RSS Feed

ΕΝΤΕΧΝΟ ΚΑΙ ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

του Μιχάλη Λεγάκη

(γραμμένο τη δεκαετία του ’90)

ΕΝΤΕΧΝΟ ΚΑΙ ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Από τα χρόνια του Όθωνα μέχρι και τις μέρες μας, τα συγκρουόμενα μουσικά ιδιώματα σε κάθε συγκυρία εξέφραζαν με έναν τρόπο ιδιόμορφο, και έμμεσο πολλές φορές, ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, ενώ η ίδια η μουσική συχνά γινόταν κραυγή απελπισίας και έσχατο καταφύγιο κοινωνικών στρωμάτων και ομάδων, που έβλεπαν τη θέση τους να διακυβεύεται και το μέλλον τους να απειλείται.

Ο πρώτος και κύριος διαχωρισμός που διαπερνά το ελληνικό τρα­γούδι από τότε που δημιουργήθη­κε ελληνικό κράτος είναι εκείνος μεταξύ έντεχνου και λαϊκού. Εκφρασμένος μέσα από την αντίθεση δύο διαφορετικών μουσικών παραδόσεων (α­πό τη μία εκείνων των ευρωπαϊκών σαλο­νιών, από την άλλη αυτών που είχαν ανα­πτυχθεί στα εγχώρια χωράφια και τις φτωχογειτονιές), αποτύπωνε ως και το 1955-1960 το ότι οι πολιτισμικοί δρόμοι έκφρασης των δύο αντίπαλων ταξικών πληθυσμών ήταν αντιθετικοί.

Σε ένα πρώτο επίπεδο η ουσία της ρή­ξης τοποθετείτο στο ήθος, δηλαδή τη νοο­τροπία. Τα δύο αντίπαλα ταξικά μπλοκ, διαχωρισμένα μεταξύ τους όχι α­πλά στη βάση της φτώχειας ή του πλούτου, αλλά και μέσω της διάκρισης εγγραμματοσύνης εναντίον προφορικότητας, πνευματικής ενα­ντίον χειρωνακτικής εργασίας, δια­μόρφωναν το καθένα για τον εαυτό του από έναν τρόπο σκέψης, ο οποίος παρεξέκλινε από τον άλλο ριζικά.

Οι μεν αστοί, τοποθετημένοι μέσα στην ισχύ και το κύρος (αλλά και τη δυνατότη­τα «απογείωσης» από την υλικότητα) που τους παρείχαν ο πλούτος και η καλλιέρ­γεια, διατρέχονταν από μία νοοτροπία οι ακρογωνιαίοι άξονες της οποίας ήταν η αισθαντικότητα, η εσωστρέφεια («πνευ­ματικότητα») και η αποστασιοποίηση («τυπικότητα»). Αν ακούσει κανείς τα τραγούδια του Αττίκ ή του Χατζηδάκη (των κλασικότερων δηλαδή εκφραστών της εγ­χώριας αστικής κουλτούρας), θα διαπι­στώσει αυτά τα τρία χαρακτηριστικά – τα οποία ο Πιέρ Μπουρντιέ είχε συγκαταλέ­ξει κάτω από το όρο «καθα­ρό βλέμμα» – αμέσως. Στίχοι όπως τι με νοιάζει κι αν πονώ /αφού θα ‘χω γίνει κρί­νο/ φέρτε μου ένα μαντολίνο, ή μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες, πλαισιωμένοι από μία μουσική κάλυψη «αιθέρια», απαλή και λυρική, αποτελούσαν ένα κλασικό δείγμα το ότι ο αστικός ψυχοσυναισθηματισμός διαμορφωνόταν στη βάση της απομάκρυνσης από τη φτηνή και θλιβερή πραγματικότητα και του εγκλεισμού.

Αντίθετα, ο λαϊκός, τοποθετημένος μέ­σα στις ταξικές προγραφές της φτώχειας, της μορφωτικής ακαλλιέργειας και της χειρωνακτικότητας, διακρινόταν από την εξωστρέφεια, τη φυσικότητα και το ρεαλισμό. Το τραγούδι του Απόστολου Χατζη­χρήστου (1940) Μην είσαι ψεύτρα, δίγνωμη/ μη μου μιλάς με μάσκα/ γιατί κι εγώ έχω καρδιά/ και ας φορώ τραγιάσκα, ό­πως και κάθε άλλο λαϊκό τραγούδι που φτάνει ως τις μέρες μας, είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστικό. Τα εργατολαϊκά στρώματα, έχοντας μάθει να ζουν μια ζωή επίπονη, «φυσική» (με την έννοια της χειρωνακτικότητας) και θλιβερή, συ­νήθιζαν, όπως και εξακολουθούν να το κάνουν, να εκφράζουν τα συναισθήματα τους με έναν τρόπο άμεσο, αυθόρμητο και «αναιδή».

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτό που τα χώριζε από τους αστούς. .Παράλληλα, και καθώς οι δύο τάξεις βρίσκονταν σε συνε­χή ανταγωνισμό, τα δύο αυτά πολιτισμικά συστήματα λειτουργούσαν αντίστοιχα και ως μηχανισμοί παραγωγής ή εμπέδωσης ι­δεολογίας.

Στην περίπτωση του έντεχνου τραγου­διού τα νοήματα ήταν προφανή. Μέσα α­πό τη «ρεμβάζουσα» και ρομαντική θλίψη του Αττίκ ή το ελιτίστικο και παιχνιδιάρι­κο ύφος του Χατζηδάκη και των διάφορων Τρίο βλέπαμε ουσιαστικά τις ιδεολογικές απολήξεις του αστικού εστετισμού, που α­πολαμβάνοντας τη ζωή και τον έρωτα μέ­σα από την πουπουλένια νιρβάνα της κυ­ριαρχίας απαντούσε απέναντι στην ευτέ­λεια της καθημερινότητας μέσω της φυγής στα υψίπεδα της «καθαρότητας» και της «χαράς».

Στο ρεμπέτικο, αντίθετα, η τρα­χύτητα και η επιθετικότητα του αι­σθητικού του ύφους, συνδυασμένες με την αθυροστομία, το σεξουαλι­σμό, την ηθική και νομική παραβατικότητα και τη μαγκιά, αποτελούσαν κάτι πολύ παραπάνω από την απλή καταδήλωση ενός πηγαίου λαϊκού «πρωτογονι­σμού». Για την ακρίβεια, επρόκειτο για μια προσπάθεια των πληβειακών λαϊκών στρωμάτων -τα οποία βρίσκονταν σε μία κατάσταση οικονομικής εξαθλίωσης και κοινωνικής περιθωριοποίησης- να απα­ντήσουν απέναντι στις πιέσεις που δέχο­νταν από τις «παράπλευρες απώλειες» που δημιουργούσε η σύμπηξη των καπιτα­λιστικών δομών (ανεργία, γκετοποίηση κ.λπ.) μέσα από την οικοδόμηση ενός λό­γου, ο οποίος να τοποθετείται απέναντι στις κυρίαρχες συμβάσεις και ταξικές

Μέχρι την εμφάνιση του έντεχνου λαϊκού, το εργατικό τραγούδι χαρακτηριζόταν από το ήθος και το ρεαλισμό που προέβαλλε

στρατηγικές ενσωμάτωσης ανταγωνιστι­κά. Η αρχή της συγκρότησης του κατέστη δυνατή με τη διαμόρφωση στις γειτονιές του Θησείου -ήδη από τα χρόνια του Όθωνα- ενός πληθυσμού παραβατικού, οικονομικά – κοινωνικά περιθωριοποιημέ­νου και ηθικά – νοοτροπικά περιθωρια­κού: με άλλα λόγια, με την εμφάνιση των κουτσαβάκηδων.

Ο θρυλικός αυτός παρακοινωνιακός πληθυσμός του 19ου αιώνα (ο οποίος απο­τελείτο από άνεργους, ά­εργους, πρώην μαχητές του ’21, στην αρχή, και τυπικούς κακοποιούς του κοινού ποινικού δικαί­ου), ζώντας με έναν τρό­πο έκνομο και παρασιτι­κό και γνωρίζοντας μία μαζικότητα αλλά και μία τοπική συγκέντρωση συ­γκεκριμένη, κάτι σαν γκέτο, άρχισε σιγά σιγά να συμβολοποιεί (ιδεολογικοποιεί) την κοινωνική του παρουσία μέσα από μία ταυτότητα παρεκκλί­νουσα και αποσχιστική.

Ντυμένοι εκκεντρι­κά και τραγουδώντας τραγούδια όπως «βάρα με με  το στιλέτο κι όσο αίμα τρέξει πιεσ’ το», οι κουτσαβάκηδες προσπαθούσαν -μέσω της αναδιαχείρισης των παραδό­σεων κοινωνικής απόσχισης και ηρωι­σμού που τους είχε κληροδοτήσει ο κλεφταρματολισμός- να αντιστρέψουν την κοινωνική τους περιθωριοποίηση σε «η­ρωική έξοδο». Με άλλα λόγια, και ζώ­ντας στο περιθώριο της κοινωνίας σαν παρίες, επιχειρούσαν να κατασκευά­σουν για τον εαυτό τους ένα «άλλοθι», που να μετατρέπει την ενοχή αλλά και την απογοήτευση που τους δημιουργού­σε ο κοινωνικός τους αποκλεισμός σε μέσο κοινωνικής καταξίωσης και προ­σπορισμού αυθεντίας.

Αν θα μπορούσαμε να το πούμε κάπως απλά, οι κουτσαβάκηδες ήταν για την επο­χή τους τα «φρικιά» (ή καλύτερα οι σημε­ρινές, ημι-παρακοινωνιακές συμμορίες χιπ-χοπάδων των αμερικανικών γκέτο), που ζώντας στο λυκόφως της επίσημης κοινωνίας και ζωής την παρωδούσαν, στρεφόμενοι μέσω του σαρκαστικού και αντισυμβατικού λόγου τους (αλλά και της αισθητικής τους) ενάντια στις συμβάσεις, τόσο της φτώχειας όσο και του πλούτου. Περιθωριακοί και ασυμβίβαστοι, αποθέ­ωναν μία κοσμοαντίληψη που προσπαθώ­ντας να αντιταχθεί στις κυρίαρχες νεωτερικές πιέσεις (μισθωτή εργασία και περι­θωριοποίηση) με έναν τρόπο προ-νεωτερικό (ηρωικό) συνιστούσε, σε τελευταία ανάλυση, μία μορφή αυθόρμητης, όσο και ασύμβατης με το εργατικό κίνημα, πράξης λαϊκής αντίστασης.

Εισερχόμενη αυτή στα χρόνια του Βαμβακάρη (αλλά και πολύ πιο πριν, ήδη από την εποχή της μικρασιατικής κατα­στροφής και τη συρροή στον Πειραιά των μαζών των προλεταριοποιημένων προ­σφυγών) μέσα στο κυρίως σώμα της ερ­γατικής τάξης, άρχισε σιγά σιγά να κά­μπτεται. Αν προσέξουμε καλά, θα δούμε ότι ο μάγκικος ενδυματολογικός εκκεντρισμός ήταν, σε σχέση με εκείνον των κουτσαβάκηδων, ηπιότερος. Παράλληλα, και σε διάσταση με το παρελθόν, χαρα­κτηριζόταν από μία έμφαση στην πολυτέ­λεια, δηλαδή το ακριβό ντύσιμο, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, στις οποίες εντασσό­ταν και ο ίδιος ο Βαμβακάρης, στρεφόταν άντ’ αυτής στον εργατισμό: αντικατάστα­ση της ρεπούμπλικας με την τραγιάσκα και της γραβάτας με το ανοιχτό πουκάμι­σο και τη φανέλα.

Τα στοιχεία αυτά αποτελούσαν ουσια­στικά μία ένδειξη ότι η επιθετική πολιτι­σμική ταυτότητα της μαγκιάς, εισερχόμε­νη στο πλαίσιο των κυρίαρχων ταξικών α­νταγωνισμών, άρχιζε σιγά σιγά να ενσω­ματώνει από τη μία το όραμα για ταξική ανέλιξη, από την άλλη την εμπνευσμένη από το χριστιανικό λόγο εργατική νοοτρο­πία της «λατρείας της φτώχειας». Την πρώτη τάση εξέφρασε το μεταπολεμικό ρεμπετολαϊκό: οικοδομώντας, κάτω από την πίεση της λογοκρισίας αλλά και των ι­δεολογικών ανακατατάξεων που επέφε­ραν η Αντίσταση και ο Εμφύλιος (παρά­γοντες που κατέστησαν την άρθρωση ενός παρακοινωνιακου λόγου αντίστασης αδύ­νατη και περιττή) ένα στίγμα γλεντοκόπο και μποέμ, αποτύπωνε με έναν τρόπο ότι η σταδιακή μονοπώληση του κοινωνικού αιτήματος για αντίσταση από το λόγο της πολιτικής οδηγούσε α­ναγκαστικά το λαϊκό τρα­γούδι (το οποίο στήριζε την ύπαρξη του ακριβώς πάνω στη ρήξη του με τη νεωτερικότητα) στον ιδεολογικό α­φοπλισμό.

Μία τελευταία προσπά­θεια που έκανε για να α­ναγεννηθεί, στην εποχή του Καζαντζίδη, ήταν ε­ξαρχής ναρκοθετημένη. Το μετεμφυλιακό λαϊκό, στηρίζοντας τον αντιστα­σιακό του λόγο πάνω στο ενσωματωμένο και ενσωματωτικό δίλημμα «χρι­στιανικό δόγμα εναντίον καπιταλιστικής βαρβαρότητας» -από τη μία η τιμή και η οικογένεια από την άλλη η ανηθικότητα και η απονιά των πλουσίων- παρουσίαζε μία φόρμα σε στίχο και σε μουσική που σε σχέση με την αντίστοιχη του ρεμπετο-λαϊκού ήταν εμφανώς εκφυλισμένη.

Στα μεταγενέστερα χρόνια, από το ’60-’65 και μετά, η ολοένα και μεγαλύτερη εν­σωμάτωση των λαϊκών μαζών μέσα από τον καταναλωτισμό αλλά και γενικά την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και η εμφά­νιση ενός μαζικού, μορφωμένου, αλλά λαϊκότροπου και όχι εστέτ, όπως παλιά, στρώματος μικροαστών και εργατοϋπαλ­λήλων, έθεσε τα παραδοσιακά όρια μετα­ξύ έντεχνου και λαϊκού σε νέα βάση. Από τη μια το τελευταίο, χάνοντας την οποια­δήποτε ρηξιακή του χροιά, περιοριζόταν απλά στις πρωτογενείς νοοτροπικές του συντεταγμένες, δηλαδή την εξωστρέφεια και το ρεαλισμό· από την άλλη, το πρώτο, ακουμπώντας πάνω στη μόρφωση των μα­ζών, άρχισε να γίνεται πιο προσιτό. Η ώ­ρα του έντεχνου λαϊκού και του Θεοδω­ράκη είχε σημάνει…

 ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Τελικά τι να κάνουμε; «Να πάμε Μέγαρο» ή «να πιούμε τον Βόσπορο»; Το αγωνιώδες αυτό ερώτημα δείχνει να μας επιβάλλεται (με όλη τη μεστότητα του περιεχομένου του) από τις δύο κυρίαρχες τάσεις του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού (έντεχνο εναντίον λα’ικο-πόπ) με έναν τρόπο αμείλικτο. Κεφαλοκλινείς και μελαγχολικοί τροβαδούροι, χαζοχαρούμενα και κυριλέ «σκυλιά», «πλακώνονται» ολημερίς κι ολονυχτίς από τα ΜΜΕ, θέλοντας με το ζόρι να μας πείσουν ότι η πολιτισμική τοποθέτηση που μπορεί να έχει κάποιος εργαζόμενος σήμερα στην Ελλάδα οφείλει να εντάσσεται είτε σε ένα εκτονωτικό και λιγωμένα νεοπλουτίστικο ξεφάντωμα είτε σε μία απογειωμένη εσωστρέφεια, που αναζητά τις αντανακλάσεις της πραγματικής ανθρώπινης ουσίας στις «γυαλισμένες ζάντες ενός διθέσιου» ή στα βαθυγάλαζα νερά του Βοσπόρου.

Βεβαίως, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Στο μεν έντεχνο καλλιτεχνικό χώρο, ο Μικρούτσικος, ιδιαίτερα στη συνεργασία του με τον Οδυσσέα Ιωάννου και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου (θάλασσα στη σκάλα), αλλά και με το εκπληκτικό «Όλα από χέρι καμένα» του Τριπολίτη, το 1987, ήρθε να δώσει στο πολιτικό τραγούδι μία νέα πνοή-αντίστοιχα δουλειές όπως του Θηβαίου, του Πασχαλίδη, του Μάλαμα και άλλων δείχνουν ότι περιθώρια για μια γνήσια και πηγαία διαχείριση των διάφορων και ετερόκλητων πολιτισμικών αποθεμάτων, προς αναζήτηση ενός νέου καλλιτεχνικού λόγου διαμαρτυρίας, μέσα από τον οποίο να προσλαμβάνεται και ο έρωτας, δεν έχουν εκλείψει. Από την άλλη, στο χώρο του λαϊκού, φωνές εξαίρετες, όπως εκείνη του Πασχάλη Τερζή, ερμηνεύοντας πολλές φορές τραγούδια (όπως για παράδειγμα 9/8 στης Καισαριανής τον τοίχο, Παλιόκαιρος, Ο δικός μου ο δρόμος) που σε σχέση με πολλά έντεχνα δείχνουν μία εκφραστικότητα και ιδεο-«ψυχοσυναισθηματική τοποθέτηση που βρίσκεται μακράν των αγοραίων, καταδεικνύουν πως και εκεί δεν έχουν λείψει οι καλλιτέχνες που θα μπορούσαν να δώσουν κάτι καλύτερο.

Ωστόσο, και παρά τα όποια δείγματα γραφής, οι δύο χώροι του ελληνικού τραγουδιού παρουσιάζουν σήμερα, από άποψη ιδεολογική αλλά, πολλές φορές, και αισθητική, μία εικόνα απογοητευτική. Δείχνοντας απέναντι στην ανάγκη έκφρασης ενός σύγχρονου εργατικού λόγου διαμαρτυρίας μία αδιαφορία (έως απέχθεια) καταφανή, περιορίζονται απλά στο να αναπαράγουν τις δεδομένες διακρίσεις μεταξύ των δύο μορφών αισθητικού ήθους (λόγιου – λαϊκού), οι οποίες όμως και οι δύο -και σε διάσταση με το παρελθόν- καταφάσκουν απέναντι στη λογική της ενσωμάτωσης εξίσου. Η διολίσθηση αυτή, έχοντας συγκεκριμένες κοινωνικό-ιδεολογικές προϋποθέσεις, οφείλει να απασχολήσει ιδιαίτερα την Αριστερά. Και μάλιστα όχι από τη σκοπιά της γενικόλογης αναζήτησης της «ποιότητας» (η οποία από μόνη της τείνει να αναπαράγει κριτήρια ταξικά), αλλά από επαναστατική σκοπιά. 

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: