RSS Feed

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

εφημερίδα ΠΡΙΝ, 25/1/1998

ΚορνήλιοςΌπως συμβαίνει με τους περισ­σότερους από τους εξέχοντες διανοούμενους της εποχής μας, ο Κορνήλιος Καστοριά­δης απασχόλησε τον ελληνικό Τύπο με το θάνατο του πολύ περισσότερο απ’ ότι τον είχε απασχολήσει στη διάρκεια της ζωής του με το έργο και τη δράση του. Ακόμα και οι ελάχιστοι που κατά καιρούς ασχολήθηκαν μαζί του, προτίμησαν, κατά κανόνα, τα πιο «πιασάρικα» θέματα των αντιπαρα­θέσεων του με τους οπαδούς της «ελ­ληνικότητας» για το Βυζάντιο ή τις εμμονές του για την αρχαία Αθηναϊ­κή Δημοκρατία αφήνοντας στην άκρη τον κορμό του φιλοσοφικού και κοι­νωνιολογικού του έργου. Αλλά «ο τεθνεώς δεδικαίωται»

και η μετά θάνα­τον αναγνώριση υπήρξε εξίσου ευθέ­ως ανάλογη της εν ζωή υποτίμησης. Από τον Σημίτη, που είδε στο πρόσω­πο του έναν «οικουμενικής αναφο­ράς και αναγνώρισης διανοητή» μέ­χρι το αναρχικό ΑΛΦΑ, που μίλησε για τον γνήσια «Αναγεννησιακό τύπο στοχαστή και ανθρώπου», περνώντας από τον Συνασπισμό, το ΔΗΚΚΙ και την Πολιτική Άνοιξη, ακούστηκαν μόνο διθύραμβοι για τον θεωρητικό της αυτονομίας. Για τα ΝΕΑ, ήταν «ο τελευταίος φιλόσοφος», για την Ελευθεροτυπία ο «τελευταίος δίκαι­ος^), ο άνθρωπος που κλείνει την αυλαία του ανθρωπισμού», για το Έθνος ο «τελευταίος μεγάλος Έλληνας», και άλλες παρόμοιες ηρωικές και πένθιμες μεγαλοστομίες. Η όψιμη, όσο και υποκριτική, σε μεγάλο βαθμό, αποθέωση του Καστοριάδη από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης είναι ο λόγος που επανερχόμαστε στο έργο του, δύο βδομάδες μετά την ε­μπεριστατωμένη παρουσίαση του α­πό την Κατερίνα Κέη (ΠΡΙΝ, 11/1/98). Άλλωστε, ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς δεν είναι άτρω­το απέναντι στη διπλή «αρρώστια» της άγνοιας/ άκριτης αποθέωσης των «αιρετικών» διανοούμενων που εί­ναι, θεωρούνται ή πλασάρονται ως α­ντικαθεστωτικοί. Η διαπίστωση αυτή ισχύει και για μεγάλη μερίδα του ρι­ζοσπαστικού αριστερού χώρου που προέρχεται από το ΚΚΕ. Αν μέχρι χτες είμαστε έτοιμοι να ρίξουμε στο πυρ το εξώτερο κάθε φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό ή πολιτικό ρεύμα ε­κτός «επίσημου», εγχειριδιακού μαρ­ξισμού, μετά την κατάρρευση των α­νατολικών χωρών, η αντίστροφη τά­ση έγινε μόδα: Η υπόκλιση απέναντι σε ό,τι είναι ή διαφημίζεται ως «αιρε­τικό», «αντιολοκληρωτικό» και «ελευθεριακό», η άκριτη συμπάθεια προς στοχαστές και τάσεις που έκα­ναν υπόθεση ζωής την αντιπαράθεση όχι με τον κόσμο του κεφαλαίου αλλά με το λενινιστικό ρεύμα, κρατώντας πάντα μια μαρξίζουσα «εσάνς» από τα φοιτητικά τους χρόνια. Αλλά, βέ­βαια, η υπόθεση της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης δεν μπορεί να έχει σχέση με τον θεωρητικό αγνωστικι­σμό, την έλλειψη σταθερών πεποιθή­σεων και τον χωρίς όρια ιδεολογικό πλουραλισμό. Κάτω από αυτό το πρί­σμα, το έργο του Καστοριάδη είναι πολύ σημαντικό και πρωτότυπο για να μπορεί να αγνοηθεί, αλλά και πολύ αντιφατικό για να μπορεί να αφομοιωθεί στο σύνολο του ως συστατικό μιας σύγχρονης θεωρίας της εργατικής χειραφέτησης.

Είναι αλήθεια ότι το έργο κάθε σημαντικού διανοούμενου οφείλει να κριθεί με μια σχετική αυτονομία από τις πολιτικές επιλογές και την όλη στάση ζωής του. Όπως θα ήταν πραγματικά ανόητο να δει κανείς στο έργο του Πλάτωνα μια απλή αντανά­κλαση των ολιγαρχικών του πεποι­θήσεων ή σε εκείνο του Χέγκελ την εξιδανίκευση της Πρωσικής γραφει­οκρατίας, έτσι θα ήταν ασυγχώρητη ελαφρότητα να «ξεμπερδέψουμε» με τον Καστοριάδη μιλώντας για τον «ε­παναστάτη πολυτελείας» που σιτιζό­ταν ήδη από το 1949 από τον ιμπερια­λιστικό ΟΟΣΑ. Γιατί ανεξάρτητα α­πό τις εξαιρετικά αμφιλεγόμενες πο­λιτικές τοποθετήσεις και διασυνδέ­σεις του, ο Καστοριάδης έχει πολλά γόνιμα και πρωτότυπα στοιχεία να προσφέρει στον επαναστατικό μαρ­ξισμό της εποχής μας, αρκεί να «δια­βαστεί» με κριτική- ιστορική ματιά.

Όσο κι αν ο ίδιος ο Καστοριάδης ποτέ δεν το παραδέχτηκε, το έργο του διχοτομείται σε σαφώς διακριτά μέρη: Την περίοδο του «εργατισμού», από το 1945, που πηγαίνει στη Γαλλία σαν τροτσκιστής, μέχρι το 1967, οπότε αναστέλλεται η έκδοση του περιοδικού του «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα». Και την περίοδο της «αυτονομίας», με ορόσημο την έκδο­ση της «Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας» (1975), που σημαδεύει τον «ώριμο Καστοριάδη» μέχρι το θάνατο του. Όχι τυχαία, όλοι οι διθύ­ραμβοι των αστικών μέσων ενημέρω­σης αφορούν τη δεύτερη περίοδο, που του ανοίγει τις πόρτες στα «με­γάλα σαλόνια», περίοδο όπου εγκαταλείπει τις μαρξιστικές αναλυτικές κατηγορίες και υιοθετεί τα σχήματα της ψυχανάλυσης, ενώ ταυτόχρονα γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινός, πομπώδης, λεξιλάγνος και δυσνόητος. Όπως είναι ευνόητο, θεωρούμε απείρως πιο γόνιμη και αξιοπρόσεκτη την πρώτη περίοδο της δουλειάς του, ό­ταν ο Καστοριάδης δεν είναι ένας α­κόμα «θεωρησιακός φιλόσοφος» αλ­λά ένας πολιτικός στοχαστής, που δο­κιμάζει τις επεξεργασίες του σε ένα, περιορισμένο έστω, κύκλο αγωνι­στών οι οποίοι μάχονται, με τον τρό­πο που μάχονται, το καπιταλιστικό σύστημα και φιλοδοξούν, μέσω του περιοδικού και της οργάνωσης «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», να συν­δεθούν με εργατικούς κύκλους.

Στα βιβλία του «Η πείρα τον ερ­γατικού κινήματος» και «Σύγχρονος καπιταλισμός και Επανάσταση», συ­μπυκνώνονται οι βασικές επεξεργα­σίες αυτής της περιόδου. Ανάμεσα σ’ αυτές ξεχωρίζουν: Η θεμελίωση της έννοιας της αυτόνομης, επαναστατι­κής δράσης του προλεταριάτου, απέ­ναντι στη γραφειοκρατική λογική των «αντιπροσώπων» και τον σφετερισμό της εργατικής δημοκρατίας. Η επα­ναφορά, με σύγχρονους όρους, του αιτήματος για κατάργηση όχι μόνο της ατομικής ιδιοκτησίας αλλά και του ίδιου του κοινωνικού καταμερι­σμού της εργασίας, ως βαθύτερου θε­μέλιου της κομμουνιστικής προοπτι­κής. Η διεύρυνση του επαναστατικού ορίζοντα στον πολιτισμό, τις καθημε­ρινές σχέσεις και ανάγκες των αν­θρώπων, μέσα από μια διεισδυτική κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας και η αναζωογόνηση της σοσιαλιστι­κής προοπτικής με μια δροσερή, ελευθεριακή πνοή. Η μελέτη της εξέ­λιξης του μεταπολεμικού εργατικού κινήματος, και ιδιαίτερα των απεργιακών και πολιτικών αναμετρήσεων στη Γαλλία, Αγγλία, ΗΠΑ, Ανατολική Γερμανία, Ουγγαρία, Πολωνία. Η πρώτη, μετά τον Τρότσκι, σοβαρή προσπάθεια μαρξιστικής ανάλυσης των ανατολικών χωρών και η κατανόηση της γραφειοκρατίας ως εκμε­ταλλευτικού κοινωνικού στρώματος και όχι απλά ως φαινομένου του ε­ποικοδομήματος ενός εκφυλισμένου αλλά καταρχήν εργατικού κράτους. Και, ίσως πάνω απ’ όλα, η καταπολέμηση ενός άκαμπτου οικονομικού ντετερμινισμού, που χαρακτηρίζει σε μεγάλη έκταση τον παραδοσιακό μαρξισμό, και η ανάδειξη του ρόλου της ανθρώπινης βούλησης στην Ιστο­ρία. Όπως σημειώνει ο Γιάννης Σχίζας στην Εποχή, ο Καστοριάδης μας άφησε την υπόμνηση ότι «το μέλλον παίζεται» κι ότι η ελπίδα- όχι η βεβαιότητα – η ελπίδα , δηλαδή η επιλογή, της σοσιαλιστικής αλλαγής βρί­σκεται όχι σε νανουρίσματα για τις δήθεν «σιδερένιες νομοτέλειες» που οδηγούν στην νίκη του Καλού πάνω στο Κακό, αλλά στην κρίση αυτής της κοινωνίας και στις επιλογές των κα­ταπιεσμένων και αλλοτριωμένων θυ­μάτων της.

Όσο γόνιμο είναι το ιδεολογικό φορτίο του «πρώιμου Καστοριάδη», τόσο αδιέξοδη είναι η πολιτική του πορεία. Μετά από τη στράτευση του στην ΟΚΝΕ στην περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας και τις εμπειρίες του στην Ασφάλεια, εντάσσεται στην τροτσκιστική ομάδα του Στίνα. Στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ακολου­θεί τη γραμμή του «ντεφετισμού» που καταδικάζει ακόμα και φωτισμέ­νες επαναστατικές ομάδες είτε στην πλήρη περιθωριοποίηση είτε στη διά­βρωση από τους Ναζί, φτάνοντας στο σημείο να θεωρεί μια ήττα της ΕΣΣΔ από τον Χίτλερ δυνάμει θετική για την επαναστατική αφύπνιση του ρώ­σικου προλεταριάτου! Την εποχή της ΕΑΜικής επανάστασης, ο Καστοριά­δης δεν βλέπει τίποτα παραπάνω από ένα πατριωτικό ντελίριουμ. Όταν μαίνεται ο Δεκέμβρης και οι Άγγλοι βάφουν στο αίμα τους δρόμους της Αθήνας, μιλάει για επιχειρούμενο «σταλινικό πραξικόπημα». Φεύγει για τη Γαλλία παντελώς απογοητευ­μένος από το ελληνικό προλεταριάτο την εποχή που ετοιμάζεται το δεύτε­ρο αντάρτικο. Εννιά μήνες πριν τον Μάη του ’68, όταν τα κύματα του νέ­ου εργατικού κινήματος αρχίζουν ή­δη να συγκλονίζουν την αναπτυγμένη Δύση, ο Καστοριάδης κλείνει το περιοδικό του , διαλύει την ομάδα του, διαπιστώνει μελαγχολικά την έσχατη παθητικοποίηση του προλεταριάτου και στρέφεται στην ψυχανάλυση (αρχικά τη δική του, και στη συνέχεια του προλεταριάτου). Αυτό δεν θα τον εμποδίσει, βέβαια, να ανακάμψει για λίγο στην πολιτική τον Μάη του ’68 διαπιστώνοντας ότι οι απόψεις του περί «του προτάγματος της αυτονο­μίας», μολαταύτα, δικαιώθηκαν. Τη δεκαετία του ’70, μεσούσης της Μπρεζνιεφικής στασιμότητας, προ­βλέπει ότι η ΕΣΣΔ θα κυριαρχήσει στον πλανήτη- πράγμα που δεν τον ε­μποδίζει να «ξαναδικαιωθεί» μετά την κατάρρευση. Όταν υπογράφεται η συμφωνία του Ελσίνκι υποστηρίζει ότι ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος εί­ναι αναπόφευκτος και όταν επελαύνουν ο Ρήγκαν και η Θάτσερ, ο Καστοριάδης ανακηρύσσει σε υπ’ αριθ­μόν ένα εχθρό του εργατικού κινήμα­τος τις ανατολικές χώρες. Στον πόλε­μο του Κόλπου τάσσεται με την «πο­λιτισμένη Δύση» εναντίον του «ολο­κληρωτισμού του Χουσεΐν» και στην τελευταία δημόσια εμφάνιση του, μό­λις ένα μήνα πριν από το θάνατο του, αναγορεύει σε βασικό κίνδυνο του πολιτισμού τον ισλαμικό φονταμελισμό και εναποθέτει τις ύστατες ελπί­δες σωτηρίας στην αφύπνιση της Δύ­σης. Δεν είναι περίεργο που αυτού του είδους το «διανοητικό θάρρος» ε­ξαίρεται τόσο πολύ από τα αστικά μέσα ενημέρωσης.

Έχοντας εξαρχής ισχυρές δόσεις ιδεαλισμού στη σκέψη του, ο «ώρι­μος» Καστοριάδης της «Φαντασιακής θέσμισης» περνά στον ανοιχτό ανορ­θολογισμό και αγνωστικισμό. Η ιστο­ρία δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί, μπορεί μόνο να «διαυγασθεί». Συστήνει μια εξαιρετικά φτωχή, μονο­διάστατη και αυθαίρετη ταξινόμηση των κοινωνιών σε «αυτόνομες» – στοι­χεία των οποίων αναγνωρίζει στην κλασσική Αθήνα και στις δυτικές πό­λεις μετά τον 11ο αιώνα – και «ετερόνομες». Η επαναστατική αλλαγή εί­ναι θέμα «προτάγματος» των δρώντων υποκειμένων, ενώ η ίδια η αυτο­νομία, σκοπός και μέσο της επανα­στατικής αλλαγής κατά τον Καστο-ριάδη, τίθεται σχεδόν αποκλειστικά με όρους ψυχανάλυσης και όχι ταξι­κής πάλης. Η εξέλιξη της σκέψης και της πράξης του Καστοριάδη είναι αρ­κετά διδακτική σχετικά με τα όρια του εργατισμού της φράσης και του πολιτικού αβαγκαρντισμού που, όταν συνοδεύονται από την απουσία πραγματικής επαφής με τις εργατικές μάζες και με ισχυρές δόσεις πνευμα­τικού και πολιτικού ναρκισσισμού, μπορούν να καταλήξουν σε ανοιχτό ι­δεολογικό εκφυλισμό. Στην περίπτω­ση του Καστοριάδη, ο «εργατισμός» ακόμα και της πιο δημιουργικής πε­ριόδου του, δύσκολα έκρυβε τον αγα­νακτισμένο αλλά χωρίς συλλογική πί­στη διανοούμενο, που γίνεται, είτε στην αναρχική- πολιτική, είτε στην λόγια- ψυχαναλυτική εκδοχή του, θε­ωρητικός του ριζοσπαστικού μικροα­στικού ατομισμού. Αυτή είναι η «ψυ­χή» του έργου του, κι ίσως δεν έχει ά­δικο η παιδική του φίλη, συγγραφέας Μιμίκα Κρανάκη, που δήλωσε στην Ελευθεροτυπία ότι το βασικό του πρόβλημα, ο μοιραίος διχασμός του, ήταν ότι «κατά βάθος του άρεσε η κοινωνία που πολεμούσε, η καπιταλιστική κοινωνία». Αν και αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι στα καλύτερα πετάγματά του, παραμένει πολύ χρήσιμος για τον κόσμο που ποτέ δεν εμπιστεύθηκε…

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: