αντιστοιχούσε στο στάδιο τον καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού, η σχέση πανεπιστήμιο οργανωνόταν και αποσκοπούσε στην ιδεολογική κυρίως λειτουργία. Η επιστήμη δεν είχε αναπτυχθεί πλήρως σε παραγωγική δύναμη, δηλαδή δεν υπήρχε ακόμη -παρά μόνο εν σπέρματι και κατά τάση- η οργανική διαπλοκή επιστήμης και παραγωγής. Σύμφωνα με την παραδοσιακή φιλελεύθερη αστική παράδοση, το πανεπιστήμιο αποτελούσε «ελεύθερο έδαφος» αφιερωμένο στην ελεύθερη, ακώλυτη επιστημονική έρευνα και στην εκπαίδευση με σκοπό το «γενικό καλό». Η παραγωγική λειτουργία του ερασμιακού πανεπιστήμιου ήταν ασήμαντη ή ανύπαρκτη: είναι χαρακτηριστικό ότι οι τεχνολογικές καινοτομίες και αλλαγές του 18ου και του 19ου αι. δεν προήλθαν από τα πανεπιστήμια αλλά από τη διαδικασία της παραγωγής και τις συνδεόμενες με αυτήν σχολές μαθητείας. Επιπλέον, το ερασμιακό πανεπιστήμιο παρέμεινε, κατά βάση, ένα κλειστό «αριστοκρατικό» πανεπιστήμιο. Τέλος, η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας εκφραζόταν μόνον εξ αποστάσεως μέσα στο πανεπιστήμιο, ιδιαίτερα με τη μορφή της θεωρητικής αντιπαράθεσης (επιστήμονες και διανοούμενοι που θεωρητικά παίρνουν το μέρος του κόσμου της εργασίας).

Στο δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο, που αντιστοιχούσε στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ο ρόλος του κράτους στη διαμόρφωση του πανεπιστημίου ως τριτοβάθμιας (ανώτατης) εκπαίδευσης μέσα σε ένα ενιαίο (κρατικά ρυθμιζόμενο) εκπαιδευτικό σύστημα ήταν άμεσος. Εάν στο ερασμιακό πανεπιστήμιο η παρέμβαση της  πολιτικής εξουσίας περιοριζόταν στη θεσμοθέτηση της πανεπιστημιακής ελευθερίας και των ορίων της, στο δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο το πλαίσιο οργάνωσης, λειτουργίας (και ιδιαίτερα χρηματοδότησης και αναπαραγωγής) του ακαδημαϊκού συστήματος ρυθμιζόταν πολύ πιο άμεσα. Το κράτος αναλάμβανε πλέον άμεσα την ευθύνη λειτουργίας τον πανεπιστημίου και φυσικά διαμεσολαβούσε πολύ πιο στενά τη λειτουργική εξυπηρέτηση, εκ μέρους του πρώτου, των αναγκών της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Ταυτόχρονα, ο κατανεμητικός ρόλος τον πανεπιστημίου (δηλαδή η οργάνωση και εξυπηρέτηση του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού καταμερισμού) απόκτησε αυξανόμενη σημασία – πέραν του ιδεολογικού ρόλου. Αυτό αντιστοιχούσε στη ραγδαία πλέον ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας και την ταχεία εισαγωγή της στην παραγωγής. Η δημιουργία πανεπιστημιακών σχολών που εκπαίδευαν μηχανικούς και τεχνικούς είναι χαρακτηριστική. Ταυτόχρονα, το δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο ήταν ένα μαζικό πανεπιστήμιο, ανοιχτό πλέον και στους γόνους άλλων -πέραν της αστικής-κοινωνικών τάξεων.

Το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο αντιστοιχεί γενικά στο νέο στάδιο που αναπτύσσεται μετά το ’70, αν και στοιχεία του κυοφορούνταν ήδη από την τελευταία κρατικο-μονοπωλιακή φάση του προηγούμενου σταδίου. Κεντρικό θεμέλιο του είναι η άμε­ση σύνδεση της παραγωγής επιστήμης με την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, δηλαδή η άμεση υπαγωγή της επιστήμης στο κεφά­λαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η διάσταση του πανεπιστημίου από την κοι­νωνική παραγωγή, γιατί κάτι τέτοιο θα ση­ματοδοτούσε την ουσιαστική κατάργηση του πρώτου. Όμως, οι ανάγκες και οι επι­ταγές της καπιταλιστικής παραγωγής και συσσώρευσης έρχονται πλέον πολύ πιο κοντά στο πανεπιστήμιο ενώ πληθαίνουν και συσφίγγονται οι εν­διάμεσοι μηχανισμοί και κρίκοι. Αυτή η άμεση πλέον υπαγωγή εκ­φράζεται και στα τρία θεμελιακά πεδία του: την έρευνα, την εκπαί­δευση και τη διοίκηση.

Η έρευνα είχε αναβαθμιστεί, σε σχέση με τη διδασκαλία που παλιότερα ήταν το κύριο μέλημα, από την προηγούμενη εποχή του πανεπιστημίου. Ήδη το δημόσιο-κρατικό πανεπιστήμιο αναλάμβανε σημαντικό ρόλο στον τομέα της Έρευνας και της Ανάπτυξης και απορροφούσε σημαντικούς οικονομικούς πόρους κυρίως κρατικής χρηματοδότησης. Όμως, το κέντρο βάρους της έρευνας, σε όλη την εποχή του δημόσιου-κρατικού πανεπιστημίου, ήταν στη βασι­κή έρευνα. Δευτερευόντως, διεξαγόταν και εφαρμοσμένη έρευνα (έρευνα σε συνήθως επιμέρους ζητήματα και με άμεσο στόχο την επιχειρηματική της αξιοποίηση). Στο ε­πιχειρηματικό πανεπιστήμιο η ισορροπία αυτή ανατρέπεται, καθώς προωθείται μία διαστρωμάτωση όπου κάποια λίγα ιδρύμα­τα εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πα­λιά, άλλα γίνονται κυριολεκτικά τμήματα μελετών επιχειρήσεων και άλλα περιορίζο­νται στη διδασκαλία χωρίς να διεξάγουν ουσιαστικά έρευνα. Σε όλες σχεδόν τις πε­ριπτώσεις (εκτός των τελευταίων «διδακτη­ρίων») όμως έχει ενισχυθεί ο ρόλος της ε­φαρμοσμένης έρευνας που επιβάλλει μία αμεσότερη σύνδεση με την οικονομία και την αγορά. Η έρευνα λοιπόν «βιομηχανο­ποιείται», δηλαδή καλλιεργείται μαζικά και υπάγεται πολύ πιο άμεσα στις ανάγκες του κεφαλαίου. Η μαζική, βιομηχανοποιημένη και εμπορευματοποιημένη ερευνά χρειά­ζεται, εκτός από τους πανεπιστημιακούς, έ­να ειδικό προσωπικό-άσχετο, εν πολλοίς, από την πανεπιστημιακή διδασκαλία-που αποτελεί κυριολεκτικά μισθωτή διανοητική εργασία. Το δυναμικό αυτό αποτελείται α­πό προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές και πτυχιούχους ερευνητές, που προσλαμβάνονται στα διάφορα πανεπιστη­μιακά ερευνητικά κέντρα και προγράμμα­τα.

Στο πεδίο της εκπαίδευσης, πρώτον, αλ­λάζει ο διαχωρισμός των γνωστικών αντι­κειμένων και πλέον αντί τα πανεπιστημια­κά τμήματα να καλύπτουν μία ολόκληρη επιστήμη (δίνοντας και ανάλογα εργασιακά δικαιώματα), προωθείται μία κατακερματιστική εξειδίκευση συνδυασμένη με μία α­πατηλή διεπιστημονικότητα και την άνοδο των εφαρμοσμένων και επιχειρηματικών κατευθύνσεων. Αυτό γιατί ο κληροδοτημέ­νος από το Διαφωτισμό παραδοσιακός α­καδημαϊκός διαχωρισμός των επιστημών δεν είναι πλέον επαρκώς λειτουργικός για τον καπιταλισμό. Καθώς το πανεπιστήμιο υπάγεται άμεσα πλέον στην παραγωγή, η παραδοσιακή ακαδημαϊκή διαίρεση -που στόχευε κυρίως στην καλλιέργεια αστών πολιτών-φορέων της κυρίαρχης ιδεολογίας αλλά ταυτόχρονα με μία ευρύτητα σκέψης-χρειάζεται μόνο για μία εξαιρετικά μειο­ψηφική ελίτ. Αντίθετα, η μάζα των αποφοί­των πρέπει να διαμορφωθεί και να διοχετευθεί όπως και εκεί που οι α­νάγκες της καπιταλιστικής παραγω­γής επιτάσσουν. Συνεπώς, το πανε­πιστήμιο οργανώνει τμήματα με βά­ση όχι μία αυστηρή επιστημονική δι­αίρεση αλλά με βάση τις μεσοπρό­θεσμες (και συχνά και τις βραχυπρόθε­σμες) ανάγκες της καπιταλιστικής οικονο­μίας, ενώ τα περισσότερα παραδοσιακά τμήματα -ιδιαίτερα στις ανθρωπιστικές ε­πιστήμες- υποβαθμίζονται, υποχρηματοδοτούνται, δεν στελεχώνονται επαρκώς ή και κλείνουν. Τα νέα τμήματα είναι εξαιρετικά εξειδικευμένα -δεν καλύπτουν δηλαδή το σύνολο μίας επιστήμης- και συχνά είναι διεπιστημονικά (συνδυάζοντας στοιχεία α­πό διαφορετικούς επιστημονικούς κλά­δους). Οι πρόωρες εξειδικεύσεις -και μά­λιστα σε προπτυχιακό επίπεδο, δηλαδή πριν ένας φοιτητής μπορέσει να αποκτήσει μία συνεκτική επιστημονική συγκρότηση-δεν παράγουν ουσιαστικά επιστήμονες (με την παραδοσιακή έννοια του όρου) αλλά ε­πιστημονικά καταρτισμένους ειδικούς σε εξαιρετικά περιορισμένα πεδία. Το αποτέ­λεσμα είναι η ελαχιστοποίηση οποιασδή­ποτε συνολικής οπτικής και συνακόλουθης κριτικής θεώρησης. Επιπλέον, περιορίζο­νται τα εργασιακά δικαιώματα καθώς ένας τέτοιος πτυχιούχος μπορεί να απασχοληθεί μόνο σε ένα περιορισμό φάσμα εργασιών.

Δεύτερον, επιβάλλεται μία τάση σχολειοποίησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας και εκκαθάρισης της από κάθε κρι­τικό και αμφισβητησιακό στοιχείο. Καθώς επιβάλλονται διαδικασίες α­νταγωνισμού μεταξύ των πανεπιστη­μιακών ιδρυμάτων επικρατούν ορι­σμένα κυρίαρχα διδακτικά πρότυπα που ορίζονται ως «κανόνας» και που λειτουργούν πολύ πιο ασφυκτι­κά από οποιαδήποτε προηγούμενα καθώς συνδυάζονται άμεσα με οι­κονομικά οφέλη.

Στο τομέα της διοίκησης του πα­νεπιστημίου, συνεπακόλουθο της ά­μεσης υπαγωγής της επιστήμης και του πανεπιστημίου στο κεφάλαιο εί­ναι ότι η λειτουργία του τελευταίου χάνει το δημόσιο και τυπικά κοινω­φελή μανδύα της και συνδέεται στε­νότερα με ιδιωτικά συμφέροντα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία διαδι­κασία ιδιωτικοποίησης, όχι με την έννοια της παραχώρησης στην ιδιω­τική ιδιοκτησία όσο στους στόχους» που θέ­τει το πανεπιστήμιο. Επιπλέον, η διοίκηση του πανεπιστημίου αρχίζει να αντιγράφει εταιρικά πρότυπα, τόσο τυπικά όσο και ου­σιαστικά. Όσον αφορά τους στόχους, το ε­πιχειρηματικό πανεπιστήμιο αντί να στο­χεύει στην παραγωγή και μετάδοση γενι­κών (και ως ένα βαθμό, και πάντα μέσα σε πλαίσια ενσωματώσιμα στο αστικό σύστη­μα, κριτικών) γνώσεων και ειδικεύσεων, που να εξυπηρετούν το σύνολο της αστικής κοινωνίας -και συνεπώς να εμφανίζονται υπεράνω είτε επιμέρους ιδιωτικών συμφε­ρόντων είτε, ακόμη, και επιμέρους ταξικών συμφερόντων, ως καθολική και υπερταξική κοινωνική συνεισφορά- συνδέεται όλο και πιο στενά και εμφανώς τόσο με τις γε­νικές προαπαιτήσεις του κεφαλαίου όσο και με επιμέρους ιδιωτικά κεφάλαια. Δεν είναι σημαντικό στο ζήτημα αυτό εάν επε­κτείνονται ή όχι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια αλλά ότι στη θέση της πανεπιστημιακής «καθολικότητας» τοποθετείται η «υπεροχή» σε ένα εξειδικευμένο πεδίο που άμεσα ή έμμεσα συνδέεται με ιδιωτικά οικονομι­κά συμφέροντα. Το μοντέλο του «πανεπι­στημίου της υπεροχής» υπαγορεύει την ε­ξειδίκευση σε ένα συγκεκριμένο τομέα ό­που το συγκεκριμένο ίδρυμα θα πρέπει να κατισχύσει τον ανταγωνισμό άλλων συγγε­νών ιδρυμάτων. Συνεπώς, η εξειδίκευση συνδυάζεται με τον ανταγωνισμό και συν­δέεται με ιδιωτικά συμφέροντα, καθώς ο τελευταίος δεν αφορά μόνο τη φήμη αλλά και τη χρηματοδότηση.

Ταυτόχρονα, αλλάζει ο κοινωνικός χα­ρακτήρας των πανεπιστημιακών ομάδων. Δίπλα στο παραδοσιακό ακαδημαϊκό δυ­ναμικό, μαζικοποιείται τόσο το ερευνητικό προσωπικό όσο και το μερικής απασχόλη­σης διδακτικό προσωπικό. Οι συνθήκες εργασίας των κατηγοριών αυτών επιδει­νώνονται ραγδαία. Κατ’ αρχήν προσλαμ­βάνονται συνήθως με συμβάσεις ορισμέ­νου χρόνου ή ακόμη και με δουλειά με το κομμάτι (συγκεκριμένο έργο). Οι αμοιβές τους είναι χαμηλές ενώ η ασφαλιστική κά­λυψη μηδαμινή ή ανύπαρκτη. Κυριαρχεί η εργασιακή αβεβαιότητα καθώς σχεδόν τί­ποτα δεν εξασφαλίζει τη μακρόχρονη α­πασχόληση τους. Ταυτόχρονα, εντατικο­ποιείται δραματικά η εργασία τους καθώς αυξάνει ο όγκος δουλειάς και σκληραί­νουν οι χρονικοί περιορισμοί. Εκτός από την εμφάνιση αυτών των νέων μερίδων μι­σθωτής διανοητικής εργασίας, η αναβάθ­μιση του παραγωγικού ρόλου του πανεπι­στημίου οδηγεί στο μετασχηματισμό των χαρακτηριστικών των κλασικών κοινωνι­κών μερίδων (καθηγητές, φοιτητές). Το παραδοσιακό καθηγητικό σώμα διασπάται μεταξύ μερίδων μισθωτής εργασίας και μερίδων εκμισθωτών της. Αντίστοιχα, στο φοιτητικό πληθυσμό (και με κέντρο κυ­ρίως τους μεταπτυχιακούς) εμφανίζονται μερίδες εκμεταλλευόμενης μισθωτής ερ­γασίας.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της «επο­χής» του επιχειρηματικού πανεπιστημίου είναι ότι αντί για ένα περισσότερο ή λιγό­τερο ενιαίο μοντέλο πανεπι­στημίου δημιουργείται μία τρι­πλή πυραμιδοειδής διαστρω­μάτωση ιδρυμάτων διαφορετι­κών τύπων που όμως συγκρο­τούν ένα λειτουργικό σύνολο.

Το πρώτο στρώμα αποτε­λείται από ιδρύματα κλασικού χαρακτήρα (δημόσια ή ιδιωτι­κά), που παράγουν επιστήμη και εκπαιδεύουν σε αυτή χω­ρίς να δεσμεύονται άμεσα για την εξυπηρέτηση ειδικών κα­πιταλιστικών επιχειρηματικών συμφερόντων. Πρόκειται για ιδρύματα με υψηλό κύρος -και ισχυρές οικονομικές βά­σεις, που τα αποδεσμεύουν α­πό οικονομικές πιέσεις και ε­ξαρτήσεις- που αποσκοπούν στην παραγωγή των ελίτ της άρχουσας τάξης αλλά και στη διεξαγωγή βασικής έρευνας. Το δεύτερο στρώμα αποτελείται συνήθως από δημό­σια ιδρύματα που προορισμός τους είναι κυρίως η εκπαίδευση, ενώ η έρευνα που διεξάγουν είναι λιγότερο βασική και ολο­ένα και περισσότερο εφαρμοσμένη και ε πιχειρηματικοποιημένη, καθώς ο περιορι­σμός της κρατικής χρηματοδότησης οδη­γεί στον ανταγωνισμό για χορηγούς και επιχειρηματικά ερευνητικά και εκπαιδευ­τικά προγράμματα. Τέλος, το τρίτο στρώ­μα απαρτίζεται από χαμηλού επιπέδου ι­δρύματα με άμεση επιδίωξη την κερδο­φορία και τυχάρπαστο εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο. Τα ιδρύματα αυτά είναι πολλές φορές ιδιωτικής ιδιοκτησίας και η επιβίωση τους σχετίζεται άμεσα με την κερδοφορία τους. Τα εκπαιδευτικά προ­γράμματα τους είναι σχετικά βραχύβια, αφορούν ουσιαστικά επιστημονική κα­τάρτιση και στενές εξειδικεύσεις και επι­διώκουν να καλύψουν άμεσες ανάγκες των επιχειρήσεων.

ΝΗΣΙΔΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΤΑ ΑΕΙ;

ΑΝΤΙΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Οι κατεστημένες απόψεις συ­νήθως υποστηρίζουν ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να προ­σαρμοστεί στο θαυμαστό καινούργιο κόσμο της πλή­ρους κυριαρχίας της ελεύθερης οικονομίας και της «παγκοσμιοποίησης»- στα οποία προστίθενται συνήθως σαν καρύκευμα οι «νέες τεχνολογίες». Φυσικά, η ανάγκη προ­σαρμογής του πανεπιστημίου στις νέες απαι­τήσεις του καπιταλιστικού συστήματος προ­βάλλεται ως μία ουδέτερη ταξικά αναγκαιό­τητα στο όνομα μίας επίσης υπερταξικά -και συνήθως τεχνικιστικά- κατανοούμενης προ­όδου. Η προσαρμογή αυτή επιτάσσει το πα­νεπιστήμιο να εγκαταλείψει το χρυσελεφά­ντινο πύργο του και να πλησιάσει τον κόσμο της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Να συνδεθεί στενότερα με τις ανάγκες του και ενδεχομένως να λειτουργήσει και το ίδιο ε­πιχειρηματικά ή και να γίνει επιχείρηση.

Απέναντι στην κυρίαρχη αυτή κίνηση αντιπαρατίθενται πολλές φορές φωνές μέσα από την ακαδημαϊκή κοινότητα αλλά και α­πό το επίσημο πολιτικό σκηνικό, που υπο­στηρίζουν ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να παραμείνει λίγο-πολύ ένας χώρος εκτός α­γοράς. Η κρίση του αποδίδεται στις βίαιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές οικονομικής λι­τότητας και πολιορκίας του πανεπιστημίου από τις δυνάμεις της αγοράς. Υποστηρίζε­ται δε ότι το πανεπιστήμιο οφείλει να καλ­λιεργεί τις πολιτιστικές και γνωσιακές βά­σεις για την αναπαραγωγή της αστικής κοι­νωνίας αλλά δεν πρέπει να εμπλακεί άμεσα με την οικονομική παραγωγή και αναπαρα­γωγή. Γι’ αυτό λυδία λίθος θεωρείται συνή­θως η διατήρηση του δημόσιου -ή έστω μη-κερδοσκοπικού- χαρακτήρα του. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις γίνεται αποδεκτή μία ε­λεγχόμενη επιχειρηματική διαπλοκή και λειτουργία του πανεπιστημίου.

Ουσιαστικά στις δύο αυτές απόψεις α­ποτυπώνεται η νέα και η παλιά κυρίαρχη α­ντίληψη για το πανεπιστήμιο. Όμως, με τη δεύτερη συμπλέουν συνήθως και πολλές α­πόψεις μέσα στην Αριστερά. Οι απόψεις αυτές -κυρίως στα πλαίσια του αντινεοφιλελεύθερου μετώπου- είτε θεωρούν το πα­νεπιστήμιο ένα ιδανικό μηχανισμό του κα­πιταλισμού, που μάλλον ξεπερνά τα όρια του συστήματος και συνάδει με το σοσιαλι-σμ,ό είτε θεωρούν ότι πρέπει να υπάρξει σήμερα μία αμυντική συμμαχία με μερίδες του συστήματος πριν γίνει δυνατή μία νέα επαναστατική έφοδος. Πρόκειται για μία αδιέξοδη αντίληψη, γιατί δεν έχει κανένα νόημα να στηρίξει το εργατικό και κομμου­νιστικό κίνημα την παλιά κυρίαρχη κατά­σταση πραγμάτων στον καπιταλισμό, όταν ο ίδιος ο τελευταίος αναιρεί τους όρους ύ­παρξης της και την ανατρέπει.

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ΠΑΛΗΣ

 ΜΕΤΩΠΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ – ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Είναι δημοφιλής σήμερα μία γραμμή αντίθεσης στις αλλαγές στο πανεπιστήμιο που επικεντρώ­νεται στην υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτή­ρα του, δευτερευόντως αναφέρεται στην επιχειρηματοκοποίηση και επιδιώκει τη διατήρηση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων. Συνήθως, αναλίσκεται σε ηθικές επικλήσεις ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίη­ση, ενώ θεωρεί ότι το πανεπιστήμιο υποδουλώ­νεται σε κάτι ξένο (τις καπιταλιστικές δυνάμεις της αγοράς). Προτείνεται επομένως η αφύπνιση της διανοητικής εντιμότητας των πανεπιστημια­κών και η διαμόρφωση διαταξικών συμμαχιών -στη βάση αυτών των κοινών ηθικών πεποιθή­σεων- με τις άλλες μερίδες του πανεπιστημια­κού χώρου (φοιτητές κ.λπ.) και η αποσύνδεση του πανεπιστημίου από την οικονομία και την παραγωγή. Η προσπάθεια αυτή, όσο έντιμη και εάν είναι, είναι ατελέσφορη. Οι ηθικές επικλή­σεις δεν αρκούν για να αντιμετωπιστούν πιέσεις που έχουν βαθιές κοινωνικές ρίζες. Η αλλαγή της λειτουργίας του πανεπιστημίου κάνει το ίδιο καπιταλιστική επιχείρηση ή υπεργολάβο καπιτα­λιστικών δραστηριοτήτων. Όμως, σε καμία περί­πτωση δεν πρόκειται για υποδούλωση σε κάτι ξένο αλλά για εξελίξεις που γεννιούνται και στο εσωτερικό του πανεπιστημίου. Εξάλλου, πολλές φορές είναι επιχειρηματικοποιημένα πανεπιστή­μια που «υποδουλώνουν» ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Η μόνη ρεαλιστική βάση αντίθεσης στο επι­χειρηματικό πανεπιστήμιο είναι η ανακάλυψη των απελευθερωτικών δυνάμεων και δυνατοτή­των της εργασίας που η ίδια η καπιταλιστική α­νάπτυξη γεννά και ταυτόχρονα διαστρέφει και καταπνίγει. Οι νέες εργατικές φιγούρες που γεννιούνται μέσα από την πιο εκμεταλλευτική ε­ποχή του πανεπιστημίου είναι απτό δείγμα των δυνατοτήτων αυτών. Η ραγδαία ανάπτυξη των ανθρώπινων γνώσεων και η εξίσου σημαντική αύξηση των ανθρώπινων δημιουργικών δυνατο­τήτων κάνουν, ίσως για πρώτη φορά στην ιστο­ρία, τόσο ρεαλιστική την υπέρβαση του κοινωνι­κού ορίζοντα της εκμετάλλευσης ανθρώπου α­πό άνθρωπο. Η αντιπαράθεση με το επιχειρη­ματικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να επιτύχει πα­ρά μόνο εάν συνδεθεί με αυτή την προοπτική. Η μόνη κοινωνική δύναμη που μπορεί να αντιπα­λέψει το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν είναι διαταξικές συμμαχίες στην βάση ηθικών κελευ­σμάτων, αλλά η ενοποίηση όλων αυτών των πα­νεπιστημιακών μερίδων που οδηγούνται στην μισθωτή εργασία και η σύνδεση τους με τον κό­σμο της εργασίας εκτός πανεπιστημίου. Άλλω­στε οι μερίδες αυτές -τόσο μέσα στο πανεπι­στήμιο όσο και αυτές που παράγονται από το πανεπιστήμιο και βγαίνουν μετά στην αγορά ερ­γασιακής δύναμης- βρίσκονται στην καρδιά των καινούργιων εργασιακών κατηγοριών που δημι­ουργεί το νέο στάδιο του καπιταλισμού. Ένα τέ­τοιο μέτωπο παιδείας-εργασίας, που θα ενώνει τις εργαζόμενες μερίδες του πανεπιστημίου με­ταξύ τους αλλά και με τις εργαζόμενες μάζες ε­κτός πανεπιστημίου, δεν μπορεί παρά να βάλει στο επίκεντρο του το ζήτημα της εργασίας: τό­σο της βελτίωσης της θέσης της μέσα στη ση­μερινή τάξη πραγμάτων αλλά κυρίως την απε­λευθέρωση της από τη μισθωτή εργασία.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν πρέπει να διστάζει να συνδέει το πανεπιστήμιο με την παραγωγή και την εργασία. Άλλωστε, μία κοινωνία της α­πελευθερωμένης εργασίας θα πρέπει να υπερ­βεί την ύπαρξη ενός θεσμού γνώσης διαχωρι­σμένου από την παραγωγή, όπως το πανεπιστή­μιο. Δύναμη του αιτήματος απελευθέρωσης από τη μισθωτή εργασία είναι ακριβώς η στήριξη στον κόσμο της εργασίας και της δημιουργίας. Στο επίκεντρο του προγράμματος ενός μετώ­που παιδείας – εργασίας πρέπει να είναι η επιχειρηματικοποίηση είτε με δημόσια είτε με ιδιω­τική μορφή. Αυτό άλλωστε εμπεριέχει και τη διεκδίκηση του δημόσιου χαρακτήρα. Επιπλέον, πρέπει να έχει άποψη για την παρεχόμενη γνώ­ση και να διεκδικεί αυτή να διευρύνει τους κοι­νωνικούς και γνωστικούς ορίζοντες και να διευ­κολύνει τον κόσμο της εργασίας να οργανώνει και να διευθύνει αυτός την κοινωνική παραγω­γή. Φυσικά, κάτι τέτοιο αντίκειται στις θεμελια­κές βάσεις του σημερινού κοινωνικού συστήμα­τος, αλλά βήματα στην κατεύθυνση αυτή σαφώς και μπορούν να επιτευχθούν. Επίσης, σημαίνει τη διεκδίκηση η εκπαίδευση να συνδυάζεται με το δικαίωμα στην απασχόληση με σταθερούς και αξιοπρεπείς όρους. Ακόμη σημαίνει τη διεκδίκηση της ελεύθερης πρόσβασης , ιδιαίτερα για τα εργαζόμενα και τα λαϊκά στρώματα, στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: