RSS Feed

ΤΟ ΝΕΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΡΙΤΟΣ ΓΥΡΟΣ

του Κώστα Τζιαντζή

εφημερίδα ΠΡΙΝ – 22/06/1997 

ΤΟ ΝΕΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΡΙΤΟΣ ΓΥΡΟΣ

 Οι αντικειμενικές τάσεις ανάπτυξης και κρίσης του συστήματος, και     βαθύτερα του κέρδους, της υπε­ραξίας και των συνδυασμών της, κα­θώς και οι  εξελίξεις των ταξικών α­ναμετρήσεων συσσωρεύονται σε μα­κρόχρονες  περιόδους και οδηγούν σε γενικότερες καμπές του καπιταλι­στικού τρόπου  παραγωγής.

 Στο πρώτο στάδιο του καπιταλι­σμού της μεγάλης βιομηχανίας έχει  επιβληθεί η πρωτοκαθεδρία της σχε­τικής υπεραξίας, αλλά το ειδικό βά­ρος   της απόλυτης υπεραξίας παρα­μένει ιδιαίτερα υψηλό και αποφασι­στικό.

 Αυτός ο συνδυασμός έχει σχέση με το χαμηλό ακόμα επίπεδο αύξη­σης της  παραγωγικότητας της εργα­σίας, την ύπαρξη εκτεταμένων τομέ­ων με   περιορισμένο βαθμό καπιταλι­στικής ανάπτυξης και εκμηχάνισης.

 Ταυτόχρονα, αποτελεί προσπά­θεια να αντιμετωπιστούν οι πρώτες  σημαντικές κρίσεις της παραγωγικό­τητας του καπιταλισμού, οι διαφαι­ νόμενες τάσεις πτώσης της δυναμι­κής της σχετικής υπεραξίας και γενι­κότερα του ποσοστού κέρδους, με μορφές απόλυτης υπεραξίας και συ­μπίεσης των μισθών που τις περιορί­ζουν με διπλό τρόπο. Γιατί από τη μια αυξάνουν το συνολικό ποσοστό υπεραξίας και από την άλλη αναχαι­τίζουν την τάση μείωσης της ζωντα­νής εργασίας.

Η μεγάλη κρίση στην τελευταία 25ετία του 19ου αιώνα, σε σύνδεση με την αναπτυσσόμενη πάλη της ερ­γατικής τάξης (εργατικές επαναστά­σεις και ειδικά η Κομμούνα του 1870, εμφάνιση συνδικάτων και ερ­γατικών κομμάτων, οι αγώνες για μείωση της εργάσιμης ημέρας, η. επο­ποιία του Σικάγο και η θεωρητική νί­κη του μαρξισμού) καθόρισαν το τέ­λος του πρώτου σταδίου και το πέρα­σμα στον μονοπωλιακό καπιταλισμό.

Στο νέο ιμπεριαλιστικό στάδιο οι διαδικασίες σχετικής υπεραξίας προωθούνται αποφασιστικά σε έκτα­ση, ποιότητα και μορφή, αποκτούν συντριπτικά δεσπόζουσα θέση μέσα στο συνολικό σύστημα εκμετάλλευ­σης, ενώ η κρίση του προηγούμενου τρόπου υπεραξίας και η εντεινόμενη ταξική πάλη (που εκφράζεται ιδιαί­τερα με την Οκτωβριανή επανάστα­ση) περιορίζουν δραστικά και μετα­σχηματίζουν τις αναλογίες της από­λυτης υπεραξίας.

Από την άλλη μεριά ο νέος συν­δυασμός σχετικής – απόλυτης υπερα­ξίας αποτυπώνει την εντατική ανά­πτυξη της καπιταλιστικής παραγωγι­κότητας και της συσσώρευσης του κεφαλαίου που προωθεί η μεγάλη βιομηχανία και επόμενα εκφράζει α­πό μια πλευρά τη νέα ανώτερη βάση της ηγεμονίας του κεφαλαίου απένα­ντι στην εργατική τάξη.

Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ο κα­πιταλισμός ανασυγκροτείται κοινω­νικά και πολιτικά και καταφέρνει για μακρόχρονα διαστήματα να ανα­στέλλει, να αντιστρέφει, χωρίς να ε­ξουδετερώνει, την τάση κρίσης της δυναμικής της σχετικής υπεραξίας και της πτώσης του ποσοστού κέρδους , και να επιβάλει ιδιαίτερα μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, μια εποχή «χρυσής συγκυρίας» στην καπιτα­λιστική ανάπτυξη. Αυτή η εξέλιξη εί­χε τελικά μια σημαντική αρνητική ε­πίδραση στους συσχετισμούς ενσω­μάτωσης – χειραφέτησης, μέσα στην εργατική τάξη.

Ωστόσο, τα αντικειμενικά όρια της καπιταλιστικής συσσώρευσης,του συστήματος εκμετάλλευσης σε συνδυασμό με τα υποκειμενικά όρια της ταξικής πάλης, φέρνουν ιδιαίτε­ρα από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 έναν καινούριο κύκλο συγκρούσεων ανάμεσα στη νέα έκρηξη της παρα­γωγικότητας της εργασίας και στο περιεχόμενο και τις μορφές της σχε­τικής υπεραξίας και της υπεραξίας γενικά.

Το σύγχρονο στάδιο του καπιτα­λισμού γεννιέται μέσα απ’ αυτές τις αντιφάσεις και σημαίνει μια νέα ι­σορροπία και αναλογία ανάμεσα στη σχετική και απόλυτη υπεραξία, και ιδιαίτερα μια ριζική εντατικοποί­ηση και ανάπτυξη συνολικά των μορ­φών και των τρόπων απόσπασης α­πλήρωτης δουλειάς, μια παραπέρα ενίσχυση της πολιτικής και ιδεολογι­κής ηγεμονίας του κεφαλαίου.

          Ορισμένα «γιατί», εύλογα και μη

Ωστόσο, δημιουργούνται ορισμέ­να «γιατί». Γιατί νέο στάδιο; Μήπως ο ιμπεριαλισμός δεν είναι το ανώτε­ρο στάδιο του καπιταλισμού; Και γιατί τόση και τέτοια επιμονή στις οικονομικές κοινωνικές εξελίξεις; Μή­πως αυτό ήδη δεν μυρίζει οικονομι­σμό; Και τι γίνεται με τα άλλα κριτή­ρια; Με τις πολυεθνικές, τη νέα τά­ξη, τους Αμερικανούς, την Ευρωπαϊ­κή Ένωση, το διεθνές σύστημα του ι­μπεριαλισμού; Μήπως επιμένοντας στις αντικειμενικές τάσεις ανάπτυ­ξης και κρίσης του συστήματος υπο­βαθμίζεται ο υποκειμενικός παράγο­ντας, οι υποκειμενικές ευθύνες; Και πάνω απ’ όλα, γιατί οι νέες τάσεις ερ­γατικής χειραφέτησης, το νέο εργα­τικό κίνημα, καταποντισμένο από την απομόνωση, έχει τη δύναμη να πετύχει εκεί που συντρίφτηκαν (σε καλύτερες ίσως εποχές) αφάνταστα πιο πειθαρχικά και ατσάλινα ρεύμα­τα ζυμωμένα με την ψυχή και το αίμα της εργατικής τάξης;

Ο προβληματισμός θα πρέπει να αναπτυχθεί με τόλμη γύρω απ’ όλα αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα με υπέρτατο κριτήριο αν αυτός συμβάλ­λει, έστω στο ελάχιστο, στη διαμόρ­φωση ενός εργατικού προγράμματος τακτικής και στρατηγικής της κοινω­νικής επανάστασης της εποχής μας. Και ασφαλώς αυτό το κυρίως ζητού­μενο, η αναγκαία αναζήτηση των νέ­ων μορφών σύνδεσης της τακτικής με τη στρατηγική, ανατροπής της «σημερινής», της «συγκεκριμένης» αστικής κυριαρχίας, η αναζήτηση του κοινού ποιοτικού στοιχείου που προσδιορίζει αυτή τη στρατηγική, εί­ναι και το βαθύτερο κίνητρο που ο­δηγεί τελικά στη διαπίστωση ότι ο καπιταλισμός έχει μπει σ’ ένα νέο στάδιο ανάπτυξης και κρίσης.

Η βαθύτερη ανάγκη όχι απλώς για κάποιες αυθόρμητες αποσπα­σματικές απαντήσεις τακτικής στη μια ή την άλλη πλευρά των νέων μεθόδων της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά για σύνδεση όλων αυτών σε μια συνολική στρατηγική κατεύθυνση που να στοχεύει στον πυρήνα των αλλαγών που προωθεί ο σύγχρο­νος καπιταλισμός είναι και η αφετη­ρία που οδηγεί σ’ αυτή την ιδιαίτερη επιμονή για τις νέες μορφές και τα συστήματα υπεραξίας. Γιατί γύρω απ’ αυτό το βαθύτερο πυρήνα των μορφών εκμετάλλευσης, συνδέονται και αλληλεπιδρούν στην εξέλιξη του νέου σταδίου του καπιταλισμού όλα τα άλλα πεδία των αλλαγών, στα πα­ραγωγικά μέσα, στις μεθόδους εργα­σίας και αύξησης της παραγωγικότη­τας, στο ρόλο της διανοητικής εργα­σίας και της επιστήμης στην παραγω­γή, στις μορφές συγκεντροποίησης του κεφαλαίου (πολυεθνικά μονοπώ­λια κ.λπ.), στην ανάπτυξη του αντα­γωνισμού, στους τρόπους διανομής του εισοδήματος, στο χρήμα, στη μορφή των κρίσεων, στη συγκρότηση του διεθνούς καπιταλιστικού ιμπε­ριαλιστικού πλέγματος, στις μεθό­δους και τους συσχετισμούς της πολι­τικής και ιδεολογικής χειραγώγησης, στο ρόλο του κράτους, των υπερεθνι­κών οργανισμών κ.λπ.

Κι αν κανείς πάρει υπόψη του τις αλλαγές που γίνονται σε οποιαδήπο­τε απ’ όλες αυτές τις πλευρές και ιδι­αίτερα στις μορφές της υπεραξίας, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει ότι τροποποιούνται ριζικά, ουσιαστικά, οι μορφές εκδήλωσης τους σε σχέση με τον κρατικομονοπωλιακό καπιτα­λισμό, διατηρώντας και αναπτύσσο­ντας παραπέρα τα βαθύτερα χαρα­κτηριστικά τους, που συνδέονται άρ­ρηκτα με την ουσία όλων των στα­δίων του καπιταλιστικού τρόπου πα­ραγωγής.

Και μήπως αυτού του είδους οι ριζικοί μετασχηματισμοί και οι τομές μέσα στην ανάπτυξη της συνέχειας, της ουσίας ενός τρόπου παραγωγής δεν προσδιορίζουν την έννοια του σταδίου; Αλλά τελικά το υπέρτατο κριτήριο δεν είναι ασφαλώς η Ακα­δημία Επιστημών της ΕΣΣΔ ούτε το πολιτικό γραφείο κάποιου κόμματος ούτε μόνο ή κυρίως τα ακαδημαϊκά ρεύματα, αλλά το αν συμβάλει αυτός ο προβληματισμός για να ανοίξει ο διάλογος, για να αναλυθεί η ουσία, το βάθος και η μορφή των αλλαγών από τη σκοπιά της θεωρητικής πολιτικής και μαζικής πρακτικής των ίδιων των πρωτοπόρων δυνάμεων των εργαζομένων.

Είναι γνωστό πως υπάρχουν ρεύματα που αρνούνται αυτή τη μεθοδο­λογία και την κατεύθυνση σκέψης εί­τε γενικά, αντιπαραθέτοντας κυρίως τη μοναδική ιστορικότητα και τη συ­γκεκριμένη αλληλοσύνδεση των ξε­χωριστών κοινωνιών είτε ειδικά, γιατί θεωρούν ότι γύρω από την ποι­οτική διάσταση των σύγχρονων αλ­λαγών η τελευταία λέξη ειπώθηκε τελεσίδικα στις αρχές του αιώνα και μόνο τις ποσοτικές και τις συγκεκρι­μένες καταλήξεις αυτής της διάστα­σης έχει υποχρέωση να ψάχνει κα­νείς, θα πρέπει ωστόσο να συμφω­νήσει ο καθένας ότι η μία ή η άλλη κατεύθυνση της σκέψης και οι αντί­στοιχοι προβληματισμοί έχουν έτσι κι αλλιώς σημαντικές πολιτικές συ­νέπειες. Γιατί, π.χ., αν ειπώθηκε η τελευταία λέξη στις αρχές του αιώ­να, εύκολα μπορεί να οδηγηθεί κα­νείς σε μια αλύγιστη επιμονή στις παλιές μορφές και στο παλιό περιε­χόμενο της πολιτικής και να παρα­βλέψει την ανάγκη να αντιμετωπίζει τον Λένιν «λενινιστικά».

Ώστε λοιπόν, ο Λένιν έπεσε έξω για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό ως το τελευταίο, τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού χωρίς σκαλοπάτι; Αν παραβλέψει κανείς τη συνήθη μουμιοποίηση και επιλεκτική δια­στρέβλωση του Λένιν, το ζήτημα δεν είναι αν έπεσε έξω γιατί αυτό απο­δείχτηκε ήδη ιστορικά, αλλά από ποια σκοπιά έπεσε έξω. Και η σκο­πιά του ασφαλώς ήταν αυτή της ανα­ζήτησης του δρόμου της επανάστα­σης απέναντι στους δισταγμούς του ρεφορμισμού εκείνης της εποχής, ή­ταν η σκοπιά της τόλμης να αναπτύ­ξει διαλεκτικά τις παρακαταθήκες του Μαρξ, που κι αυτός από τη σκο­πιά του και για τους ίδιους λόγους έ­πεφτε στο ίδιο «λάθος» όταν συμφω­νούσε απόλυτα με τον Ένγκελς που του έγραφε το 1857 ότι «ποτέ η ερ­γατική επανάσταση ξανά δεν θα μπορέσει να βρεθεί τόσο κοντά όσο στις μέρες μας».

Και μήπως όλη αυτή η φασαρία για την υπεραξία (σχετική, απόλυτη κ.λπ.) δεν έχει σημαντικές συνέπειες για την πολιτική του εργατικού κινή­ματος, για το πρόγραμμα του, για την τακτική, τη στρατηγική, τις μορφές πάλης οργάνωσης του επαναστατικού υποκειμένου; Γιατί αν αυτό είναι το βαθύτερο κοινό ποιοτικό στοιχείο των ριζικών αλλαγών στο καπιταλιστικό σύστημα, δεν πρέπει να καταλάβει κανείς ότι το κοινωνικό ζήτημα, αναδεικνύεται με ένα νέο δυναμισμό σε θεμελιακό πολιτικό πρόβλημα – κρίκο της νέας εποχής; Κι όλοι όσοι θεωρούν ακό­μα σαν θεμελιακό πρόβλημα είτε την αμερικανοκρατία, την εξάρτη­ση, την ασυδοσία των μονοπωλίων, είτε τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό και τις δημοκρατικές διαρθρω­τικές αλλαγές, δεν πρέπει, κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, να δουν πολύ βαθύ­τερα και πιο ριζικά την ανάγκη ενός εκ βάθρων μετασχηματισμού της στρατηγικής τους;

Κι αν είναι αλήθεια ότι αυτή τη σημασία έχει το κοινωνικό ζήτημα, η υπεραξία κ.λπ. δεν είναι καιρός να ξαναγυρίσουμε στην ξεχασμένη αρχή ότι το «Είναι» καθορίζει τη συνείδηση και μόνο πάνω σ’ αυτή τη βάση η συνείδηση μπορεί να αλλά­ξει τα πάντα; Και μ’ αυτή την αφετη­ρία η ριζική επαναθεμελίωση του «κόμματος», του επαναστατικού υ­ποκειμένου μήπως πρέπει να ξεκι­νήσει πρώτα απ’ όλα από τη ριζική επαναθεμελίωση των συνδικάτων, από τη συγκρότηση ενός νέου πολύ­μορφου πολιτικού αντικαπιταλιστικού μετώπου της εργατικής τάξης και όχι να διαιωνίζει τον κομματικό κοινοβουλευτικό ηγεμονισμό και κρετινισμό;

Κι αν έχουν σημασία οι αντικει­μενικές τάσεις ανάπτυξης και κρί­σης των μορφών υπεραξίας δεν πρέ­πει εδώ ακριβώς οι επαναστάτες να αναζητήσουν τη βάση και για τα νέα στοιχεία υποχώρησης των εργατι­κών αγώνων αλλά και για τις νέες δυνατότητες μιας εργατικής αντεπί­θεσης; Γιατί στην πραγματικότητα οι νέοι συνδυασμοί απόσπασης α­πλήρωτης δουλειάς από τους άμε­σους παραγωγούς ενισχύουν αντι­κειμενικά την τάση να διεκδικηθεί όχι μόνο η αξία της εργατικής δύνα­μης, όχι μόνο η άμυνα απέναντι στη συμπίεση των μισθών, αλλά η μείω­ση του ποσοστού υπεραξίας και εκμετάλλευσης με βάση το νέο ιστορι­κό όριο των αναγκών της εργατικής τάξης που διαμορφώνει η έκρηξη της παραγωγικότητας (και της σχετικής υπεραξίας). Γιατί όλα αυτά από μια πλευρά οδηγούν αντικειμενικά στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση των στόχων για ανάκτηση και ριζικό ποιοτικό μετασχηματισμό όλου του κλεμμένου χρόνου κι όλου του κλεμ­μένου πλούτου. Και στην ουσία για την ενίσχυση της στρατηγικής της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Και μήπως αυτό ιδιαίτερα δεν έχει και την πιο μεγάλη σημασία και για τη βαθύτερη ερμηνεία της ιστορικής πείρας από τους πολιτικούς ταξικούς αγώνες της προηγούμενης εποχής και ιδιαίτερα για την πολιτική ανασύνταξη της εργατικής τάξης στους νέους κρίσιμους κύκλους των πολιτικών αναμετρήσεων;

     Η πολιτική πάλη ως τον τελικό γύρο

Η περίοδος μετάβασης στο μονο­πωλιακό καπιταλισμό συνοδεύτηκε από ρωμαλέες εκδηλώσεις της επα­ναστατικής τάσης της εργατικής τά­ξης με αποκορύφωμα την Κομμούνα και, κυρίως (μ’ έναν ιδιόμορφο τρό­πο), τη μεγάλη Οκτωβριανή Επανά­σταση. Με την Κομμούνα, ένα ευτυ­χισμένο όσο και αιματοβαμμένο φτερούγισμα της Ιστορίας, «ανακα­λύπτεται» η πολιτική μορφή της δι­κτατορίας του προλεταριάτου, της εργατικής εξουσίας. Μια μορφή που ωστόσο, για μια σειρά λόγους, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί στην πράξη και να επιβληθεί εκείνη την εποχή. Η νίκη και η ήττα της Κομ­μούνας γέννησαν την υλική μορφή της πολιτικής επαναστατικής εξου­σίας που το Κομμουνιστικό Μανιφέ­στο είχε οραματιστεί σαν ένα γενι­κό και αφηρημένο σχέδιο. Ενώ από την άλλη μεριά άφησαν σαν παρα­καταθήκη ένα εξίσου άκρως γενικό κι αφηρημένο σχέδιο για τα καθή­κοντα του κοινωνικού μετασχηματι­σμού, καθώς και για τον καθοριστι­κό ρόλο των κοινωνικών μεταβολών απέναντι στην προτεραιότητα της πολιτικής (Ο Ένγκελς έλεγε ότι χω­ρίς τον κοινωνικό μετασχηματισμό η Κομμούνα θα ήταν μια απάτη).

Η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι ανώτερη μέχρι σήμερα επανα­στατική τομή και πραγματοποιείται στο μεταίχμιο των δύο εποχών του καπιταλισμού. Στηρίζεται αντικειμενικά στις μακροπρόθεσμες συνέπειες από τον παροξυσμό των τάσεων κρίσης του πρώτου σταδίου κι από την άλλη μεριά συνδέεται με τις νέες αντιθέσεις, ανισορροπίες και ανταγωνισμούς που συνοδεύουν την πρώτη φάση προέλασης του μονο­πωλιακού καπιταλισμού.

Με την Οκτωβριανή Επανάστα­ση «ανακαλύπτεται» η υλική μορφή του κοινωνικού μετασχηματισμού, η πρωτολειακή μορφή της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Αλλά ταυτόχρονα, «α­νακαλύπτεται» και το βάθος των προβλημάτων της μεταβατικής επα­ναστατικής περιόδου, ο περίπλοκος χαρακτήρας των διαδικασιών της ταξικής πάλης για την οικοδόμηση της ουσιαστικής εργατικής εξουσίας και ιδιαίτερα για την πλήρη κυριαρ­χία της κοινωνικής ιδιοκτησίας απέ­ναντι στην ατομική ιδιοκτησία. Ανα­καλύπτεται η αντοχή, η αντίσταση και η ικανότητα μετασχηματισμού της ατομικής ιδιοκτησίας μέσα στην επαναστατική κοινωνία. Ανακαλύ­πτεται με αρνητικό τρόπο ο καθορι­στικός ρόλος του κοινωνικού κατα­μερισμού, η ηγεμονία πάνω στην πρωτόλεια μορφή της κοινωνικοποί­ησης των μέσων παραγωγής που α­σκούν οι ταξικές διακρίσεις, ανάμε­σα στη διανοητική και χειρωνακτική εργασία, ανάμεσα στους «εκπροσώ­πους» και στους «εκπροσωπευόμενους», στους κυβερνώντες και στους κυβερνώμενους στις δημόσιες υπο­θέσεις. Ταυτόχρονα, ανακαλύπτεται με δραματικό τρόπο η καθοριστικότητα του «κοινωνικού» απέναντι στην προτεραιότητα της πολιτικής. Αυτό αποτυπώνεται στην πικρή ε­μπειρία από τη μετατροπή της χιλιοτραγουδισμένης εξουσίας των Σοβιέτ σε μια τεράστια απάτη και της κοινωνικής κρατικής ιδιοκτησίας σε μια τεράστια «πυραμίδα» που γκρε­μίστηκε με πάταγο για να φέρει στο προσκήνιο τις βαθύτερες κυρίαρχες σχέσεις της καπιταλιστικής εκμετάλ­λευσης. Ταυτόχρονα, η Οκτωβριανή Επανάσταση άφησε σαν παρακατα­θήκη ένα επίσης άκρως γενικό, αφη­ρημένο και ιδιαίτερα παραμορφω­μένο σχέδιο της κομμουνιστικής κοι­νωνίας, που η επανάσταση της επο­χής μας καλείται με τη σειρά της να ανακαλύψει με επιστημονικό και κυ­ρίως με πρακτικό υλικό τρόπο.

Η ιστορία έδειξε ότι οι επανα­στατικές τάσεις της εργατικής τάξης των καπιταλιστικών χωρών δεν μπό­ρεσαν, για αντικειμενικούς και υπο­κειμενικούς λόγους, να εξασφαλί­σουν την πολιτική τους αυτοτέλεια απέναντι στις κυρίαρχες τάσεις εν­σωμάτωσης. Ενώ παράλληλα, η Οκτωβριανή Επανάσταση αντί να συγκρουστεί τελικά με τις νέες δυ­νάμεις του κεφαλαίου και τις κρατικομονοπωλιακές σχέσεις που επι­κράτησαν στο διεθνή στίβο, αντίθε­τα αφομοιώθηκε σταδιακά και μετα­τράπηκε, από ένα σημείο και μετά, σε ένα ιδιόμορφο κακέκτυπο τους.

Αυτές οι αρνητικές εξελίξεις ση­μάδεψαν τους ταξικούς συσχετι­σμούς και στην πρώτη μεγάλη κρίση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στη δεκαετία ’30-’40. Κι ιδιαίτερα στη βαθιά κρίση της εποχής μας που επέβαλε την εμφάνιση του σημερι­νού νέου σταδίου του καπιταλισμού.

Η κρίση της δεκαετίας ’30-’40 έγινε δυνατό να ξεπεραστεί από μέρους του κεφαλαίου, με μια ριζική αλλαγή φάσης στα πλαίσια του ίδιου μονοπωλιακού σταδίου. Αυτό επι­τεύχθηκε με μια σειρά κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς του κεφαλαίου που μέσα από τον πόλεμο, το φασισμό και την ήττα του φασισμού οδήγησαν τελικά όχι σ’ έ­ναν ανώτερο κύκλο ανάπτυξης της επανάστασης, αλλά στην κυριαρχία της κρατικομονοπωλιακής μορφής του ιμπεριαλιστικού σταδίου.

Πολιτική ιδιομορφία αυτής της φάσης ήταν η θυελλώδης ανάπτυξη ενός ενωτικού αντιφατικού ρεύμα­τος, μαζικού «αριστερού» και εθνι-κοανεξαρτησιακού ριζοσπαστισμού που στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στις κοινωνικές επαναστατικές πα­ραδόσεις και στις νέες τάσεις εργα­τικής χειραφέτησης, αλλά τελικά τις αφομοίωνε και τις χειραγωγούσε προς όφελος των μικροαστικών και αστικών τάξεων.

Αυτή η αντιφατική ενότητα δι­καιολογεί και την αναντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στον επιφα­νειακό γενικό πολιτικοϊδεολογικό ριζοσπαστισμό αυτού του ρεύματος και στη συντηρητική, «κοινοβουλευ­τική», αστική τελικά πολιτική και κοινωνική πρακτική του. Η αναντι­στοιχία αυτή ξεπεράστηκε τελικά με την ενσωμάτωση, με διάφορες μορ­φές, και της πολιτικοϊδεολογικής μορφής αυτού του αντιφατικού ρεύ­ματος στις κυρίαρχες ρεφορμιστικές τάσεις αποδοχής του συστήματος και στην αντεπαναστατική στρατη­γική του εκφυλισμένου κομμουνιστι­κού κινήματος.

Αντίθετα, η πολιτική ιδιομορφία των νέων τάσεων εργατικής χειρα­φέτησης που εκδηλώθηκαν στα πλαίσια της κρίσης του κρατικομο-νοπωλιακού καπιταλισμού και της μετάβασης στο νέο καπιταλιστικό στάδιο, βρίσκεται στην αναντιστοι­χία που υπάρχει ανάμεσα στον κοι­νωνικό δυναμισμό και ριζοσπαστι­σμό τους από τη μια μεριά και την ακαταστάλαχτη αντιφατική και πα­λινδρομική πολιτική και ιδεολογική τους φυσιογνωμία από την άλλη.

Αυτή η ανισομετρία και η «ανω­ριμότητα» της πολιτικής εμβέλειας των νέων τάσεων εργατικής χειρα­φέτησης εξηγείται σ’ ένα βαθμό από την πολιτική ιδεολογική ηγεμονία και πίεση που ασκεί το αντίθετο ρεύμα της ενσωμάτωσης που ανα­πτύσσεται δυναμικά μέσα στην ερ­γατική τάξη σαν αποτέλεσμα των νέων μορφών κυριαρχίας του κεφα­λαίου.

Ωστόσο, οι νέες τάσεις εργατι­κής χειραφέτησης εκφράζουν με διάφορες μορφές, έστω με αδύνατο, ασυνεχή και αδιαμόρφωτο πολιτικό τρόπο, μια νέα ποιοτική στρατηγική επιλογή τεράστιας σημασίας. Αυτή η επιλογή συμπυκνώνεται σ’ ένα ι­στορικό τρίπτυχο που περιέχει:

Το επαναστατικό αίτημα της αυτοτέλειας του νέου εργατικού κι­νήματος απέναντι σε όλες τις εργα­τικές και μη κοινωνικές πολιτικές και ιδεολογικές τάσεις και παραλ­λαγές της εξάρτησης των εργαζομέ­νων από το παλιό σύστημα. Το αίτη­μα της χειραφέτησης των εργαζομέ­νων απέναντι σε κάθε εκμετάλλευ­ση, αλλοτρίωση, καταπίεση και εξουσία, το αίτημα της ανεξαρτησίας τους απέναντι σε κάθε διάκριση και διαχωρισμό που επιβάλει ο κοινωνικός, μορφωτικός και πολιτικός κα­ταμερισμός.

– Τη διεκδίκηση μιας νέας ενότη­τας του «κοινωνικού» με το «πολιτι­κό» και την καθοριστικότητα εκεί­νων των κοινωνικών πολιτικών στό­χων που δεν απαιτούν απλά την α­ξία της εργατικής δύναμης, αλλά ε­πιδιώκουν να ανακτήσουν και να αλλάξουν ποιοτικά όλο το χαμένο χρόνο και όλο τον κλεμμένο πλούτο.

– Και τέλος, την αντίληψη ότι η αυτοτέλεια και ο διαχωρισμός τους από τις δυνάμεις της ενσωμάτωσης δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ο μόνος δρόμος που μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα βαθύτερη ενότητα της πλει­ονότητας των εργαζομένων, σε ένα ευρύτερο εργατικό μέτωπο που έχει τη δύναμη να ηγεμονεύει και να συ­σπειρώνει ολόκληρη την εκμεταλ­λευόμενη κοινωνία. Έστω λειψά, α­ντιφατικά και χωρίς ιδεολογική και οργανωτική συνέχεια, έστω συχνά χειραγωγημένο, παραμορφωμένο και οικειοποιημένο από τις πολιτι­κές μεταμορφώσεις του παλιού συ­στήματος, αυτό το ιστορικό τρίπτυχο διαπερνά και συγκλονίζει όλες τις μικρές και μεγάλες εκδηλώσεις χει­ραφέτησης της νέας εποχής. Από την «πολιτιστική επανάσταση» μέσα στην καρδιά του παλιού εκφυλισμέ­νου κομμουνιστικού κινήματος μέ­χρι το μεγάλο και πρώιμο «1905» της εποχής μας, το Μάη του ’68. Από το κίνημα της νεολαίας, των μαύρων και των καταπιεσμένων λα­ών, από την αντιιμπεριαλιστικη έ­ξαρση του Τσε και του Κάστρο μέ­χρι τα νέα μεγάλα ελπιδοφόρα και «προφητικά» ρεύματα των εργατι­κών αγώνων, εκρήξεων και εξεγέρ­σεων της δεκαετίας του ’90.

Μέσα από τρομακτικές δυσκο­λίες και νέους ηρωικούς αγώνες, οι τάσεις χειραφέτησης της εργατικής τάξης της εποχής μας, ο τρίτος γύ­ρος της επανάστασης απέναντι στη νέα προέλαση και τη νέα κρίση της εκμετάλλευσης καλείται να ανακα­λύψει, με επιστημονικό και κυρίως με πρακτικό υλικό τρόπο, τις και­νούριες μορφές της οργάνωσης του επαναστατικού υποκειμένου, το σύγχρονο δρόμο και το νέο εργατι­κό πρόγραμμα που οδηγεί σε μια νέα βαθύτερη σύνδεση της κοινωνι­κής και της πολιτικής επανάστασης. Το νέο εργατικό κίνημα, με όλες τις επιβαρύνσεις του από τους κληρο­νομημένους συσχετισμούς και την α­πογείωση της καπιταλιστικής κυ­ριαρχίας, αλλά και με όλες τις νέες δυνατότητες του από τις ιστορικές ε­μπειρίες και τις βαθύτερες προοπτι­κές των αντιφάσεων και των κρίσε­ων του συστήματος, καλείται να α­νακαλύψει το δρόμο που οδηγεί στην «επανάσταση χωρίς τέλος σε ε­θνική και διεθνική κλίμακα».

Μέχρι την ουσιαστική και πλήρη κατάργη­ση της ατομικής ιδιοκτησίας, του χρήματος, της αγοράς, των τάξεων, του κοινωνικού καταμερισμού, κάθε εκμετάλλευσης, κάθε πολιτικής κα­ταπίεσης και εξουσίας.

Μέχρι τη με­τατροπή της ίδιας της επανάστασης, των μόνιμων επαναστατικών διεκδι­κήσεων του πολιτισμού και της αυτοανάπτυξης του κάθε ανθρώπου σε βασικό περιεχόμενο της κοινωνικής συνεργασίας και όλων των κοινωνικών σχέσεων.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: