RSS Feed

ΠΩΣ ΜΑΣ ΕΚΛΕΙΣΑΝ «ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΕΞΩ»

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

16/11/1997, εφημερίδα ΠΡΙΝ

ΠΩΣ ΜΑΣ ΕΚΛΕΙΣΑΝ «ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΕΞΩ»

Π. Παπακων/νου

Σε μια παρέα καθηγητών της πρώτης μεταπολιτευτικής γε­νιάς, η φιλόλογος σχολίαζε, όχι χωρίς κάποια μελαγχο­λία, την έκπληξη που ένοιωσε ακού­γοντας, σε μια ραδιοφωνική εκπο­μπή, ανήμερα 17 Νοέμβρη, την α­πάντηση μαθητή του Λυκείου στο ε­ρώτημα «τι σημαίνει για σας η σημερινή μέρα;». «Ήταν τότε», είπε σοβαρά ο Ι6άχρονος, «που η δικτα­τορία έστειλε τα τανκ να σκοτώ­σουν τους προγόνους μας»!

Πρόγονοι; Καλό κι αυτό! Ώστε γίναμε κιόλας «πρόγονοι»; Είναι λοιπόν τόσο μακρινά τα όνειρα κι οι μύθοι της μεταπολίτευσης γι’ αυ­τά εδώ τα παιδιά που -έγινε κι αυ­τό- διαλέγουν το γνωστό σουξέ του Νότη Σφακιανάκη «Ο αετός πεθαί­νει στον αέρα» για την επέτειο του Πολυτεχνείου; Τέτοιου είδους σκέ­ψεις αποκτούν κάποια επικαιρότη­τα αυτές τις μέρες, με αφορμή τη σχεδόν απαρατήρητη πια, επέτειο της μεταπολίτευσης.

Αλλά προς τι η έκπληξη; Όσο κι αν δεν μας πολυαρέσει να το σκε­φτόμαστε (δεν είναι και πολύ ευχά­ριστο να μετράς τα χρόνια που έφυ­γαν, ιδίως αν η συγκομιδή τους ή­ταν μικρότερη απ’ ότι λογάριαζες), η απλή αριθμητική λέει ότι η χρονι­κή απόσταση που χωρίζει το σήμε­ρα από το Πολυτεχνείο είναι ακρι­βώς ίση μ’ εκείνη που χωρίζει το Πολυτεχνείο από το τέλος του εμ­φύλιου! Όσο μακρινή ήταν η Εθνι­κή Αντίσταση για τη δική μας γενιά, άλλο τόσο είναι η μεταπολίτευση για τους σημερινούς μαθητές. Ίσως μάλιστα η πραγματική απόσταση -αυτή που δε μετριέται με χρόνια και μήνες, αλλά με δάκρυα, με ξε­νύχτια, με τραγούδια ή και με αίμα – νά’ναι ακόμα μεγαλύτερη, πολλή μεγαλύτερη από τη χρονική.

Το περίεργο δεν είναι που η με­ταπολίτευση «τελείωσε», αλλά που άργησε τόσο πολύ να τελειώσει! Το εκπληκτικό δεν είναι που οι σημερι­νοί 16άρηδες και 18άρηδες νοιώθουν απολύτως χειραφετημένοι από τη μυθολογία των «προγόνων» τους, αλλά που τόσες προηγούμενες «φουρνιές» νέων ανθρώπων συντη­ρούσαν επί τόσα χρόνια στην εντα­τική της Ιστορίας, πεισματικά και με το ζόρι, αυτή τη μυθολογία ζω­ντανή- ή έστω μισοζώντανη: χρόνια και χρόνια οι ίδιες σημαίες, οι ίδιες νεολαίες, τα ίδια συνθήματα, τα ί­δια τραγούδια, τα ίδια φεστιβάλ. «Πέρασαν γρήγορα τα χρόνια, κύλησ’ ο καιρός αργά…».

Τα ίδια; Όχι ακριβώς. Τα σύμ­βολα, ναι, αυτά πάντα πεθαίνουν τελευταία, αλλά στο ίδιο ποτάμι δεν μπορείς να μπεις δεύτερη φορά. Κι αυτό το ποτάμι, το ρεύματα ου Πο­λυτεχνείου και του μεταπολιτευτι­κού ριζοσπαστισμού είχε από καιρό στερέψει, κι όπου δεν είχε στερέψει είχε λιμνάσει ανάμεσα σε βούρλα και σαπρόφυτα: Από τους πυρακτωμένους δρόμους στους κλιματι­ζόμενους διαδρόμους, από τις κα­ταλήψεις στις τηλεοπτικές λήψεις, από την Επανάσταση στο 17% – η πορεία ήταν ήδη προδιαγεγραμμέ­νη πολύ πριν από τη χαριστική βολή του ’89 – ’90 και της κατάρρευσης.

Η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν τελειώνει οριστικά αν δεν τελειώ­σει στις καρδιές των ανθρώπων. Κι η μεταπολίτευση αρνιόταν να παρα­δοθεί στο επαναληπτικά προαναγγελλόμενο τέλος της, γιατί αυτοί που είχαν ανάγκη τη μυθολογία της -ελλείψει κάποιας άλλης, καλύτε­ρης- φρόντιζαν να τη συντηρούν, με χίλια δυο μπαλώματα στ’ ανεμοδαρμένα πανιά της: Ήταν, βέβαια, η Αριστερά, και κυρίως η «Αριστερά της Αριστεράς», τα ρεύματα της αριστεράς διαφωνίας μέσα σία αρι­στερή κόμματα – από τη Β’ Πανελ­λαδική και την «Α-συνέχεια», μέ­χρι την ΚΝΕ του Γράψα και τον Ρή­γα Φεραίο του «Κ», της κομμουνι­στικής προοπτικής.

Η απελπισμένη αυτή προσπά­θεια να στραγγίζουμε και τις τελευ­ταίες σταγόνες ριζοσπαστισμού α­πό τα ξερά κλαδιά του μεταπολιτευ­τικού ρεύματος, είχε όλη την αντι­φατικότητα (και την τραγωδία, θα λέγαμε, αν δεν ακουγόταν τόσο πο­μπώδες) των ηττημένων στρατών που μάταια σχεδιάζουν «ένα ακόμα γύρο» σ’ ένα έδαφος που γίνεται ο­λοένα και πιο καταδικαστικό: Από τη μια πλευρά, διασώζαμε, πραγμα­τικά, ό,τι καλύτερο στις γραμμές μας, εμποδίζαμε ή καθυστερούσαμε την πλήρη αποδιάρθρωση τους και προσπαθούσαμε, καθένας με τον τρόπο του, να χαράξουμε δρόμους για τον επανεξοπλισμό και την ανα­συγκρότηση μιας «Αριστεράς του ε­πόμενου γύρου». Από την άλλη πλευρά, όμως, αυτές οι προσπάθειες -κι αυτό ισχύει πιο πολύ για το δικό μας χώρο, που προερχόταν κυ­ρίως από την ΚΝΕ και το ΚΚΕ- έ­παιρναν εκτρωματική μορφή, σαν προϊόντα διασταύρωσης που ήταν, ενός γνήσιου επαναστατικού πά­θους και μιας προφανούς ιδεολογικής, ή και κοινωνικής ανωριμότη­τας. Έτσι, ο ριζοσπαστισμός εύρι­σκε συχνά εύκολο καταφύγιο στο σταλινισμό, η διάθεση της πολιτικής στράτευσης στη λογική της «συμμο­ρίας», η ταξική αδιαλλαξία στην ι­δεολογική στενότητα, αντί να υ­ψωθούμε στα μέτρα των εχθρών μας. των πραγματικών μας εχθρών.


Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: