RSS Feed

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ

του Ευτύχη Μπιτσάκη

16/11/1997, εφημερίδα ΠΡΙΝ

 ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ 1Ο

Ποιος ήταν ο χαρακτήρας των κοινωνιών σοβιετικού τύπου; (Εδώ θα περιοριστώ στην περίπτωση της Σοβιετικής-Ένωσης). Επρόκειτο για νέες, ιστο­ρικά ανέκδοτες ταξικές κοινωνίες; Η γραφειοκρατία και οι άλλες προνο­μιούχες κατηγορίες της σοβιετικής κοινωνικής αποτελούσαν στρώμα ή τάξη; Το ερώτημα δεν είναι ακαδημαϊ­κό. Επειδή μια απάντηση προϋποθέ­τει την κριτική ανάλυση της πορείας και των αντιθέσεων της σοβιετικής κοινωνίας. Αναδραστικά, διευκολύ­νει την ερμηνεία της κρίσης και της κατάρρευσης αυτών των κοινωνιών.

      Η ΚΥΡΙΑ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ

Προφανώς στα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας, η κύρια αντί­φαση ήταν η αντίφαση ανάμεσα στο χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και στα υπό διαμόρφωση στοιχεία της εν γενέσει σοσιαλιστι­κής κοινωνίας. Δηλαδή η αντίφαση ανάμεσα στην υπανάπτυξη, στην κατεστραμμένη οικονομία και στους μεγαλειώδεις στόχους της Επανά­στασης.

Αλλά η Σοβιετική Ένωση άντεξε τον εμφύλιο πόλεμο και την ξένη ε­πέμβαση. Αναπτύχθηκε σε ισχυρή βιομηχανική χώρα και συνέτριψε τις στρατιές του ναζισμού. Όμως, στην πορεία , και προπαντός μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η αντίφα­ση αντιστράφηκε. Η συρρίκνωση και ο εκφυλισμός της δημοκρατίας των Σοβιέτ και η ανεξέλεγκτη εξουσία της κρατικής και της κομματικής γραφειοκρατίας, οδήγησε σε μία νέα κατάσταση: τώρα το νομικό και το θεσμικό εποικοδόμημα, οι σχέσεις στο χώρο της παραγωγής και το σύ­νολο των κοινωνικών σχέσεων, συνι­στούν εμπόδιο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και συνολι­κά της κοινωνίας. Η κρίση ήταν έκ­δηλη ήδη από τη δεκαετία του ’50.

Πώς θα μπορούσε να υπάρξει υ­πέρβαση της κρίσης; Υπήρχαν δύο δυνατότητες: ή με την επαναστατική παρέμβαση των μαζών θα είχαμε α­ποκατάσταση της σοβιετικής εξου­σίας, ή με ημίμετρα θα διαιωνίζο­νταν η κρίση. Οι «δημοκρατικοποιή­σεις» του Χρουστώφ και του Μπρέζνιεφ, και η «αναδόμηση» του ανεκ­διήγητου Γκορμπατσώφ ήταν ημίμε­τρα από τη σκοπιά των συμφερόντων της γραφειοκρατίας. Η άλυτη αντί­φαση οδήγησε στην όξυνση της κρί­σης και τελικά στην κατάρρευση.

Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να τεκμηριώσω τους προηγούμενους α­φορισμούς και να εξηγήσω γιατί «πήγαν έτσι, τα πράγματα».

Η έννοια της τάξης και ο χαρακτηρισμός της σοβιετικής κοινωνίας

Ως γνωστόν, η ύπαρξη τάξεων εί­ναι ιστορικό φαινόμενο. Η πρωτόγο­νη κοινότητα χαρακτηριζόταν από την κοινή κατοχή της γης και του κοινωνικού πλούτου και αντίστοιχα την ενότητα του ιδεολογικού της εποικοδομήματος  και την ενότητα των μελών της. Οι πρώτες μορφές ατομικής ιδιοκτησίες αναπτύχθηκαν στο εσω­τερικό της πρωτόγονης κοινότητας. Αν και δεν ήταν προϊόν αλλοτριωμέ­νης εργασίας, εν τούτοις υπονόμευ­αν από τα μέσα την ενότητα του γέ­νους και της φυλής. Με την εμφάνι­ση της δουλείας και της μισθωτής ερ­γασίας, η ιδιοκτησία ουλάχιστον η μεγάλη ιδιοκτησία) είναι πλέον προϊόν αλλοτριωμένης εργασίας. Μπορούμε συνεπώς να μιλάμε για δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής και για τάξεις: δουλοκτήτες και δούλους. Εντούτοις, καθώς στην ιστορία δεν υπήρξε ποτέ καθαρός τρόπος παρα­γωγής, στις αρχαίες κοινωνίες είχα­με στρώματα, κάστες, ιδιόμορφες σχέσεις δουλοπαροικίας, κ.λπ. Κατά τον Μαρξ, η ύπαρξη τάξεων με την κυριολεκτική έννοια του όρου χαρα­κτηρίζει τη νεώτερη κεφαλαιοκρατική κοινωνία. Η γενίκευση των εμπο­ρευματικών σχέσεων συνεπάγεται πράγματι, τη διάλυση των σχέσεων προσωπικής εξάρτησης, την «απε­λευθέρωση» της εργατικής δύναμης, τις νέες απρόσωπες σχέσεις. Η εργα­τική δύναμη μετατρέπεται σε εμπό­ρευμα με ιστορικά καθορισμένη α­νταλλακτική αξία. Φυσικά και στην περίπτωση αυτή μιλάμε για κυρίαρ­χο τρόπο παραγωγής-κυρίαρχο, ε­πειδή κατάλοιπα παλαιότερων σχέ­σεων επιβιώνουν ακόμα και στις πλέον αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες.

Ας θυμήσουμε εδώ τον ορισμό της τάξης από τον Λένιν: «Ονομά­ζουμε τάξεις, μεγάλες ομάδες αν­θρώπων οι οποίοι διακρίνονται από τη θέση που κατέχουν σε μια ιστορι­κά καθορισμένη κοινωνική παραγω­γή, από τις σχέσεις τους (που τις πε­ρισσότερες φορές καθορίζονται και καθιερώνονται νομικά) απέναντι στα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας, άρα από τους τρόπους ι­διοποίησης και τη σπουδαιότητα του μέρους του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν.

Μ’ αυτή την έννοια μιλάμε για αστική τάξη, η οποία αναπτύχθηκε στο εσωτερικό της φεουδαρχικής κοινωνίας, ως η ιστορική της άρνηση. Οι αστικές τάξεις (αγγλι­κή, γαλλική κ.λπ.) μέσα από συμβι­βασμούς με τη γαιοκτημονική αρι­στοκρατία νομιμοποίησαν, όπως εί­ναι γνωστό, στο πολιτικό, νομικό και θεσμικό επίπεδο τις νέες παραγωγι­κές σχέσεις και συνολικά τις σχέσεις της νέας ταξικής κυριαρχίας.

Οι αστοί πριν γίνουν κυρίαρχη τάξη, ήταν κάτοχοι μέσων παραγωγής, τεχνογνωσίας, επιστημονικής γνώσης, είχαν πείρα από τη διοίκηση και τη λειτουργία της κρατικής μηχα­νής. Η θέση τους συνεπώς ήταν προ­νομιακή. Οι προλετάριοι, αντίθετα, δεν είναι κάτοχοι μέσων παραγωγής οι επιστημονικές και οι τεχνικές της γνώσεις είναι περιορισμένες και δεν έχουν πείρα από διοίκηση και από τη λειτουργία της κρατικής μηχανής. Η μειονεκτική αντίθεση της εργατι­κής τάξης στην αστική κοινωνία, α­ποτελεί ένα πρώτο εμπόδιο στην οι­κοδόμηση των πρώτων στοιχείων της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

                  Οι αντικειμενικές δυσκολίες-εμπόδια στην ανάπτυξη της εργατικής δημοκρατίας

Ποια ήταν λοιπόν η εξέλιξη της σοβιετικής κοινωνίας; Εξαφανίστη­καν οι παλαιές κυρίαρχες και κυ­ριαρχούμενες τάξεις; Προχώρησε η ιστορική διαδικασία ενοποίησης της κοινωνίας με απώτερο στόχο την κομμουνιστική-ταξική κοινωνία; Ή μέσα από δυσκολίες και νέες αντιθέ­σεις διαμορφώθηκε μια νέα, ιστορι­κά ανέκδοτη ταξική κοινωνία;

Θα υποστηρίξω τη δεύτερη θέση. Αλλά για να την τεκμηριώσουμε, εί­ναι ανάγκη να σκιαγραφήσουμε την πορεία της Σοβιετικής Ένωσης, να αναδείξουμε τις νέες αντιθέσεις και τις νέες πραγματικότητες.

Οκτωβριανή Επανάσταση

Η Οκτωβριανή επανάσταση έγι­νε, ως γνωστόν, σε καταστροφικές συνθήκες. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Γι’ αυτό θα αρκεστώ σε μια απλή απαρίθμηση: Η Τσαρική Ρωσία ήταν συνολικά μια υποανάπτυκτη χώρα, με θύλακες αναπτυγμένης βιομηχανίας και επιστήμης, αλλά και με κατάλοιπα της αγροτικής κοινοκτημονικής κοινωνίας. Αντίστοιχα στη συνείδηση των μαζών, και ειδικά της υπαίθρου, κυριαρχούσαν προκαπιταλιστικές-μυστικιστικές ιδεολογίες. Η καθυστερημένη οικονομική βάση καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό από τον πόλεμο, την ιμπεριαλιστική ε­πέμβασης και τον εμφύλιο πόλεμο. Αντίστοιχα, αποδεκατίστηκε η πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Εκτός από τα εσωτερικά εμπόδια: Η ήττα του ευρωπαϊκού προλεταριάτου στέ­ρησε τη ρωσική επανάσταση από το φυσικό της σύμμαχο. Η άνοδος, σε συνέχεια, του φασισμού και του να­ζισμού και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, με τις οικονομικές θυσίες (στρατιωτικός προσανατολισμός μέ­ρους της οικονομίας) τις καταστρο­φές και τα 20 (αν όχι 30) εκατομμύ­ρια των νεκρών, αποτέλεσαν φοβερά εμπόδια όχι μόνο για την οικονομική πρόοδο της χώρας, αλλά και για τη στερέωση και την άνθηση της εργα­τικής δημοκρατίας.

Πώς θα ήταν δυνατόν συνεπώς να οικοδομηθεί μια αυθεντική εργατική δημοκρατία σ’ αυτές τις συνθήκες; Θα παραθέσω ορισμένα χαρακτηρι­στικά στοιχεία. Οι καταστροφές του πολέμου και ο εμφύλιος πόλεμος εί­χαν ως συνέπεια ένα φοβερό λιμό που στοίχισε τη ζωή σε εκατομμύρια άτομα. Ειδικά η βιομηχανική εργατι­κή τάξη, πρωτοπορία της επανάστα­σης, αποδεκατίστηκε: Το 1917 υπήρχαν 3.000.000 βιομηχανικοί εργάτες. Το 1918 ο αριθμός τους είχε μειωθεί στα 2.500.000. Το 1921 είχαν μείνει μόλις 1.240.000. Βεβαίως νέοι εργά­τες έρχονταν, κυρίως από την ύπαι­θρο. Αλλά όπως διαπίστωσεν ο Λέ­νιν, «ήλθαν εδώ για να περάσουν στα μετόπισθεν». Αντίστοιχα η εργα­τική τάξη ζούσε σε απερίγραπτες συνθήκες: Το 1917 αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο 3,5 τετρ. μέτρα κατοι­κίας ανά άτομο, ενώ το ψωμί και οι πατάτες το 1920 αντιπροσώπευαν το 91% της διατροφής.

Καταστροφή της βιομηχανίας. Λιμός και χάος στην ύπαιθρο. Ανάπτυξη του στρώματος των κουλάχων με τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ). Ήττα του Ευρωπαϊκού Προλεταριάτου. Σ’ αυτή την περίο­δο δεσπόζει η αντίθεση ανάμεσα στους γιγαντιαίους στόχους της επα­νάστασης και την κληρονομημένη, υπαρκτή πραγματικότητα. Οι ηγέτες της επανάστασης είχαν συνείδηση ότι η νίκη δεν ήταν εξασφαλισμένη. Ας ακούσουμε πρώτα τον Λένιν: «Οι σύμμαχοι, το διεθνές προλετα­ριάτο, δεν ήλθε να βοηθήσει τη νεα­ρή σοβιετική εξουσία». Κατά τον Λένιν, οι Ρώσοι επαναστάτες ξεκί­νησαν το έργο. Αλλά ποια θα ήταν η συνέχεια; Πρώτα λοιπόν η σωτηρία της επανάστασης. Και ταυτόχρονα η σωτηρία των πρώτων μορφών εργα­τικής εξουσίας. Ας ακούσουμε λοι­πόν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Μέσα σε συνθήκες τόσο δύσκολες, ακόμα και ο πιο γιγαντιαίος ιδεαλισμός, και η πιο σταθερή επαναστατική δράση, δεν θα ήταν καθόλου ικανές να πραγματοποιήσουν ούτε τη δημο­κρατία, ούτε το σοσιαλισμό, αλλά μόνον αδύναμα και παραμορφωμέ­να στοιχεία, τόσο από το ένα, όσο και από το άλλο». Και παρακάτω: «Οι μπολσεβίκοι στάθηκαν ικανοί για καθετί που θα μπορούσε να επι­τύχει ένα γνήσιο επαναστατικό κόμ­μα μέσα στα όρια των ιστορικών δυ­νατοτήτων. Δεν πρέπει να θέλουμε να κάνουν θαύματα. Γιατί θαύμα θα ήταν μια υποδειγματική και αναμάρτητη προλεταριακή επανάσταση σε μια απομονωμένη χώρα, εξα­ντλημένη από τον πόλεμο, στραγγα­λισμένη από τον ιμπεριαλισμό, προδομένη από το διεθνές προλεταριάτο».

Τι έπρεπε να κάνουν συνεπώς οι ηγέτες της επανάστασης; Να παρα­δώσουν την εξουσία σε ένα νέο Κερένσκι; Και όμως, χάρη στον επα­ναστατικό ενθουσιασμό των πρώτων χρόνων, η Σοβιετική Ένωση επέζη­σε από τον εμφύλιο πόλεμο και την ξένη επέμβαση, αναπτύχθηκε επι­στημονικά και τεχνολογικά, εξελί­χθηκε σε μεγάλη βιομηχανική χώρα και άρχισε να οικοδομεί τους πρώ­τους θεσμούς της εργατικής εξου­σίας. Κατά μία άποψη, ο σοσιαλι­σμός είναι αδύνατον να εδραιωθεί σε μία μόνη χώρα. Ας δεχτούμε την αλήθεια του αφορισμού. Τι έπρεπε να κάνει λοιπόν η Σοβιετική Ένω­ση: Να βοηθήσει τα επαναστατικά κινήματα της Δύσης. Να μην ασκή­σει πολιτική υπαγορευόμενη από τα κρατικά συμφέροντα, κ.λπ. Σύμφωνοι! Αλλά αυτή είναι μια πλευρά του προβλήματος. Και η πλευρά αυ­τή προϋποθέτει την ύπαρξη, τη σω­τηρία της σοβιετικής εξουσίας. Άρα, καλώς οι ηγέτες, της επανά­στασης προχώρησαν στην οικοδό­μηση των πρώτων στοιχείων του σο­σιαλισμού. Αλλού βρίσκεται η ευ­θύνη τους. Θα μιλήσω στη συνέχεια γι’ αυτό.

Η Σοβιετική Ένωση επέζησε στην πρώτη περίοδο των τραγικών δυσκολιών και κατέρρευσε όταν ή­ταν πλέον «υπερδύναμη». Όταν υ­πήρχε, ολόκληρο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Πώς θα εξηγήσουμε αυτό το ιστορικό παράδοξο; Πά­ντως όχι με την απλοϊκή προσκόλληση στο ότι ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος σε μια και μόνο χώρα. (Αλήθεια τι πρέπει να κάνει σήμερα η μοναχική Κούβα; Να παραδοθεί στον ιμπεριαλισμό;). Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να ανασυστήσουμε την πορεία της Σοβιετικής Ένωσης και να αναδείξουμε τις νέες πραγ­ματικότητες και τις νέες αντιθέσεις, η στρεβλή λύση των οποίων οδήγη­σε στην διαιώνιση της κρίσης και στην κατάρρευση.

Η πρώτη ήττα της εργατικής τάξης στο χώρο της παραγωγής

Η εργατική τάξη της Ρωσίας κέρδισε ένοπλα την εξουσία. Την έ­χασε στην συνέχεια. Γιατί; Κατά τον Μαρξ, ο καταμερισμός της εργα­σίας στις κεφαλαιοκρατικές-βιομηχανικές κοινωνίες συνιστά δολοφο­νία του λαού: «Δεν είναι μόνον η εργασία η οποία διαιρείται, υποδι­αιρείται και κατανέμεται ανάμεσα στα διάφορα άτομα. Είναι το ίδιο το άτομο που τεμαχίζεται και μεταμορ­φώνεται σε αυτόματο ελατήριο μιας αποκλειστικής λειτουργίας, έτσι που βλέπουμε να πραγματοποιείται ο παράλογος μύθος του Μενένιου Αγρίππα, που παριστάνει τον άν­θρωπο σαν τεμάχιο του ίδιου του σώματος του».

Καταργήθηκε λοιπόν ο καταμε­ρισμός εργασίας στη νεαρή σοβιετι­κή δημοκρατία; Οι φοβερές συνθήκες των πρώτων χρόνων καθιστού­σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου τη δημι­ουργία βιομηχανικής βάσης και συ­νολικά την ανάπτυξη της οικονο­μίας. Οι συνθήκες αυτές κάθε άλλο παρά ευνοούσαν την κατάργηση του αστικού καταμερισμού της εργασίας και την ανάπτυξη της δημοκρατίας στο χώρο της παραγωγής. Ο Λένιν είχε παλαιότερα αναλύσει από τις στήλες της Πράβδα τις καταστροφι­κές συνέπειες του καταμερισμού της εργασίας και ειδικά του συστήματος Τεϊλορ. Εν τούτοις τον αποδέχτηκε και τον εφάρμοσε, ελπίζοντας ότι οι αρνητικές του συνέπειες θα αντιμε­τωπιστούν και θα εξουδετερωθούν με την ανάπτυξη της δημοκρατίας έ­ξω από το εργοστάσιο, με τον εργα­τικό έλεγχο και με την άνθηση του σοσιαλιστικού πολιτισμού.

Αλλά ας ακούσουμε τον ίδιο τον Λένιν: «Πρέπει να μάθουμε να συν­δυάζουμε το δημοκρατισμό των ερ­γαζομένων μαζών που σαν ορμητική και οργισμένη ανοιξιάτικη πλημμύ­ρα ξεχειλίζει απ’ όλες τις όχθες, με τη σιδερένια πειθαρχία την ώρα της δουλειάς, με την αναντίρρητη υπο­ταγή την ώρα της δουλειάς στη θέ­ληση ενός προσώπου, του σοβιετι­κού καθοδηγητή». Και αλλού: «Όσο περισσότερο πρέπει να δεχτούμε α­ποφασιστικά μια ανελέητη εξουσία, μια προσωπική δικτατορία σε τέτοι­ους κλάδους εργασίας, στην άσκηση καθαρά εκτελεστικών λειτουργιών, άλλο τόσο πρέπει να ποικίλουν οι μορφές ελέγχου από τη βάση, έτσι ώστε να παραλύσει και η παραμι­κρή παραμόρφωση της εξουσίας των Σοβιέτ, έτσι ώστε να ξεριζώ­σουμε για πάντα την ώρα της γρα­φειοκρατίας».

Ξέρουμε σήμερα ότι η εργατική τάξη και ο Λένιν έχασαν τη μάχη τις δημοκρατίας.

Η εισαγωγή του τεϊλορισμού σημάδεψε από τη γένεσή της τη σοβιετική κοινωνία. Ήταν μια πρώτη ήττα της εργατικής τάξης. Ήταν η απαρχή της αυτονόμησης της κρατικής, κομματικής και διευθυντικής γραφειοκρατίας από την κοινωνία.

Ήδη από το 1918 ο Λένιν επανέ­φερε τεχνικά στελέχη στη βιομηχα­νία και στη διοίκηση, μέτρο ανα­γκαίο λόγω του αποδεκατισμού και της απειρίας της εργατικής τάξης. Αλλά η κρατική αντιδραστική γρα­φειοκρατία προϋπήρχε. Στην αρχή της ΝΕΠ υπήρχαν περίπου πέντε ε­κατομμύρια υπάλληλοι. Από αυτούς, στην περιοχή της Μόσχας, μόλις 4.700 ήταν συνειδητοί κομμουνι­στές. Και το νέο καθεστώς δημιουρ­γούσε τη δική του γραφειοκρατία α­πό μικροαστούς αλλά και από εργά­τες που η εξουσία τους μεταμόρφω­νε, όπως το μαγικό ραβδί της Κίρ­κης.

Ήταν, όμως, αναπόφευκτη η ει­σαγωγή του τεϊλορισμού; Η κρατι­κοποίηση αντί για την κοινωνικο­ποίηση των μέσων παραγωγής; Η θεσμοθετημένη δημιουργία διευθυντικού-προνομιούχου στρώματος; Υπάρχουν μαρτυρίες ότι εκεί όπου οι εργάτες αντιστάθηκαν και διατή­ρησαν τη συλλογικότητα, υπήρξε αύξηση της παραγωγικότητας και της ποιότητας της εργασίας. Εν πά­ση περιπτώσει, από τη δεκαετία του ’20 η γραφειοκρατία αρχίζει να συ­γκροτείται ήδη σε προνομιούχο στρώμα, σχετικά αυτονομημένο από την κοινωνία. Αλλά η ανάπτυξη της γραφειοκρατίας και του συγκεντρω­τισμού θα απονέκρωνε βαθμιαία τα πρώτα φύτρα της εργατικής εξου­σίας. Η εργατική τάξη επρόκειτο να ηττηθεί από την υπό διαμόρφωση νέα κυρίαρχη τάξη.

               Ο εκφυλισμός της εργατικής εξουσίας

Το νέο καθεστώς, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, ήταν δικτα­τορία του προλεταριάτου. Αλλά η δικτατορία του προλεταριάτου και των συμμάχων του σήμαινε στην πραγματικότητα εξουσία της εργα­τικής τάξης και των συμμάχων της. Σήμαινε οικονομική, πολιτική και κοινωνική δημοκρατία. Πράγματι, τα πρώτα χρόνια, μέσα στο ενθου­σιώδες κλίμα της επανάστασης, άρ­χισαν να δημιουργούνται οι πρώτοι πυρήνες της εργατικής εξουσίας. Η πρωτοβουλία και η αποτελεσματι­κότητα των μαζών εκδηλώθηκαν κα­τά τη διάρκεια του εμφυλίου και της ξένης επέμβασης, όσο και κατά τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξου­σίας. Γιατί λοιπόν βαθμιαία εκφυλί­στηκε η υπό γένεση εργατική δημο­κρατία; Και ο εκφυλισμός, η παρακ­μή, η κρίση και η κατάρρευση ήταν αναπόφευκτες; Η αποτυχία του πρώτου (μετά την Κομμούνα) σο­σιαλιστικού πειράματος ήταν νομο­τελειακά προκαθορισμένη;

Αναφέρθηκα επιγραμματικά στις καταστροφικές συνθήκες στις οποίες επιχειρήθηκε η δημιουργία της νέας κοινωνίας. Τίθεται συχνά το δίλημμα: Πρωτεία της πολιτικής ή πρωτεία της οικονομίας; Πρωτεία του νομικού-πολιτικού εποικοδομή­ματος ή πρωτεία των παραγωγικών δυνάμεων;

Η οικονομία καθορίζει την πολι­τική ή το αντίθετο; Κατά τη γνώμη μου, το δίλημμα είναι τυπικό· στην πραγματικότητα υπάρχει αμοιβαίος καθορισμός και ιστορικά μεταβαλ­λόμενοι ρόλοι. Τα πρώτα χρόνια, ό­πως σημείωσα ήδη, η υπανάπτυξη και η κατεστραμμένη οικονομία ε­πέβαλαν τον πολεμικό κομμουνι­σμό, την ΝΕΠ, τον τεϊλορισμό, τη συγκεντρωτική διεύθυνση της οικο­νομίας. Συνολικά, τη βαθμιαία απο­ξένωση της εργατικής τάξης από τον έλεγχο της οικονομίας και αντίστοι­χα του κράτους και του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Πράγματι, οι συνθήκες επέβα­λαν (αλλά ήταν αναγκαίο;) την κρα­τική πρακτική στη λύση των προβλη­μάτων της οικονομίας. Τον ολοκλη­ρωτικό έλεγχο της οικονομίας από το κράτος. Οικονομία και αντεπανάσταση οδηγούσαν στη διαμόρφω­ση ενός ολοκληρωτικού κράτους και αντίστοιχα, στην οργάνωση και στον έλεγχο της κοινωνίας από το ένα και μοναδικό κόμμα και το συγκε­ντρωτικό κράτος. Βεβαίως η λαϊκή συμμετοχή και ο λαϊκός έλεγχος δεν εκμηδενίστηκαν. Εν τούτοις όλο και περισσότερο οι νέοι σοβιετικοί θε­σμοί μετατρέπονταν σε νεκρό γράμμα.

Ανάγκη να ανορθωθεί η οικονο­μία και να αντιμετωπιστεί ο λιμός. Ανάγκη να δημιουργηθεί πραγματι­κός στρατός για να αντιμετωπίσει την εσωτερική αντεπανάσταση, την ξένη επέμβαση και αργότερα την ε­περχόμενη λαίλαπα του ναζισμού. Αλλά τα καθήκοντα αυτά, καθήκο­ντα ζωής ή θανάτου, απαιτούσαν τη δημιουργία βαριάς βιομηχανίας και την ανάπτυξη της αγροτικής οικο­νομίας. Η πρώτη ανάγκη οδήγησε στην αναπαραγωγή του αστικού κα­ταμερισμού της εργασίας. Η δεύτε­ρη, στη βάρβαρη κολεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας. Αλλά η ανάγκη οδηγεί στη θεωρητική δι­καίωση της. Η ανάγκη στην περί­πτωση μας για οικονομική ανάπτυ­ξη οδήγησε στη λατρεία της οικονο­μίας, της εργατικότητας και της πα­ραγωγικότητας. Με σύνθημα να φτάσουμε και να ξεπεράσουμε τη Δύση. Στην παραβίαση της διαλε­κτικής των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις. Στην αποσύνδεση τους, στην ταύτιση του σοσιαλισμού με ένα ανώτερο επίπε­δο παραγωγικών δυνάμεων, στην υ­ποταγή της πολιτικής στην οικονο­μία. Εν τέλει στην κρατικοποίηση αντί για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, στη διόγκωση του κράτους αντί για τον βαθμιαίο μαρασμό του. Αλλά τώρα η πολιτι­κή θα έπαιρνε τα πρωτεία έναντι της οικονομίας. Οι νέοι, παραμορ­φωμένοι θεσμοί, βαθμιαία άρνηση της εξουσίας των Σοβιέτ, θα προκαθόριζαν το μέλλον της Σοβιετικής Ένωσης.

ΜΕΡΟΣ 2Ο

Η Μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών

Είναι γνωστή η μαρξιστική αντίληψη για τη δικτατορία του προλεταριάτου και το βαθμιαίο μαρασμό τον κράτους κα­θώς και την απονέκρωση του στην πορεία προς την κομμουνιστική κοι­νωνία. Ας θυμίσουμε τα λόγια του Μαρξ, από την Κριτική τον Προ­γράμματος της Γκόττα: «Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική και την κομ­μουνιστική κοινωνία, βρίσκεται η πε­ρίοδος της μετατροπής της μιας στην άλλη. Σ’ αυτή την περίοδο αντιστοι­χεί μια μεταβατική πολιτική περίο­δος, όπου το κράτος δεν μπορεί να είναι άλλο από την επαναστατική δι­κτατορία του προλεταριάτου». Επί­σης κατά τον Λένιν, «το πέρασμα α­πό τον καπιταλισμό στον κομμουνι­σμό θα πραγματοποιηθεί με ποικιλία μορφών, αλλά η ουσία τους θα είναι μία: η δικτατορία του προλεταριάτου, αναγκαία στη μεταβατική περίοδο προς τη νέα κομμουνιστική κοινωνία, στην οποία το κράτος θα έχει πλέον ατροφήσει και απονεκρωθεί». (Κρά­τος και Επανάσταση).

Πώς εξελίχθηκε λοιπόν το κράτος στη Σοβιετική Ένωση; Αντί για μα­ρασμό, διογκώθηκε, αποθηριώθηκε, αυτονομήθηκε από την κοινωνία σαν μηχανισμός ξένος και εξουσιαστικός. Το κόμμα και το κράτος μιλούσαν και δρούσαν πάντα στο όνομα του σοσιαλισμού. Βαθμιαία μετατρέπο­νταν όλο και περισσότερο σε τροχοπέδη.

Πώς θα μπορούσε να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο; Καταρχήν οι συν­θήκες: εσωτερική αντεπανάσταση (λευκοί, εμφύλιος) και η ξένη ένοπλη επέμβαση. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η κατεξοχήν υπέρμαχος της προσωπι­κής ελευθερίας, έγραφε μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα: «Ανάγκη να τσακιστεί με σιδερένιο χέρι η α­ντίσταση των αστών, των μικροα­στών, κ.λπ.». Η επανάσταση αμύνονταν σ’ αυτή τη φάση. Αλλά οι αμυ­ντικοί μηχανισμοί βαθμιαία απόκτη­σαν τη δική τους λογική και αυτονο­μήθηκαν από κάθε κοινωνικό έλεγχο. Η επαναστατική τρομοκρατία με­τατρεπόταν βαθμιαία σε αντεπαναστατική τρομοκρατία του κρατικού και του κομματικού μηχανισμού. Συγκεκριμένα:

«Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ». Δη­μοκρατία στο Κόμμα και στην Κοι­νωνία. Αυτά ήταν τα πρώτα και ελπι­δοφόρα συνθήματα της νεαρής σο­βιετικής δημοκρατίας. Αλλά η φοβε­ρή εσωτερική κατάσταση, η διεθνής απομόνωση και η ιμπεριαλιστική ε­πέμβαση, δεν θα άφηναν να ανθίσει το δέντρο της Δημοκρατίας. Ήδη α­πό το 1917 διαλύθηκε το Κόμμα των Κάντε. Συνελήφθησαν και εκτελέ­στηκαν στελέχη των Κάντε και των δεξιών Εσέρων. Οι αναρχικοί ρίχνο­νταν στις φυλακές. Απαγορεύτηκαν τα κόμματα και επιβλήθηκε η λογο­κρισία. Το 1921 στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ απαγορεύτηκαν οι τάσεις και οι φράξιες στο κόμμα. Η Τσεκά απέκτησε το δικαίωμα να συλλαμβάνει και να εκτελεί χωρίς έλεγχο και χωρίς δίκη. Είναι γεγονός ότι ο Λένιν προσπάθησε να θέσει όρια στη δράση της Τσεκά. Η ασθένειά του και προπαντός η ίδια δυναμική των κατασταλτικών μηχανισμών δεν επέ­τρεψαν τον έλεγχο της τρομοκρατίας. Η απαρχή του Αρχιπελάγους των Γκουλάγκ βρίσκεται σ’ αυτή την πε­ρίοδο.

Βεβαίως οι αποφάσεις συνέχιζαν να λαμβάνονται σε συλλογικά όργα­να με δημοκρατικές διαδικασίες. Αλλά όσο απλωνόταν η τρομοκρατία, η συλλογικότητα εκφυλιζόταν σε τυ­πική διαδικασία. Με την δικτατορία της σταλινικής περιόδου, η διαφωνία συνεπαγόταν τη διαγραφή, την εξο­ρία ή το θάνατο. Έτσι εκτελέστηκαν όλα σχεδόν τα ηγετικά στελέχη του κόμματος των Μπολσεβίκων, οι πε­ρισσότεροι ηγέτες του Κόκκινου Στρατού, επιστήμονες, καλλιτέχνες και εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι. Το κράτος και το  κόμμα είχαν ήδη αυ­τονομηθεί από την κοινωνία. Ο αντι­πρόσωπος (εάν εκλεγόταν) καταρ­γούσε τον αντιπροσωπευόμενο. Οι κοινωνικές αντιθέσεις λύνονταν πλέ­ον, όχι με την κριτική και την αυτο­κριτική, με τη συγκεκριμένη ανάλυση των προβλημάτων, αλλά με τη λογική και με τα μέσα της αστυνομίας.

Πρώτα και κύρια θύματα της τρο­μοκρατίας των μηχανισμών ήταν οι ί­διοι οι κομμουνιστές. Ας ακούσουμε τον Λ. Τρότσκι: «Διαγράφοντας, στε­ρώντας δουλειές, φυλακίζοντας, η φράξια στην εξουσία δρα με το ρό­παλο και το ρούβλι εναντίον του ίδι­ου του κόμματος της. Ο αγωνιστής εργάτης φοβάται να πει στον ίδιο του τον πυρήνα αυτό που σκέπτεται. Φο­βάται να ψηφίσει σύμφωνα με τη συ­νείδηση του. Η δικτατορία του μηχα­νισμού τρομοκρατεί το κόμμα, η δι­ευθύνουσα φράξια μειώνει την ικα­νότητα του να τρομοκρατήσει τους ταξικούς εχθρούς. Στο διάστημα των τελευταίων ετών αυτή η πολιτική με­τέφερε τον ταξικό άξονα από τα αρι­στερά προς τα δεξιά, από το προλε­ταριάτο στους μικροαστούς, από τους εργάτες στους ειδικούς, από τον α­γωνιστή της βάσης στον άνθρωπο του μηχανισμού». (Η παραμορφωμένη Επανάσταση).

Αντιστάσεις βεβαίως υπήρξαν και από τη σκοπιά της εργατικής μάζας, από την πλευρά των κομμουνιστών. Και οι αντιστάσεις αυτές εξουδετερώθηκαν βίαια. Ένα πολύ γνωστό παράδειγμα: Η εξέγερση της Κροστάνδης ήταν από την αρχή αντιεπαναστατική; Και δεν υπήρχε άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί, εκτός από τη βία; Και όσο και αν οι συνθήκες ε­πέβαλαν την κρατική βία, όσα έγιναν ήταν αναπόφευκτα; Και ο Λένιν και ο Τρότσκι είναι άμοιροι ευθυνών; Αλλά η απάντηση στα ερωτήματα αυ­τά δεν είναι δυνατόν να δοθεί εδώ.

          Οι νέες αντιθέσεις και η θεωρητικοποίησή τους

Στην πορεία της ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας διατηρήθηκαν παλαιές αντιθέσεις, γεννήθηκαν και οξύνθηκαν νέες: Η αντίθεση της ερ­γατικής τάξης, ευρύτερα των λαϊκών στρωμάτων με τους κρατικούς και τους κομματικούς μηχανισμούς, συ­νολικά με τη γραφειοκρατία. Η αντί­θεση αυτή επικαλύπτονταν για μια μακρά περίοδο από τον υποτιθέμενο κοινό στόχο: την ψευδαίσθηση ότι η χώρα βάδιζε προς την κομμουνιστική κοινωνία. Η αντίθεση πόλης-υπαίθρου. Η αντίθεση αυτή απέκτησε τώ­ρα και νέες διαστάσεις, με την υπο­ταγή της αγροτικής οικονομίας στους στόχους της εκβιομηχάνισης. Η αντί­θεση εργατικής τάξης, τεχνικών και διανόησης. Τα στρώματα αυτά, χωρίς κατ’ ανάγκην να είναι προνομιούχα, είχαν μια διαφορετική και ευνοϊκή θέση στη σοβιετική κοινωνία. Η αντί­θεση ανάμεσα στις προκαπιταλιστικές και καπιταλιστικές ιδεολογίες και το μαρξισμό. Η αντίθεση αυτή δεν λύθηκε με την ηγεμονία του μαρ­ξισμού. Με τη μετατροπή του σε ορ­γανική ιδεολογία. Αντίθετα ο μαρξι­σμός, τουλάχιστον ο επίσημος, μετα­τρεπόταν όλο και περισσότερο σε κρατική ιδεολογία: αντί να είναι η κριτική της υπαρκτής πραγματικότη­τας, τη δόξαζε ως ταπεινός απολογη­τής. Τέλος, η αντίθεση ανάμεσα στο κρατικό συμφέρον και το διεθνή ρό­λο της Σοβιετικής Ένωσης ως πρω­τοπορίας της παγκόσμιας επανάστα­σης.

Στην πορεία, μέσα από άλυτες α­ντιθέσεις, με την αυτονόμηση του κόμματος και του κράτους αντί για ε­νοποίηση της κοινωνίας, βαθμιαία διαμορφωνόταν μια νέα, ιστορικά α­νέκδοτη ταξική κοινωνία. Πώς θεωρητικοποιήθηκε όμως η νέα πραγμα­τικότητα, μέσα από τους παραμορ­φωτικούς φακούς της κρατικής ιδεολογίας;

Ήδη πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το σοβιετικό κράτος είχε χαρακτηριστεί ως παλλαϊκό κράτος. Η «αντίφαση εν τοις όροις» είναι προφανής· το κράτος δεν μπο­ρεί να είναι παλλαϊκό, διότι τότε δεν είναι πλέον «κράτος». Αλλά οι κατα­σταλτικοί μηχανισμοί του σοβιετι­κού κράτους ενισχύονταν αντί να φθίνουν, και η ύπαρξη και η δράση τους αφαιρούν κάθε νόημα από την έννοια του παλλαϊκού κράτους. Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Στάλιν διατύπωσε τη «θεωρία» ότι η ταξική πάλη θα οξύνεται στην πο­ρεία προς τον κομμουνισμό. Η «θε­ωρία» αυτή δεν ήταν χωρίς αντίκρι­σμα στην πραγματικότητα: ήταν η στρεβλή, ιδεολογική θεωρητικοποίηση των άλυτων αντιθέσεων, από τη σκοπιά των αυτονομημένων μηχανισμών.

Οι άλυτες αντιθέσεις και η κρατι­κή τρομοκρατία, η έλλειψη δημοκρα­τικών διαδικασιών και ελευθεριών, η σχετική φτώχεια, έκαναν να ξεθω­ριάζει βαθμιαία το όραμα της επανά­στασης. Τον ενθουσιασμό και τη δη­μιουργικότητα των μαζών τη διαδε­χόταν βαθμιαία η απογοήτευση και η απάθεια. Η πτώση της παραγωγικό­τητας, η αδιαφορία, οι σπατάλες, οι κλοπές δεν οφείλονταν σε κάποιες εγγενείς κακές ιδιότητες των εργα­τών, όπως ισχυρίζονταν το νέο ιερα­τείο. Ήταν οι συνέπειες της αποξέ­νωσης της εργατικής τάξης και συνο­λικά των εργαζομένων από τη δημι­ουργική, πρωτοβουλιακή συμμετοχή στην οικοδόμηση μιας νέας κοινω­νίας, της ανελευθερίας, της ύπαρξης νέων προνομίων και της διαφθοράς της νέας κυρίαρχης τάξης.

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πό­λεμο, έγινε ακόμα περισσότερο φανε­ρό ότι το πολιτικό και νομικό εποικο­δόμημα και το σύνολο των θεσμών και των κοινωνικών σχέσεων, αποτε­λούσαν πλέον εμπόδιο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της κοινωνίας συνολικά. Τα ημίμετρα των Χρουστώφ, Μπρέζνιεφ και Γκορμπατσώφ, δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσουν στην επαναστατική λύση της αντίθεσης.

Κάθε μηχανισμός έχει την τάση να αυτονομείται. Να αποκτά τη δική του δυναμική, το δικό του πλέγμα συμφερόντων, τη δική του λογική και τη δική του ιδεολογία. Επεχείρησα να σκιαγραφήσω τις συνθήκες που διευκόλυναν την αυτονόμηση του κόμματος και του κράτους από τη σοβιετική κοινωνία. Τη μετατροπή τους σε μηχανισμούς έξω και πάνω από την κοινωνία, καταπιεστικούς και αλλοτριωτικούς. Η νέα ελίτ, κομμα­τική και κρατική, διευθυντικά και τε­χνικά στελέχη, ευνοημένοι επιστή­μονες και καλλιτέχνες συγκροτού­σαν κλειστές ομάδες, προνομιούχες και έξω από κάθε κοινωνικό έλεγχο. Τα οικονομικά προνόμια: μισθοί, διαμερίσματα, ντάτσες, υπηρέτες, ει­δικά καταστήματα, κουρεία, ραφτάδες, κ.λπ., κ.λπ., καθώς και τα κοινω­νικά προνόμια: σχολεία, νοσοκο­μεία, τίτλοι, δημοσιότητα κ.λπ., το νέο πλέγμα συμφερόντων και η διαμορφωνόμενη κοινή ιδεολογία, συνι­στούσαν τα συνεκτικά στοιχεία της νέα κυρίαρχης τάξης.

           Μια νέα, ιστορικά ανέκδοτη ταξική κοινωνία

Τονίστηκε ήδη: Αντί για μια ιστο­ρική διαδικασία ενοποίησης της κοι­νωνίας, είχαμε μια διαδικασία ταξι­κών διαχωρισμών και αντίστοιχων ταξικών αντιθέσεων. Εν τούτοις, κα­τά τον Στάλιν, ήδη από το 1936 η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν πέρα από τον καπιταλισμό. Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είχε κα­ταργηθεί. «Μπορούμε μετά από αυ­τό να ονομάζουμε την εργατική μας τάξη προλεταριάτο; Το προλεταριά­το της Σοβιετικής Ένωσης έγινε μια τάξη απόλυτα νέα, η εργατική τάξη της ΕΣΣΔ». Αυτά κατά τον Στάλιν. Αλλά πολύ πριν ο Λένιν διαπίστωνε: «Το κράτος μας είναι ένα εργατικό κράτος που αντιπροσωπεύει μια γραφειοκρατική παραμόρφωση. Πρέπει να υπερασπίσουμε τους εργάτες εναντίον του κράτους τους». Αλλά αν πρέπει να «υπερασπίσου­με» τους εργάτες εναντίον του κρά­τους τους, τότε με ποια έννοια το κράτος αυτό είναι κράτος της εργα­τικής τάξης;

Ας θυμηθούμε τον ορισμό της τά­ξης από τον Λένιν, που παραθέσαμε ήδη: Η τάξη ορίζεται από τη θέση της στην ιστορικά καθορισμένη κοι­νωνική παραγωγή, από τη σχέση της με τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο στην κοινωνική οργάνωση της εργα­σίας, άρα από τους τρόπους ιδιοποί­ησης και τη σπουδαιότητα του μέ­ρους του κοινωνικού πλούτου που ι­διοποιείται.

Σύμφωνα με αυτό τον ορισμό, μια τάξη δεν είναι κατ’ ανάγκη ιδιο­κτήτρια μέσων παραγωγής. Αρκεί να έχει μια ειδική σχέση με τα μέσα παραγωγής, έναν ειδικό ρόλο στην οργάνωση της παραγωγής και στην κατανομή του κοινωνικού πλούτου. Τα νέα προνομιούχα στρώματα της σοβιετικής κοινωνίας δεν ήταν κάτο­χοι των μέσων παραγωγής. Με βά­ση, εντούτοις, τον ορισμό του Λένιν, συνιστούσαν τάξη. Ανάγκη συνιστά να διευρύνουμε τον συνήθη ορισμό των τάξεων (ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής ή κάτοχοι μόνο της ερ­γατικής τους δύναμης).

Αν λοιπόν υπήρχαν τάξεις στη Σοβιετική Ένωση, τότε και το προ­λεταριάτο δεν ήταν η «νέα εργατική τάξη». Αποξενωμένη από τα μέσα παραγωγής και το προϊόν της εργα­σίας της, ήταν μια νέα, ιστορικά α­νέκδοτη κυριαρχούμενη τάξη, παραγωγής αξιών και υπεραξίας την οποία κατένειμε ανεξέλεγκτα η προνομιούχα γραφειοκρατία.

Πώς θα μπορούσε συνεπώς να χαρακτηριστεί η σοβιετική κοινωνία κατά τη δεκαετία του ’30 και προπροπαντός μετά τον πόλεμο; Η κοι­νωνία αυτή ήταν μεταβατική ανάμε­σα στον καπιταλισμό και το σοσιαλι­σμό; Στην αρχή ναι. Στην πορεία, ό­πως αποδείχτηκε, η κοινωνία αυτή δεν όδευε προς το σοσιαλισμό. Κατά τον Τρότσκι η ΕΣΣΔ ήταν εκφυλι­σμένο εργατικό κράτος. Στα πρώτα χρόνια, ο ορισμός αυτός ανταποκρι­νόταν στην πραγματικότητα. Αλλά στην πορεία το «εργατικό» εξαφανι­ζόταν όλο και περισσότερο. Κατά μια άλλη άποψη (Καστοριάδης) ε­πρόκειτο για γραφειοκρατικό καπιταλισμό. Αλλά ο ορισμός αυτός δεν προσδιορίζει τις κοινωνικές δυνά­μεις, τις σχέσεις παραγωγής και τις σχέσεις κυριαρχίας που θα του έδι­ναν νόημα. Ο καπιταλισμός προϋπο­θέτει την ιδιωτική κατοχή των μέσων παραγωγής και η γραφειοκρατία δεν ήταν κάτοχος, αλλά διαχειρι­στής. Κατ’ άλλους, επρόκειτο για κρατικό καπιταλισμό. Αλλά και αν ακόμα δεχτούμε την ιδιοποίηση υπε­ραξίας, πού είναι οι καπιταλιστές; Τέλος, ορισμένοι παρομοιάζουν τη σοβιετική κοινωνία με τις κοινωνίες του λεγόμενου ασιατικού τρόπου παραγωγής. Είναι γεγονός ότι υπάρ­χουν ομοιότητες ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο τύπους κοινωνίας: Το ιερα­τείο και η αριστοκρατία χωρών ό­πως η Αίγυπτος και άλλες αυτοκρα­τορίες της Ανατολής, δεν ήταν κάτο­χοι των μέσων παραγωγής. Τα προ­νόμια τους τα αντλούσαν από την ει­δική σχέση τους με τα μέσα παραγω­γής, την οργάνωση της παραγωγής  και τη διανομή του κοινωνικού πλούτου. Ως προς αυτό υπάρχει ο­μοιότητα. Αλλά η σοβιετική κοινω­νία ήταν μια αναπτυγμένη-βιομηχανική κοινωνία και όσο και αν το νέο, άθεο «ιερατείο» έμοιαζε με το πα­λαιό, μια ταύτιση των δύο τύπων κοι­νωνίας θα ήταν αυθαίρετη.

        Κρατικός σοσιαλισμός

Η ανάγκη για αναζήτηση ενός ο­ρισμού, μιας έννοιας, δεν προκύπτει από κάποια σχολαστική νοοτροπία. Ο ορισμός θα πρέπει να εκφράζει τη δομή, τις σχέσεις και την κύρια αντί­θεση της εν λόγω κοινωνίας, και να αντανακλά την ιστορική πορεία της διαμόρφωσης αυτών των σχέσεων. Προφανώς στην αναζήτηση της έν­νοιας θα έχουμε ως αφετηρία υπάρ­χουσες έννοιες και κατηγορίες. Αν αυτές δεν ανταποκρίνονται στη νέα πραγματικότητα, τότε πρέπει να δη­μιουργήσουμε νέες.

Υποστηρίζω ότι η κατάλληλη έν­νοια για το χαρακτηρισμό της σοβιε­τικής κοινωνίας είναι η έννοια του κρατικού σοσιαλισμού. Η έννοια αυ­τή, προφανώς, είναι αντιφατική. Συνιστά «αντίφαση εν τοις όροις». Εν  τούτοις υποστηρίζω ότι η αντιφατι­κότητα της έννοιας αντιστοιχεί στον αντιφατικό χαρακτήρα της σοβιετι­κής κοινωνίας.

Πράγματι, η επανάσταση κατήρ­γησε την ιδιωτική κατοχή των μέσων παραγωγής και εθνικοποίησε τη γη. Αλλά στην πορεία τα μέσα παραγω­γής δεν κοινωνικοποιήθηκαν. Παρέ­μειναν ιδιοκτησία του κράτους, οργανωτή της παραγωγής και μόνου αρμοδίου για την κατανομή του κοινωνικού πλούτου. Βεβαίως, στην πρώτη περίοδο υπήρξαν κάποια στοιχεία συλλογικότητας και εργατικής εξουσίας, καθώς και μέτρα υπέρ των εργαζομένων: εργασία, μόρφω­ση, στοιχεία πολιτισμού, κοινωνική πρόνοια, κ.λπ. Όμως, στην πορεία η εργατική εξουσία εκφυλιζόταν και τη θέση της έπαιρνε ο κρατικός συ­γκεντρωτισμός και ο αυταρχισμός. Ως προς τα κάποια υλικά πλεονε­κτήματα ας θυμηθούμε έναν αφορι­σμό του νεαρού Μαρξ: «Μια αύξη­ση των μισθών [….] δεν θα ήταν άλλο από μια καλύτερη αμοιβή δούλων και δεν θα έδινε ούτε στον εργάτη, ούτε στην εργασία, τον προορισμό και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια τους». Προφανώς ο Μαρξ μιλάει για τον καπιταλισμό. Αλλά η φτωχή υλι­στική αντίληψη του σοσιαλισμού και η ηθικολογία της γραφειοκρατίας δεν μπορούσαν να εξαφανίσουν τις αντιθέσεις που ωρίμαζαν σ’ αυτή τη χώρα.

Υποστηρίζω συνεπώς ότι ο κρα­τικός σοσιαλισμός ήταν μια νέα μορ­φή ταξικής κοινωνίας. Εναντίον μιας τέτοιας άποψης, έχουν διατυπωθεί σοβαρές αντιρρήσεις. Ας απαριθμή­σω τις κυριότερες:

• Η γραφειοκρατία δεν ήταν α­ναγκαία μορφή του ιστορικού γίγνε­σθαι. Σύμφωνοι. Αλλά η ιστορία εί­ναι προϊόν της αναγκαιότητας και του τυχαίου και καμιά κατηγοριο­ποίηση δεν είναι σεβαστή, αν δεν μπορεί να ερμηνεύσει την πραγματι­κότητα. Η σοβιετική γραφειοκρατία ήταν η ειδική-συγκεκριμένη μορφή, προϊόν ιδιόμορφων ιστορικών συν­θηκών (η πραγματικότητα είναι πά­ντοτε συγκεκριμένη και ειδική).

• Η σοβιετική κοινωνία δεν αντιστοιχούσε σε έναν ιστορικά καθορι­σμένο τρόπο παραγωγής. Αλλά οι τρόποι παραγωγής δεν είναι προϊόν της θεωρίας, αλλά του ιστορικού γί­γνεσθαι. Η σοβιετική κοινωνία δεν αντιστοιχούσε σε κάποιον από τους γνωστούς τρόπους παραγωγής.

• Η γραφειοκρατία δεν ήταν τά­ξη, επειδή δεν ήταν κάτοχος των μέ­σων παραγωγής. Αλλά ο διευρυμέ­νος ορισμός της τάξης, όπως σημειώ­θηκε, δεν προϋποθέτει την κατοχή των μέσων παραγωγής.

• Η γραφειοκρατία δεν ιδιοποι­είται άμεσα το υπερπροϊόν (ή την υ­περαξία). Εν τούτοις την ιδιοποιεί­ται έμμεσα, χάρη στην προνομιακή σχέση της με τα μέσα παραγωγής.

• Τα προνόμια της γραφειοκρα­τίας δεν είναι κληρονομικά. Είναι γεγονός ότι ο γραφειοκράτης είναι μια μετέωρη, εξαρτημένη μορφή. Αλλά όσο συνεχίζει να ανήκει στη γραφειοκρατία, εκμεταλλεύεται υ­πέρ των απογόνων του το πλέγμα των προνομίων της τάξης του.

• Η γραφειοκρατία είναι παρα­σιτική, μεταβατική μορφή. Σύμφωνοι. Εξαφανίζεται με μια επαναστα­τική ανατροπή, ή μετατρέπεται, με τη στρεβλή λύση της κρίσης, σε νέα αστική τάξη.

Υπέρ της άποψης ότι η σοβιετική κοινωνία ήταν ταξική και ότι ο χα­ρακτηρισμός του καθεστώτος της ή­ταν κρατικός σοσιαλισμός, θα μπο­ρούσαν να διατυπωθούν τα ακόλου­θα επιχειρήματα:

• Η νέα κυρίαρχη τάξη είχε προνομιούχα σχέση με τα μέσα παραγωγής, την οργάνωση της παραγωγής και την κατανομή του κοινωνικού πλούτου. Τα στοιχεία αυτά συνιστούσαν την ενοποιητική δύναμή της.

• Η γραφειοκρατία κατείχε ειδι­κή και προνομιούχα σχέση στον κα­ταμερισμό της εργασίας.

• Μέσω της προνομιούχας θέσης της στη σοβιετική κοινωνία, είχε ε­ξελιχθεί σε προνομιούχα τάξη.

• Ασκώντας το μονοπώλιο της κρατικής εξουσίας της οικονομίας και των ιδεολογικών μηχανισμών, μπορούσε να επιβάλει την κυριαρ­χία της στις κυριαρχούμενες τάξεις.

• Η γραφειοκρατία ως τάξη, δεν ήταν ομοιογενής. Ήταν διαφορο­ποιημένη και ως προς τα οικονομικά προνόμια και ως προς το κοινωνικό κράτος.

• Σε αντίθεση με τον αστό, ο γραφειοκράτης δεν είναι κάτοχος μέσων παραγωγής.

Είναι εξαρτημένος από το μηχανισμό στον οποίον ανήκει. Είναι συ­νεπώς μετέωρη, καταπιεσμένη, αντι­φατική μορφή: ηθικολόγος, κυνικός, αυταρχικός προς τους κάτω, δουλοπρεπής προς τους ανώτερους. Ζει την αντίφαση ανάμεσα στον πραγ­ματικό και τον υποτιθέμενο κοινωνι­κό του ρόλο.

Τελευταίο ερώτημα: Η τραγική αποτυχία του πρώτου σοσιαλιστικού εγχειρήματος οφείλεται στις αντι­κειμενικές συνθήκες, ή σε κάποια αναλλοίωτη-εγωιστική ανθρώπινη φύ­ση; Αν απορρίψουμε της ανιστορικές-μεταφυσικές απόψεις για την ανθρώπινη φύση και αναδείξουμε την ιστορικότητα της, αν δούμε τον άνθρωπο ως πεδίο αντιφατικών δυ­νατοτήτων, τότε δεχόμενοι τα πρω­τεία των αντικειμενικών συνθηκών. μπορούμε να κατανοήσουμε το ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα: οι αρνητικές συνθήκες μαζί με τον ι­στορικά διαμορφωμένο ατομισμό, είχαν ως συνέπεια την πραγμάτωση των πιο αρνητικών δυνατοτήτων της ανθρώπινης φύσης: του ατομισμού, της δειλίας, της βαρβαρότητας κ.λπ. Η ιστορία δεν είναι ιστορία χωρίς υ­ποκείμενο. Αλλά το ιστορικό υπο­κείμενο δεν είναι το αχρονικό υπο­κείμενο των μεταφυσικών φιλοσο­φιών.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η σοβιετική κοινωνία ήταν μια νέα, ιστορικά α­νέκδοτη ταξική κοινωνία, με μια νέα, επίσης ιστορικά ανέκδοτη, κυ­ρίαρχη τάξη. Ως αντιφατική, στρε­βλή μορφή, η κοινωνία αυτή δεν ή­ταν βιώσιμη. Η παρασιτική κυρίαρ­χη τάξη και το πολιτικό και νομικό εποικοδόμημα, καθώς και το σύνολο των θεσμών και των κοινωνικών σχέσεων, αποτελούσαν εμπόδιο στην ανάπτυξη της κοινωνίας και στην πορεία προς τον κομμουνισμό. Με τα χρόνια οι εσωτερικές αντιθέσεις ωρίμαζαν. Έως ότου η κρίση εκδηλώθηκε με όλη της την ένταση στη δεκαετία του ’80.

Η κρίση θα μπορούσε να λυθεί με δύο τρόπους: 1) Με την επανα­στατική παρέμβαση των μαζών. Οι σοβιετικοί πολίτες, αποκομμένοι επί δεκαετίες από την πολιτική, ιδεολο­γικά ανώριμοι, γοητευμένοι από την απατηλή γοητεία του καπιταλισμού, ήταν ανίκανοι να δώσουν επαναστα­τική διέξοδο στην κρίση. 2) Η έλλει­ψη επαναστατικής διεξόδου, οδήγη­σε στη δεύτερη λύση: η αστικοποιη­μένη γραφειοκρατία, μετά από επι­φανειακά μέτρα και διακηρύξεις, ε­πέλεξε το στρατόπεδο της: τον καπι­ταλισμό.

Οι πολίτες της Σοβιετικής Ένω­σης καθώς και των άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης δεν υπεράσπι­σαν το «σοσιαλιστικό» καθεστώς, το κράτος «τους». Γιατί; Επειδή ήταν ξένοι και ένιωθαν ξένοι με αυτό το καθεστώς, το οποίο δεν αντιπροσώ­πευε πλέον τα συμφέροντα τους και στο οποίο δεν αναγνώριζαν τον εγ­γυητή των συμφερόντων τους.

Η ιστορία δεν τελείωσε, παρά την κατάρρευση του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου». Μια από τις προϋπο­θέσεις για την αναγέννηση του κομ­μουνιστικού κινήματος είναι να κα­τανοήσουμε τα αίτια της πρώτης α­πόπειρας για ένα «άλμα στον ουρα­νό».

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

One response »

  1. Σύντροφοι υπάρχουν μερικά ερωτηματα που δεν τα απαντά ο σύντροφος Ευτύχης Μπιτσάκης. 1. ένας νέος τρόπος παραγωγής είναι δυνατόν να οπισθοδρομήσει σε ένα παλιότερο; 2. Μπορεί μια κυρίαρχη τάξη να χάσει την εξουσία προς ώφελος μιας παλιότερης τάξης, (αν η γραφειοκρατία συνιστά μια εκμεταλεύτρια τάξη, τότε η επαναφορά του καπιταλισμού συνιστά κάτι το ιστορικά πρωροφανές), δεν έχει ξαναγίνει – η κατάργηση της δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής απο το φεουδαρχικό, ο οποίος ήταν ανώτερος τρόπος παραγωγής, οδήγησε στην μη επαναφορά του δουλοκτησίας). Συνεπώς αν ο Μπιτσάκης έχει δίκιο δεν υπάρχει ιστορική νομοτέλεια, ο χρόνος είναι αντιστρεπτος στην κοινωνία, προφανώς στην φύση δεν είναι απ’ ότι λέει ο ίδιος. 3. Αν η γραφειοκρατία συνιστά μια νέα στην ιστορία τάξη που δεν έχει προηγούμενο, τότε σε ποιον τρόπο παραγωγής βασίζεται; Σε τι διαφέρει η άποψη του απο τον υπεριμπεριαλισμό του Κάουτσκι, έστω και με αριστερό πρόσημο; 4. Μπορεί μια τάξη να διαλέξει την μετατροπή της σε μια άλλη τάξη αλλάζοντας τρόπο παραγωγής και επιστρέφοντας στο παρελθόν; Δηλαδή υπάρχει περίπτωση να επιστρέψουμε στο δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής ή στη φεουδαρχία; Ούτε αυτό έχει ξαναγίνει ιστορικά. 5. Υπάρχει ιστορικό προηγούμενο της κατάρευσης μιας τάξης που κατέκτησε την εξουσία στηριζόμενοι σε ένα προηγμένο τρόπο παραγωγής και επιστροφής σε μια παλιότερη και λιγότερο προηγμένη παραγωγική διαδικασία; Όχι απ’ ότι γνωρίζω. Τότε πως μιλάμε για καταρευση; 6. Η ιδιοποίηση του κοινωνικού πλούτου υπάρχει σε όλους του γνωστούς μέχρι σήμερα τρόπους παραγωγής. Η ειδιποιός διαφορά της κεφαλαιοκρατίας με τους προηγούμενους βρίσκεται στην υπεραξία. Υπήρχε απόσπαση υπεραξίας στη Σ. Ε. και με ποιον τρόπο; Αυτά είναι ερωτήματα που δεν απαντιούνται από τον σύντροφο Μπιτσάκη; Το ζητούμενο λοιπόν παραμένει. Τι ήταν η σοβιετική κοινωνία; κατέρευσε ή ανατράπηκε;

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: