RSS Feed

ΗΛΙΑΚΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ

του David Schwartzman

δημοσιεύτηκε στο μαρξιστικό περιοδικό Science & Society, τόμ. 60,  αρ. 3, Φθινόπωρο 1996, 307-331 

(http://www.scienceandsociety.com/ ) 

 μετάφραση Α. Δελάρζ

Ηλιακός Κομμουνισμός

Περίληψη: μια παγκόσμια οικονομία που δεν τροφοδοτείται από ηλιακή ενέργεια, αντιμετωπίζει φυσικούς περιορισμούς ως προς την υπερθέρμανση του πλανήτη, τα πεπερασμένα αποθέματα καυσίμων παράλληλα με την προσβολή της βιόσφαιρας του πλανήτη, γεγονός που επηρεάζει και το ανθρώπινο είδος. Κάποιες απ’ αυτές τις επιπτώσεις, όπως η μείωση της βιοποικιλότητας είναι μη αναστρέψιμες. Αν δεν υπάρξει περιορισμός της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ιδιότητας που κυρίως ευθύνεται για τη σύγχρονη περιβαλλοντική κρίση, οι αρνητικές επιπτώσεις θα ενταθούν. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να αποφευχθεί σε μια οικονομία που βασίζεται σε υψηλής απόδοσης δέσμευση της ηλιακής ενέργειας, συμπέρασμα που προκύπτει από τον συνυπολογισμό τόσο του θερμικού δυναμικού της επιφάνειας της γης, όσο κι από τη γνώση των νόμων της θερμοδυναμικής. Μια τέτοια οικονομία βασισμένη στην ηλιακή ενέργεια και στη διατήρηση του κοινωνικά τροποποιημένου περιβάλλοντος είναι αναγκαίος όρος για την υλοποίηση από τον παγκόσμιο πολιτισμό της μαρξικής έννοιας του κομμουνισμού.
Κύριος σκοπός της εργασίας είναι δώσει ώθηση στον επαναπροσδιορισμό της μαρξιστικής έννοιας του κομμουνισμού ως προοπτικής για τον παγκόσμιο πολιτισμό, ιδιαίτερα όσον αφορά την ενεργειακή βάση του και τη βελτιστοποίηση της σχέσης φύσης-κοινωνίας τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον. Η επανεξέταση αυτή απαιτεί την κατανόηση των φυσικών νόμων της ενέργειας και της εντροπίας (βλ. Θερμοδυναμική). Θα υποστηριχθεί εδώ, λαμβάνοντας υπόψιν τις πιο πάνω παραμέτρους, ότι τόσο η γενίκευση της χρήσης της ηλιακής ενέργειας στην παγκόσμια οικονομία όσο και η εφαρμογή αρχών διατήρησης και μέτρων προφύλαξης είναι αναγκαίοι για την επίτευξη ενός πλανητικού κομμουνισμού και ότι αυτές οι αρχές θα πρέπει να τροφοδοτούν μια βιώσιμη σοσιαλιστική στρατηγική.
Από τότε που o Georgescu-Roegen (1971) έκανε χρήση της έννοιας της εντροπίας ως κυρίαρχο παράγοντα προσδιορισμού των ορίων μιας αναπτυσσόμενης οικονομίας, η εντροπία χρησιμοποιήθηκε για να τεκμηριώσει μια θεωρητική φυσική βάση για κοινωνική πρόγνωση (βλ. Martinez-Alier, 1987). Υπήρξε σημαντική αρθρογραφία επ’ αυτού (βλ. Daly & Cobb, 1989, αντιπροσωπευτικοί ως προς τη χρήση των εννοιών του Georgescu-Roegen, Rifkin, 1980, 1989, όσον αφορά την εκλαΐκευσή τους). Τα άρθρα του Georgescu-Roegen είχαν σημαντική επίδραση σε κορυφαίους σύγχρονους περιβαλλοντικούς θεωρητικούς όπως ο Herman Daly, ένας δημιουργικός διανοητής της οικολογικής οικονομίας, αλλά και σε άλλους με μαρξιστική οπτική (e.g., Altvater, 1993, 1994; Dryzek, 1994).
Υπάρχει ωστόσο μια ασάφεια στα εννοιολογικά θεμέλια του Georgescu-Roegen. Θα επιχειρήσουμε να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο, αφήνοντας ορατό οτιδήποτε είναι χρήσιμο από θεωρητική και πρακτική σκοπιά για το πραγματευόμενο θέμα, την επανεξέταση της υλικής βάσης του μαρξιστικού κομμουνισμού και των προϋποθέσεων για την επίτευξή του.
Θα ξεκινήσουμε ρίχνοντας μια ματιά πίσω, στην πρώτη διατύπωση του νόμου της εντροπίας και της θεωρίας του θερμικού θανάτου του σύμπαντος και στην εφαρμογή της επάνω στις σύγχρονες μελέτες σχετικά περιβαλλοντικά όρια της οικονομικής δραστηριότητας.
 Εντροπία και θερμικός θάνατος
Η θερμοδυναμική έννοια της εντροπίας, προέκυψε άμεσα από θεωρητικοποίηση της λειτουργίας της ατμομηχανής από τον Carnot(βλ. Cardwell, 1989). Αυτή η θεωρητικοποίηση οδήγησε στη διατύπωση του δεύτερου νόμου της θερμοδυναμικής: η εντροπία ενός απομονωμένου συστήματος (π.χ ενός  συστήματος όπου δεν μπορεί να υπάρξει μεταφορά ύλης ή ενέργειας) πρέπει να αυξηθεί ως αποτέλεσμα κάθε μεταβολής που συμβαίνει εντός του συστήματος. Υπάρχουν δεκάδες ισοδύναμοι τρόποι διατύπωσης του δεύτερου νόμου (ο πρώτος νόμος υποδηλώνει τη διατήρηση της ενέργειας). Μια απ’ αυτές τις διατυπώσεις μας ενδιαφέρει εδώ: δεν μπορεί να μεταφερθεί θερμότητα από ένα ψυχρό σώμα προς ένα θερμότερο χωρίς οποιαδήποτε άλλη αλλαγή (πχ. παραγωγή έργου). Η αύξηση της εντροπίας είναι ισοδύναμη της αυξανόμενης ανικανότητας ενός κλειστού συστήματος να παραγάγει έργο, ως αποτέλεσμα του εκφυλισμού της ενέργειας με χαμηλό δείκτη εντροπίας σε άχρηστη θερμότητα (το κλειστό σύστημα ορίζεται ως τέτοιο όταν είναι κλειστό ως προς τη μεταφορά, από και προς αυτό, ενέργειας και ύλης. Το απομονωμένο σύστημα είναι κλειστό μόνο ως προς τη μεταφορά ύλης). Ένας γενικός ορισμός της εντροπίας είναι ότι αποτελεί το μέτρο της αταξίας ενός συστήματος. Ακριβέστερα, εντροπία είναι η τυχαία κατάσταση της ενέργειας που δεν μπορεί να παραγάγει έργο (Lehninger, 1965). Σύμφωνα με την κλασική ερμηνεία, όλες οι διαδικασίες στο σύμπαν οδηγούν στον θερμικό θάνατο του σύμπαντος καθώς έχει εκλείψει κάθε δυνατότητα οποιασδήποτε άλλης αλλαγής. Όπως το έθεσε ο Cardwell:
Τον κοσμικό ρόλο της θερμότητας πρώτοι διέκριναν και περιέγραψαν εύγλωττα συγγραφείς όπως ο  Fourier κι ο Carnot, και μέσω των Joule, Rankin και Kelvin, επιτεύχθηκε ο τελικός ορισμός από τον Clausius. Δεν πρόκειται για ένα ισορροπημένο, συμμετρικό και αυτοανανεούμενο σύμπαν όπως υποδείκνυε με σιγουριά η ανάπτυξη της ορθολογικής μηχανικής, βασισμένης στα θεμέλια του “συστήματος του κόσμου” του Νεύτωνα. Είναι ένα σύμπαν καταδικασμένο να τείνει σε ένα αναπόφευκτο μαρασμό του “θερμικού θανάτου”, κατάσταση κατά την οποία δεν θα υπάρχει καθόλου διαθέσιμη ενέργεια παρ’ ‘όλο που δεν θα έχει καταστραφεί τίποτα. Η συμπληρωματική προϋπόθεση θα είναι ότι η εντροπία του σύμπαντος θα έχει φτάσει στο μέγιστο. (Cardwell, 1989, 273)
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η έννοια του θερμικού θανάτου του σύμπαντος δεν έγινε δεκτή απ’ τον Ένγκελς και μεταγενέστερους μαρξιστές καθώς η θεωρία αυτή ενσωματώνει μια βαθιά πεσιμιστική αντίληψη για τη φυσική εξέλιξη. Στη “διαλεκτική της φύσης” (1897) ο Ένγκελς την απορρίπτει αποφασιστικά. Καθιστά βέβαιο ότι η θερμότητα που ακτινοβολείται στο διάστημα, θα μπορεί να επαναχρησιμοποιείται συνεχώς από κάποιο άγνωστο μέχρι στιγμής μηχανισμό εφ’ όσον η κίνηση στο σύμπαν είναι ανεξάντλητη. Ο Haeckel μοιράστηκε την άποψη του Ένγκελς σχετικά με το ανεξάντλητο της κίνησης στο σύμπαν ενώ δεχόταν την εφαρμογή του δεύτερου νόμου σε τοπικά συστήματα. Η κατηγορηματική απόρριψη του θερμικού θανάτου του σύμπαντος έγινε αποδεκτός κανόνας στον επίσημο μαρξισμό-λενινισμό.
Η θεωρία του θερμικού θανάτου του σύμπαντος είναι παντελώς αβάσιμη καθώς αγνοεί το νόμο της διατήρησης (sic) και ο μετασχηματισμός της που επιβεβαιώνει την αφθαρσία της κίνησης, όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά πχ. η κίνηση δεν μπορεί να υπάρξει υπό μία μόνο μορφή (Afanasyev)
Ομοίως:
Για συστήματα που αποτελούνται από έναν απείρως μεγάλο αριθμό σωματιδίων (πχ. το σύμπαν στο σύνολό του) η έννοια της πιθανότερης κατάστασης χάνει το νόημά της (σε απείρως μεγάλα συστήματα όλες οι καταστάσεις είναι εξίσου πιθανές). Λαμβάνοντας υπόψη το ρόλο της βαρύτητας, η κοσμολογία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εντροπία του σύμπαντος αυξάνεται χωρίς να τείνει σε κάποια μέγιστη τιμή (κατάσταση της θερμοδυναμικής ισορροπίας). Η σύγχρονη επιστήμη αποδεικνύει την πλήρη ανεδαφικότητα των συμπερασμάτων της φερόμενης ως αναπόφευκτης θερμοδυναμικής ισορροπίας και του θερμικού θανάτου του κόσμου.(Frolov, 1984, 126-127.) (σημειώνεται εδώ ότι ένα άλλο συμπέρασμα του μαρξισμού – λενινισμού, το άπειρο σύμπαν, χρησιμοποιείται εδώ για να αποδείξει την ακυρότητα του θερμικού θανάτου).
Ο θερμικός θάνατος απορρίφθηκε από σοβιετικούς επιστήμονες και φιλοσόφους ποικιλοτρόπως. Ακόμα κι ο μέγας Lev Landau, που δεν διακρίθηκε για την πιστή του προσήλωση στον μαρξισμό-λενινισμό, τελικά  απέρριψε τον θερμικό θάνατο με το σκεπτικό της σχετικιστικής θερμοδυναμικής (Graham, 1987). Ομοίως κι ο διαπρεπής φυσικός και μελετητής του Αϊνστάιν B. Kuznetsov, δεν μπορούσε να αποδεχτεί τον θερμικό θάνατο.
Η φιλοσοφία, και συγκεκριμένα η φιλοσοφία του Ένγκελς καθώς και η στατιστική φυσική του 19ου αιώνα, ανέπτυξαν μάλλον πειστική επιχειρηματολογία ενάντια στην έννοια του θερμικού θανάτου. Η σύγχρονη επιστήμη, η θεωρία της σχετικότητας, η σχετικιστική κοσμολογία αλλά και στον ίδιο βαθμό η κβαντομηχανική, μας υποχρεώνει να ερμηνεύσουμε τη θερμοδυναμική του σύμπαντος από άλλη οπτική γωνία που φέρονται να εξαλείφουν το αναπόφευκτο του θερμικού θανάτου, μολονότι δεν προσφέρουν μια συμπαγή και ξεκάθαρη αντίληψη περί του κοσμικού μηχανισμού που διαμορφώνει διαφορές θερμοκρασίας στο σύμπαν, σε αντίθεση με τον θερμικό θάνατο (Kuznetsov, 1977).
Με άλλα λόγια, ακόμα περιμένουμε για το μηχανισμό για τον οποίο ο Ένγκελς ήταν πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να μετατρέψει την άχρηστη θερμότητα σε ενέργεια χαμηλής εντροπίας. Κι ενώ το υλιστικό στρατόπεδο βρισκόταν κοντά σε μια συναίνεση απόρριψης, ιδίως από μαρξιστική σκοπιά, υποστηρικτές του σεναρίου του θερμικού θανάτου κατά το 19ο και 20ο αιώνα, έκαναν καλή χρήση της έννοιας σε ένα ευρύ φάσμα ιδεολογικών παρεμβάσεων. Η εξέλιξη αυτή συζητήθηκε εκτενώς από τον Martinez-Alier (1987) και δεν θα επεκταθούμε εδώ. Αρκεί ένα παράδειγμα: το επιχείρημα περί βιταλισμού που βασίστηκε στη δήθεν αντιεντροπική ποιότητα ζωής και την εξέλιξή της (Henry Adams, ακολουθούμενος από Haeckel, βλ. Martinez-Alier). Η σύγχυση που είναι ενσωματωμένη σ’ αυτή τη θέση, μπορεί να αποσαφηνιστεί εύκολα από το γεγονός ότι ένας ζωντανός οργανισμός είναι ένα ανοιχτό σύστημα, επομένως η εντροπία του περιβάλλοντος αυξάνεται ως “χρέος” για κάθε εσωτερική διεργασία, ωστόσο αυτή η εσφαλμένη θέση υπάρχει μέχρι και σήμερα σε πολλές υποθέσεις (πχ. άρθρα των δημιουργιστών, ακόλουθοι του Lyndon LaRouche και όλων αυτών που υποτίθεται ξέρουν καλύτερα).
Οι σύγχρονοι κοσμολόγοι έχουν μια πιο φρέσκια ματιά για το σενάριο του θερμικού θανάτου. Υπάρχει μια συνεχόμενη αντιπαράθεση σχετικά με την εγκυρότητά της μέσα στο πλαίσιο των κοσμολογικών θεωριών περί πληθωρισμού, καταρρέοντων και διαστελλόμενων συμπάντων (βλ. Davies, 1977, Barrow & Tippler, 1988, Coveney & Highfield, 1990, αν φυσικά το σύμπαν μας υπάγεται σ’ αυτή την κατηγορία) η πραγματική αύξηση της εντροπίας ίσως ποτέ δεν θα εξισωθεί με τη μέγιστη δυνατή εντροπία κι έτσι, ο θερμικός θάνατος να αναβάλλεται επ’ άπειρο (Barrow, 1994). Με δεδομένη την αυξανόμενη παραδοξότητα των νέων θεωριών στη θεωρητική φυσική δεν θα αποτελέσει έκπληξη για το παλιό σενάριο περί θερμικού θανάτου, να επανερμηνευτεί μελλοντικά σε ριζικά διαφορετική μορφή.
Ανεξάρτητα από την τελική επανερμηνεία του έσχατου θερμικού θανάτου, η αναφορά του στο παρόν πλαίσιο και στο ασύλληπτα μακρινό μέλλον δεν σχετίζεται με την κατανόηση της συνεχούς εμφάνισης στο σύμπαν συστημάτων σε τάξη (επονομαζόμενων αντι-εντροπικών, πχ. άστρων) αλλά κι εδώ στη γη (πχ. ζωή και κοινωνία). Η αυθόρμητη αυτο-οργάνωση της ύλης είναι συνεπής με τον δεύτερο νόμο, καθώς η εντροπία πάντοτε αυξάνεται αυτοοργανωνόμενα με το περιβάλλον του. Κατόπιν αυτού και η διατήρησή του μέσα στο σύστημα παράγει μια εντροπική ροή που περνάει και στο τοπικό περιβάλλον (βλ. Bertalanffy, 1968, 40-41, για τη θερμοδυναμική της αυτο-οργάνωσης βλ. Prigogine & Stengers, 1984).
Η γη δεν είναι ασφαλώς ένα απομονωμένο σύστημα από θερμοδυναμικής απόψεως επειδή η εισερχόμενη ηλιακή ροή στην επιφάνεια (και η ισοδύναμη ροή ακτινοβολίας πίσω στο διάστημα), αλλά είναι πιο κοντά στη μεταφορά ύλης (εκτός από τις αμελητέες ροές από μετεωρίτες και διαστημικά οχήματα). (υποσημείωση: εδώ αγνοούμε τη ροή ενέργειας που έρχεται κάτω από την επιφάνεια της γης, που προέρχεται από τις ραδιενεργές εκπομπές του φλοιού και της επιφάνειας. Παρόλο που είναι κατά πολύ μικρότερη από την ηλιακή ροή, αυτή η ενέργεια είναι η βάση γεωλογικής δραστηριότητας που παράγεται εσωτερικά όπως η ηφαιστειακή δραστηριότητα και είναι καθοριστική για την μακροπρόθεσμη εξέλιξη του φλοιού και της βιόσφαιρας).
Επομένως, όπως η φυσική βιόσφαιρα τροφοδοτείται από την ηλιακή ενέργεια, η ρύθμιση και η διατήρηση της υλικής δημιουργίας από την ανθρώπινη δραστηριότητα στην επιφάνεια της Γης μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στο μέλλον μέσω της εξαγωγής της εντροπικής ροής στο διάστημα, προϋποθέτοντας ότι θα αξιοποιηθεί μια πηγή ενέργειας με μακράς προοπτικής, ο ήλιος.
Οικοκαταστροφή: η μετενσάρκωση της εντροπίας σε κοινωνική πρόγνωση
Πρώτα είχαμε τις θεωρίες περί θερμικού θανάτου, τώρα θεωρίες περί σύμφυτης οικοκαταστροφής. Ο Gerogescu – Roegen (βλ 1971) γεφύρωσε το χάσμα μεταξύ της αρχικής και της σύγχρονης αντίληψης για την εντροπία μεταφέροντάς την στην οικονομία, την ενέργεια και το περιβάλλον. (ειρωνικά, ο Georgescu-Roegen βασικά κατέληξε σε ένα σημείο (1971, αλλάζει γνώμη το 1976, 8) όπου απορρίπτει το σενάριο θερμικού θανάτου λόγω της προτίμησής του στο κοσμολογικό μοντέλο της σταθερής κατάστασης (τόσο η εντροπία όσο και η ύλη δημιουργούνται και καταστρέφονται διαρκώς) ενώ προκαλούν εντροπικά όρια στην οικονομική δραστηριότητα, κάνοντας κριτική στη νεοκλασική οικονομική θεωρία (η ύστατη μοίρα του σύμπαντος δεν είναι ο θερμικός θάνατος αλλά μάλλον μια πιο ζοφερή κατάσταση: το Χάος). Κι έτσι, ενώ αμφιταλαντεύεται στο να αποδεχτεί την κλασική Μαρξιστική έννοια της αφθαρσίας της ύλης εν κινήσει σε συμπαντική κλίμακα, ο Georgescu-Roegen απορρίπτει το νεοκλασσικό ανάλογό του (χωρίς όρια οικονομικός κύκλος σε πεπερασμένο κόσμο) στην οικονομική κλίμακα.
Σύμφωνα με τον Georgescu-Roegen η νεοκλασική θεωρία συγκρούεται με το δεύτερο νόμο: η οικονομική διαδικασία (προτσές) υλικά περιλαμβάνει την μετατροπή της χαμηλής εντροπίας σε υψηλή, π.χ σε απόβλητα (1971, 18) και όσο εξαντλούνται οι πηγές χαμηλής εντροπίας, ειδικά τα καύσιμα, η οικονομική δραστηριότητα περιορίζεται με αυξητική τάση από τη συσσώρευση αποβλήτων (ρύπανση) και την σπάνη ενέργειας (για υποστήριξη της ορθόδοξης θέσης βλ. Arrow, 1981).  Ακολουθώντας της σκέψη του Georgescu-Roegen, οι Daly & Cobb (1989) ισχυρίζονται ότι προσεγγίζουμε ραγδαία τα φυσικά όρια για περαιτέρω ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας καθώς η αύξηση της φυσικής παραγωγής αναπόφευκτα θα εξαντλήσει την ενέργεια, τις πρώτες ύλες και τον χώρο από τον οποίο εξαρτάται, με επακόλουθο την προοδευτική καταστροφή της βιόσφαιρας. Η γνώση του μέλλοντος δεν μπορεί να εξαλείψει τα όρια στη φυσική κλίμακα της οικονομίας ως αποτέλεσμα του περατότητας, της εντροπίας και της οικολογικής εξάρτησης (Daly & Cobb 1989, 199). (Σημείωση: Η ανάλυση αυτή πρόσφατα υπέστη κριτική (Boucher et al., 1993, drawing on Commoner’s, 1990, arguments; also see Sagoff, 1995 and Daly, 1995 for a recent debate) καθώς κι ο ίδιος ο Daly παρουσίασε κάποιες ενδείξεις υποχώρησης απ’ την αρχική του διαμορφωμένη άποψη, παρόλο που επαναλαμβάνει τον εαυτό του στην αναθεωρημένη έκδοση τη δική του με τον Cobb).
Επιπλέον ο Georgescu-Roegen διατείνεται ότι ανακάλυψε έναν Τέταρτο Νόμο της Θερμοδυναμικής:
Α. Η μη-διαθέσιμη ύλη δεν μπορεί να ανακυκλωθεί.
Β. Ένα κλειστό σύστημα (πχ. ένα σύστημα που δεν μπορεί να ανταλλάξει ύλη με το περιβάλλον) δεν μπορεί να παραγάγει έργο επ’ άπειρων με σταθερό ρυθμό (Georgescu-Roegen, 1989, 304).
Ωστόσο, ο νόμος αυτός που διαδίδει είναι καθαρή ανοησία καθώς ξεχνά να λάβει υπόψιν την πιθανή εισροή ενέργειας στο σύστημα που καθορίζει ένα σύστημα ως κλειστό κι όχι ως απομονωμένο.  Μετατρέποντας τη χαμηλή εντροπία σε ενέργεια με υψηλή θερμοκρασία (πχ. ηλιακή ακτινοβολία) σε υψηλή εντροπία, θερμότητα χαμηλή θερμοκρασίας, μπορεί να παραχθεί έργο επ’ άπειρων ανακυκλώσιμο. Δυστυχώς, πολλές πρόσφατες συζητήσεις αναπαράγουν αυτή την εσφαλμένη αντίληψη. Έχει ενδιαφέρον ότι ο Georgescu-Roegen (1976) ορίζει ως κλειστό το σύστημα που δεν ανταλλάσσει ύλη ή ενέργεια με το περιβάλλον (επαναλαμβάνουμε ότι στη θερμοδυναμική αυτό ονομάζεται απομονωμένο σύστημα, όχι κλειστό), και επιμένει ότι σύμφωνα με το δεύτερο νόμο, η ύλη μαζί με την ενέργεια είναι αντικείμενο αναντίστρεπτου εκφυλισμού. Αυτή η σύγχυση του συνδέεται με την απαισιόδοξη οπτική του στο ζήτημα της χαλιναγώγησης της ηλιακής ενέργειας (βλέπε παρακάτω), καθώς αυτή αποτελεί τη σχετική ροή ενέργειας που πρέπει να συμπεριληφθεί για το κλειστό αλλά όχι απομονωμένο σύστημα που περιέχει την οικονομική δραστηριότητα στην επιφάνεια της γης. Αυτή η διάκριση ανάμεσα σε κλειστά και ανοιχτά συστήματα έχει κεντρικό ρόλο στο πρόβλημα της βελτίωσης της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και τη φύση (ζήτημα που θα συζητηθεί αργότερα στη διατριβή).
Στα χέρια του Rifkin (1980, 1989) η έννοια εντροπία επεκτείνεται στα αποκρυφιστικά της όρια: εντροπία ως κάτι που μολύνει, ως δείκτης της κοσμικής αταξίας, η αμείλικτη κατάληξη κάθε οικονομικής δραστηριότητας, η μητέρα της οικοκαταστροφής (σημειώνεται ότι ο Georgescu-Roegen προσυπογράφει με ενθουσιασμό την αντιμετώπιση του Rifkin στο θέμα, στο παράρτημά του για το βιβλίο του Rifkin). Προς τιμή του, υπογραμμίζει την ανάγκη μετάβασης σε μια ηλιακή οικονομία, έστω και με μια αρκετά αστεία γεύση. Ο Rifkin είναι υπέρ ενός παγκόσμιου πληθυσμού σε προ-βιομηχανικά επίπεδα, λιγότερο από ένα δις και απορρίπτει τη χρήση υπολογιστών επειδή παράγουν εντροπία (1989).
Κι ενώ οι απόψεις του Georgescu-Roegen για την εντροπία και την οικονομία είναι αμφισβητήσιμες, η εργασίες του προκάλεσαν ευρεία και καλοδεχούμενη αντιπαράθεση για τα φυσικά – περιβαλλοντικά συστατικά της οικονομικής δραστηριότητας. Όπως θα δούμε στο επόμενο τμήμα, η κριτική του είναι εξαιρετικά γόνιμη για μια οικονομία που βασίζεται σε μη – ανανεώσιμη ενέργεια.
Θερμοδυναμική εντροπία: η σωστή – εσφαλμένη χρήση της και η αφθονία στην οικολογική οικονομία.
Πριν προχωρήσουμε, χρήσιμο θα ήταν να γίνει διάκριση ανάμεσα στην εντροπία της θερμοδυναμικής, της στατιστικής μηχανικής και τη θεωρία της πληροφορίας/υπολογισμού. Οι δυο τελευταίες, ειδικά η στατιστική μηχανική έχουν βαθιές, αν και αμφιλεγόμενες συνδέσεις με τη θερμοδυναμική εντροπία. Η εντροπία στην θεωρία της πληροφορίας, ειδικά σαν μέτρο συγκέντρωσης ενός συνόλου πιθανοτήτων, βρήκε ευρεία και χρήσιμη εφαρμογή στην οικονομία και τις κοινωνικές επιστήμες. Σ’ αυτή τη συζήτηση θα λάβουμε υπόψη μόνο την εφαρμογή της κλασικής θερμοδυναμικής εντροπίας στην οικονομία και το περιβάλλον. Έτσι, δεν θα ληφθούν υπόψη ενδιαφέρουσες προσπάθειες εφαρμογής θερμοδυναμικής μη-ισορροπίας μακράν-της-ισορροπίας στην κατανόηση της αυτο-οργάνωσης σε οικονομικούς και κοινωνικούς σχηματισμούς.
Θεμελιώδης κριτική στον Georgescu-Roegen (και στον Rifkin) και την επίκλησή τους στην έννοια της εντροπίας είναι ότι οι μετατροπές ύλης/ενέργειας σε μια οικονομία συμβαίνουν μακράν-της-ισορροπίας, επομένως είναι λάθος να χρησιμοποιείται η θερμοδυναμική εντροπία σε διαδικασίες εγγύς-της-ισορροπίας για την περιγραφή τους. Ανάλογη κριτική έχει γίνει σε παρόμοια χρήση για τη μοντελοποίηση βιοτικών και κλιματικών διαδικασιών, αλλά μπορούν να αποκομιστούν βαθιές ενδοσκοπήσεις από την προσέγγιση της εγγύς-της-ισορροπίας αν εκτιμηθούν τα όριά του.
Μας δίνει η έννοια της εντροπίας κάποια βαθιά γνώση για την επίδραση του περιβάλλοντος στην οικονομική δραστηριότητα; Σαν πρώτο σε τάξη συμπέρασμα: σε μια οικονομία που κινείται με ενέργεια από καύσιμη ύλη, η οποία ασφαλώς έχει πεπερασμένα αποθέματα, ο δεύτερος νόμος απλά δίνει μια ένδειξη ότι η ενέργεια για παραγωγή έργου δεν είναι ανανεώσιμη πχ. δεν μπορείς να αναπαράγεις αποθέματα ενέργειας χαμηλής εντροπίας (με την ηλιακή ενέργεια, ο ήλιος το κάνει αυτό για σας!).
Πέρα απ’ αυτή τη βασική γνώση, η έννοια αυτή καθίσταται περιττή μόνο με τη θεώρηση του δυναμικού της ενέργειας μόνο στην κατανόηση της ανθρωπογενούς θερμικής ρύπανσης και του αυξημένου φαινομένου του θερμοκηπίου, αλλά είναι χρήσιμη στη θεώρηση αποκομιδής μεγαλύτερης γνώσης σε θέματα ανακύκλωσης, μόλυνσης και διατήρηση της ενέργειας. (Εκτίμηση εναλλακτικών τρόπων επίτευξης του ίδιου στόχου (πχ. θέρμανση του σπιτιού) χρησιμοποιώντας την αποδοτικότητα του δεύτερου νόμου – ο λόγος του ελάχιστα διαθέσιμου έργου που θα μπορούσε να είχε φέρει εις πέρας το έργο προς το πραγματικό διαθέσιμο έργο που χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση του έργου) μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας.
Ας αναλογιστούμε το ενεργειακό δυναμικό στην επιφάνεια της Γης. Παγκοσμίως η ροή της ηλιακής ενέργειας στην ατμόσφαιρα/επιφάνεια είναι ίση με τη ροή που αντανακλάται πίσω στο διάστημα, ομοίως και για το ενεργειακό δυναμικό στην ίδια την επιφάνεια. Το μεγαλύτερο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας (ορατό φως) μετατρέπεται ανεπίστρεπτα σε θερμική ακτινοβολία (υπέρυθρο) στην επιφάνεια (άλλες φυσικές πηγές θερμότητας όπως η γεωθερμία είναι ασήμαντες σε σχέση με την ηλιακή ροή). Αν η επιφάνεια της Γης αντανακλούσε τέλεια, με τιμή αλβέδο (λευκάυγεια*) ίση με τη μονάδα, τότε θα εκπεμπόταν μηδενική θερμική ακτινοβολία. Το φυσικό φαινόμενο του θερμοκηπίου προκαλείται από την απορρόφηση θερμικής ενέργειας από μόρια νερού και διοξειδίου του άνθρακα και η εκ νέου ακτινοβολία της στην επιφάνεια. Αν δεν λάμβανε χώρα αυτό το φαινόμενο, η επιφάνεια της Γης θα ήταν 30 βαθμούς χαμηλότερη. Κάθε οικονομία που βασίζεται σε άλλες πηγές ενέργειας και όχι στην άμεση ηλιακή ακτινοβολία εισβάλλει στην επιφάνεια της γης (π.χ καύσιμες ύλες, αποθηκευμένη ηλιακή ενέργεια παλαιών γεωλογικών εποχών καθώς και η πυρηνική και η γεωθερμική ενέργεια) θα πρέπει ανεπίστρεπτα να αλλοιώνει το θερμικό δυναμικό από την εκπομπή θερμικής ακτινοβολίας πέρα και πάνω από τη φυσική ροή από την επιφάνεια. Αυτή η ανθρωπογενής θερμική μόλυνση από θερμική ακτινοβολία αντιστοιχεί περίπου στο 0.03% της εισρέουσας ηλιακής ροής στην επιφάνεια της ξηράς (1992), η οποία ωστόσο εντοπίζεται σε αστικά κέντρα και βιομηχανικές ζώνες, παράγει το φαινόμενου της θερμής νησίδας, την αύξηση της θερμοκρασίας εντός και πέριξ των πόλεων (περισσότερες λεπτομέρειες παρακάτω). Πολύ πιο σοβαρό είναι το πασίγνωστο, ενισχυμένο φαινόμενο του θερμοκηπίου ως αποτέλεσμα του ανθρωπογενούς διοξειδίου του άνθρακα και άλλως αέριων εκπομπών όπως το μεθάνιο. Μια οικονομία βασισμένη στην ηλιακή ενέργεια δεν θα επηρέαζε το θερμικό δυναμικό της επιφάνειας της Γης (πέρα από την αρχική παρασιτική της φάση, που βασίζεται σε καύσιμες ύλες και πυρηνική ενέργεια), δεδομένου ότι η άντληση ηλιακής ενέργειας δεν περιλαμβάνει μεταφορά διοξειδίου του άνθρακα, μεθανίου ή άλλων αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα και στους ωκεανούς (πχ. από την αποψίλωση των δασών που προκαλείται από μεγάλης κλίμακας υδροηλεκτρικά έργα). Με την άμεση άντληση ηλιακής ενέργειας αξιοποιείται ένα μικρό μόνο μέρος της τεράστιας ροής για την παραγωγή έργου, η οποία εν τέλει απλά μετατρέπεται σε θερμικά απόβλητα ούτως ή άλλως, όπως στην περίπτωση του φυσικού ενεργειακού δυναμικού (αλλαγές στο ανθρωπογενές αλβέδο, όπως πχ. η σκοτεινότερη επιφάνεια της γης μπορεί να επιφέρει αλλαγές στο θερμικό δυναμικό της επιφάνειας, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο είναι μικρότερες απ’ ότι άλλες επιπτώσεις).
Λαμβάνοντας υπόψη το ενεργειακό κόστος της ανακύκλωσης, κάθαρσης κι επαναφοράς της βιόσφαιρας, την εξόρυξη/ διύλιση μεταλλευμάτων με αυξανόμενη ελάττωση των κοιτασμάτων, το ίδιο επιχείρημα ισχύει, εφόσον τα καύσιμα, η πυρηνική και η γεωθερμική ενέργεια, όλες προσβάλλουν τη βιόσφαιρα με την αυξανόμενη θερμότητα αλλά και τις επιπτώσεις της μόλυνσης (πχ. η πυρηνική ενέργεια επιφέρει σημαντική θερμική μόλυνση μεγάλων ποσοτήτων νερού μαζί με άλλες γνωστές επιπτώσεις, η πυρηνική ενέργεια είναι εξόχως παρασιτική στις καύσιμες ύλες). Μια μη-ηλιακή οικονομία θα πρέπει να επιβαρύνει επιπλέον τη βιόσφαιρα για καθαρισμό ή για τη διαδικασία της ανακύκλωσης καθώς η εφαρμογή της μολύνει τόσο θερμικά όσο και υλικά. (σημείωση: αυτές οι επιπτώσεις είναι ασφαλώς η κορυφή του παγόβουνου, πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ελάττωση των αποθεμάτων των καυσίμων υλών, οι πεπερασμένες δυνατότητες της γεωθερμίας, όλ’ αυτά καθιστούν αναγκαίο το βατό μονοπάτι αναγκαίο για τον επόμενο αιώνα. Μια πρακτική πηγή ενέργειας σύντηξης θα μπορούσε εν τέλει να τροφοδοτηθεί από την αναγκαστικά ανεξάντλητη πηγή δευτερίου από τους ωκεανούς, με ελάχιστες επιπτώσεις στο περιβάλλον πέρα από την αυξημένη παραγωγή θερμότητας. Ακόμα και να αναπτυσσόταν κάποια τεχνολογία ψυχρής σύντηξης το πρόβλημα της αυξημένης θερμικής μόλυνσης θα παρέμενε. Υπολογίζεται ότι για μια αύξηση της θερμοκρασίας στην επιφάνεια της Γης κατά 2 βαθμούς Κελσίου, απαιτείται περίπου 100 φορές μεγαλύτερη θερμική μόλυνση σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα. Επειδή όμως η εκπομπή της ανθρωπογενούς θερμότητας είναι εντοπισμένη σε πολύ μικρό γεωγραφικό χώρο, το φαινόμενο της θερμικής νησίδας θα μεγεθυνθεί σημαντικά σε επίπεδα παραγωγής πολύ μικρότερα απ’ αυτή την τιμή. Κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί κατ’ ανάγκη σε μια οικονομία βασισμένη στην ηλιακή ενέργεια. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν υπάρχει πρόσφατη αρθρογραφία που να επισημαίνει αυτό το απλό γεγονός, με συγκεκριμένη μάλιστα επιχειρηματολογία που να υπογραμμίζει την τεράστια σημασία του. O Georgescu-Roegen τουλάχιστον μια φορά καταλήγει στο αναγκαίο συμπέρασμα αλλά αποτυγχάνει να το αναπτύξει σε μεταγενέστερα άρθρα του , που ακολουθεί τον Rifkin (1980, 1989) είναι λιγότερο αισιόδοξος για την προοπτική ευθείας χρήσης ηλιακής ενέργειας, αντιμετωπίζοντάς την ως παράσιτο της τρέχουσας τεχνολογίας.
Οποιαδήποτε χρήση ηλιακής ενέργειας είναι απαλλαγμένη από τη μόλυνση. Ανεξάρτητα αν αυτή η ενέργεια χρησιμοποιείται, η τελική μοίρα είναι η ίδια, η εκλυόμενη θερμότητα διατηρεί τη θερμοδυναμική ισορροπία ανάμεσα στη Γη και το διάστημα σε μια ευνοϊκή για τη ζωή θερμοκρασία. Σε μια υποσημείωση σ’ αυτό το σημείο υπογραμμίζει το εξής: μια αναγκαία εξακρίβωση: ακόμα και η χρήση ηλιακής ενέργειας μπορεί να διαταράξει το κλίμα αν η θερμότητα εκλύεται σε άλλο σημείο από κει που συλλέχθηκε. Το ίδιο ισχύει και για τη χρονική διαφορά συλλογής-έκλυσης αλλά αυτή η περίπτωση είναι απίθανο να έχει κάποια πρακτική σημασία.
Σε πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις υπεράσπισης του Georgescu-Roegen, Ο Daly δεν κάνει καμία αναφορά σ’ αυτό το γεγονός, μολονότι φτάνει κοντά σε δυο περιπτώσεις. Περισσότερο τυπική είναι η προσέγγιση του Jacobs. Θεωρεί ότι η επίλυση του προβλήματος της εντροπίας βρίσκεται στην άμεση συλλογή της ηλιακής ενέργειας επειδή προκαλεί ελάχιστη ή καθόλου μόλυνση κατά τη χρήση της, αλλά σε μια υποσημείωση καταδεικνύει ότι οποιαδήποτε χρήση οποιασδήποτε ενέργειας παράγει θερμική μόλυνση (θερμότητα). Αυτό εγείρει το ερώτημα, πότε ακριβώς η ποσότητα ενέργειας υπερβαίνει τα όρια, πέρα και πάνω από τη φυσική ροή θερμότητας από τη Γη προς το διάστημα.
Ωστόσο υπάρχει και μια όψη της εντροπίας που αναφέρθηκε πιο πάνω, που φωτίζει λίγο τις επιπτώσεις από την ανακύκλωση αλλά και τη ρύπανση, καθώς και η ενεργειακή απαίτηση για εξόρυξη και διαχωρισμό μεταλλικών ορυκτών, η εντροπία της μείξης. Η εντροπία παράγεται σε κάθε πραγματική αναδυόμενη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης και της μείξης ετερογενών στοιχείων. Ο Faber κ.α. εφαρμόζουν την έννοια της εντροπίας της μείξης στην προσέγγισή τους στο ζήτημα της εξαγωγής πρώτων υλών και της μόλυνσης. Είναι χαρακτηριστικό ένα απλό παράδειγμα: απαιτείται πολύ περισσότερη ενέργεια για να συγκεντρωθούν τα μόρια μιας μυρωδιάς από ένα δωμάτιο, παρά η μεταφορά των μορίων σ’ ένα κλειστό δοχείο. Η εντροπία της μείξης είναι το μέτρο του ενεργειακού κόστους ανακύκλωσης ή αποκατάστασης της βιόσφαιρας (πχ. μερική αποκατάσταση μιας περιοχής που έχει απογυμνωθεί από την εξόρυξη): όσο μεγαλύτερη είναι η διασπορά ανακυκλώσιμων υλικών ή η κλίμακα φυσικής διάσπασης, τόσο μεγαλύτερο είναι το ενεργειακό κόστος. Είναι επίσης κι ένας δείκτης της απαιτούμενης ενέργειας για την εξαγωγή ενός στοιχείου από το ορυχείο. Γενικότερα, όσο μεγαλύτερος βαθμός ορυχείου συγκέντρωσης, τόσο περισσότερη ενέργεια χρειάζεται. Με τη μόλυνση, η σχέση της εντροπίας της μείξης σε αντιδιαστολή με την επίπτωση στο περιβάλλον είναι πιο περίπλοκη. Η ίδια σχέση ισχύει ασφαλώς και για το ενεργειακό κόστος του καθαρισμού απ’ τη μόλυνση. Ωστόσο, όσο μεγαλύτερη ποσότητα διαλύματος εμφανίζεται για μια συγκεκριμένη ποσότητα ρυπογόνου (πχ. Pb) τόσο μεγαλύτερη η εντροπία της μείξης (Pb χωρίς μείξη σε ένα δοχείο έχει εντροπία ίση με μηδέν), αλλά τόσο χαμηλότερη και η επίδραση στη βιόσφαιρα, όταν είναι χαμηλότερα από ένα συγκεκριμένο όριο συγκέντρωσης. Πάνω απ’ αυτό το όριο ωστόσο, η επίδραση εκτείνεται στο χώρο και μπορεί να γίνει παγκόσμια (πχ. χλωριούχοι υδράνθρακες που έχουν διασκορπιστεί παγκόσμια πιθανόν να ευθύνονται για την εμφανή διάσπαση της ορμονικής ισορροπίας σε διάφορα ζώα, μαζί και στον άνθρωπο).
Ασφαλώς ορισμένοι ποιοτικοί παράγοντες είναι κρίσιμοι ως προς την πραγματική επίδραση ενός ρυπογόνου. Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν την τοξικότητα, την βιοδιασπασιμότητα, το χρόνο παραμονής, την αστάθεια, αν το ρυπογόνο είναι φυσικό ή τεχνητό κλπ. Υπάρχουν ανάλογες θεωρήσεις της απαιτούμενης ενέργειας για την εξαγωγή/διύλιση μιας πηγής μετάλλων (πχ. χημική και φυσιολογική κατάσταση, η εφαρμοζόμενη τεχνολογία). Οι ποιοτικοί αυτοί παράγοντες δεν έχουν απλή παραμετροποίηση σε μια διατύπωση της εντροπίας μείξης (βλ. Faber κ.α., 1987, 124). Ακόμη και σε μια Ηλιακή Οικονομία θα υπάρχει και μια ορισμένη ρύπανση (ασφαλώς αντίστροφες επιπτώσεις θα εμφανιστούν στους εργάτες και την κοινωνία γενικά στην εμβρυϊκή βιομηχανία ανανεώσιμης ενέργειας, μαρτυρίες από το Silicon Valley). Οι έννοιες που θα συζητιούνται θα έχουν χρησιμότητα τότε και κατά την περίοδο μετάβασης στην ηλιοποίηση.
Ηλιακός Κομμουνισμός;
Ανθρώπινες ανάγκες, ανάγκες της φύσης. Θα εξεταστεί τώρα η σχέση ανάμεσα στη συζήτηση που προηγήθηκε και στην επανεξέταση της μαρξιστικής έννοιας του κομμουνισμού. Σύμφωνα με την παράδοση των κλασικών, το κομμουνιστικό κοινωνικοοικονομικό μόρφωμα μπορεί και μόνο να επιτευχθεί με το τέλος της Σπάνης, με την προϋπόθεση της ύπαρξης μιας άφθονης και συνεχούς πηγής ενέργειας. Είναι ορατή μια τέτοια έννοια με οποιοδήποτε εφικτό τρόπο ώστε να αποτελέσει κίνητρο για μια αποτελεσματική πολιτική πρακτική; Σε ό,τι ακολουθεί και παρά τον αναμενόμενο εμπαιγμό από το μεταμοντέρνο στρατόπεδο, πρόκειται να επιχειρηματολογήσω σε μια τέτοια προοπτική, ενός μέλλοντος που θα αξιοποιήσει επίσης και το πλήρες δυναμικό της επανάστασης στην πληροφορική και την ριζοσπαστική τροποποίηση της σημερινής σχέσης ανάμεσα σε κοινωνία-φύση.
Θα ξεκινήσουμε με τη θεώρηση των ανθρώπινων αναγκών, καθώς η υπόσχεση για την ικανοποίησή τους είναι κεντρική έννοια στην Μαρξική αντίληψη για τον κομμουνισμό (απ’ τον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του). Οι ουτοπικοί στοχαστές πάντοτε αξίωναν οι ανθρώπινες ανάγκες να καλύπτονται από το υπάρχον τεχνολογικό επίπεδο, αλλά για ταξική εκμετάλλευση και καταπίεση. Η τεχνολογία κάθε εποχής έχει την ουτοπία της (πχ. Kropotkin, 1989, στις αρχές του 20ου αιώνα). Βεβαίως κάθε εποχή, ιδίως ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει εξαπλωθεί πέρα από το βασίλειο των διακριτών ανθρώπινων αναγκών. Ασφαλώς οι ανθρώπινες ανάγκες είναι προβληματικές καθώς έχουν παραχθεί απ’ την πολιτική πάλη και την πολιτιστική ιστορία. Πέρα απ’ τις φυσιολογικές απαιτήσεις (όπως ο αριθμός θερμίδων, οι θρεπτικές ουσίες που χρειάζονται για φυσιολογική υγεία αυτή καθαυτή, όχι χωρίς κάποιες ασάφειες) και άλλες συνθήκες για υγιεινή ζωή όπως καθαρό περιβάλλον, κατάλληλη στέγη, υγιείς σχέσεις, οι ανάγκες μας, υλικές και πνευματικές είναι κυρίως κοινωνικά κατασκευάσματα. Ακόμα και η προοπτική επέκτασης του προσδοκώμενου χρόνου ζωής θα πρόκειται για κοινωνικό κατασκεύασμα, ενώ εξελίσσεται σε ανοιχτό στο διάλογο δικαίωμα για κάθε ανθρώπινο ον. Οι Doyall και Gough (1991) έχουν αναπτύξει εύγλωττη επιχειρηματολογία περί μιας αντικειμενικής βάσης υποκείμενων κοινών αναγκών παγκόσμια. Ωστόσο, πολλές ανάγκες στον καπιταλισμό είναι προφανή δημιουργήματα του καταναλωτισμού, ο οποίος καταναλωτισμός είναι ο ίδιος απότοκο της αχαλίνωτης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, και θα πρέπει να είναι το πεδίο πολιτικής πάλης μια και οι ανάγκες αυτές με τη σειρά τους αναπαράγουν ανθυγιεινές καταστάσεις τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τη βιόσφαιρα (πχ. ρυπογόνα αυτοκίνητα, περιττές συσκευασίες, διατροφή υψηλή σε λιπαρά κλπ). Επιπλέον, τόσο οι δυνατότητες όσο και οι ανάγκες μιας υγιούς βιόσφαιρας δεν είναι χωρίς κάποια αβεβαιότητα: πχ. τι μπορεί να επιφέρει βιώσιμες ποσότητες ξύλου ή ψαριών; Τι τμήμα των αποθεμάτων της βιόσφαιρας θα πρέπει να μείνει σχετικά ανέγγιχτο;
Το τέλος της Σπάνης, τουλάχιστον σε σχέση με τις αντικειμενικά προσδιορισμένες ανάγκες, θα μπορούσε θεωρητικά να λάβει χώρα μόνο σε έναν πλανητικό πολιτισμό, δεδομένης της μεγάλης ανισομέρειας στην ανθρωπότητα στο σήμερα. Πάλι αναμένουμε μια συνεχιζόμενη δημιουργία νέων ανθρώπινων αναγκών με τον περιορισμό των παλιότερων (πχ. με την αύξηση του προσδοκώμενου χρόνου ζωής, νέες δυνατότητες ταξιδιών, όπως πχ. διακοπές στον Άρη!) Αυτή η εικοτολογία ωστόσο μοιάζει σαν φανταστική απόδραση από τις κολοσσιαίες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, με εκατομμύρια ανθρώπων που μόλις επιβιώνουν, ακόμα και στις πόλεις του βιομηχανικού κόσμου.
Σε αυτό το νέο επίπεδο των ανθρωπογενών επιδράσεων του καπιταλισμού στη βιόσφαιρα, έχει αναδυθεί με παγκόσμιο αντίκτυπο η δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού όπως διατυπώθηκε από τον James O’ Connor (1988, βλέπε πολυάριθμα άρθρα από τότε στην ίδια επιθεώρηση), ανάμεσα στις δυνάμεις/σχέσεις και συνθήκες παραγωγής (κυρίως το φυσικό περιβάλλον και το τεχνητό περιβάλλον, που ασφαλώς περιλαμβάνει τον τόπο εργασίας και κατοικίας). Η δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού υποχρεώνει σε επανεξέταση της βασικής αρχής που καθοδηγεί την κομμουνιστική κοινωνία: απ’ τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. Μήπως θα έπρεπε να περιλαμβάνει τόσο τον άνθρωπο όσο και τη φύση (οικοσυστήματα); Επιπλέον, ο σοσιαλισμός ως μετάβαση προς τον κομμουνισμό θα πρέπει να είναι βιώσιμος, η νέα βασική αρχή θα πρέπει να θεωρητικά να εφαρμόζεται προοδευτικά σε αυτόν τον μεικτό κοινωνικό σχηματισμό ανάμεσα σε δυο μεθόδους παραγωγής. Πράγματι, η σύγκληση πράσινων και σοσιαλιστικών κινημάτων μπορεί να είναι για τον ίδιο λόγο μια αναγκαία συνθήκη για αυτή τη δυνατότητα να ανοίξει ο δρόμος για τον κομμουνισμό μέσω του σοσιαλισμού.
Ενέργεια.  Ποιες είναι όμως οι επιπτώσεις του οικολογικού ζητήματος διά μέσου της σοσιαλιστικής θεωρίας στην ενεργειακή βάση του ανθρώπινου πολιτισμού που να ικανοποιεί τόσο τις ανθρώπινες όσο και τις φυσικές ανάγκες;  Ο Bernal (1959) μιλώντας σε μια άλλη εποχή (τρεις δεκαετίες πριν μόνο) πίστευε ότι μια πηγή άφθονης φτηνής ενέργειας, η πυρηνική ενέργεια, σύντομα θα απελευθέρωνε τον άνθρωπο οριστικά από τη ζήτηση (270). Θα ήταν ελεύθερα διαθέσιμη όπως ο αέρας και το φως, σαν ειρωνικός απόηχος της υπόσχεσης του προέδρου Αϊζενχάουερ προς τα Ηνωμένα Έθνη μερικά χρόνια πριν. Είχε παρατηρήσει τότε ένα πιθανό μειονέκτημα σε μια εκτεταμένη χρήση της θα ήταν η υπερθέρμανση της επιφάνειας του πλανήτη. Προνοητικά ο Bernal σημείωσε τα εξής όσον αφορά την ηλιακή ενέργεια:
Η ηλιακή ενέργεια είναι τόσο πολύ διασκορπισμένη που η πραγματική δυσκολία είναι να βρεθεί ένας οικονομικός τρόπος να συγκεντρωθεί αυτή η ενέργεια από τεράστιες επιφάνειες. Αυτό μπορεί να μην είναι τόσο δύσκολο πάντοτε. Πράγματι, με τη χρήση φτηνών θερμοηλεκτρικών υλικών που μετατρέπουν τη θερμότητα του ήλιου απευθείας σε ηλεκτρισμό, πιθανόν να είναι πολύ σύντομα εφικτό, τουλάχιστον σε ηλιόλουστες περιοχές να υπερκεράσει την ατομική ενέργεια σε χαμηλό κόστος και σίγουρα σε απλότητα και ασφάλεια.
Μετά το Τσερνόμπιλ και τα αυξανόμενα κόστη του ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια, η πυρηνική επιλογή μοιάζει λιγότερο ελκυστική ως ενεργειακή βάση του παγκόσμιου πολιτισμού. Τότε, πώς θα ήταν με την επιλογή της ηλιακής ενέργειας;
Αγωνίζομαι για έναν πλανητικό Ηλιακό Κομμουνισμό, την τιθάσευση της ενέργειας με τις σύγχρονες αλλά κι αυτές που πρόκειται να αναπτυχθούν στο μέλλον τεχνολογίες πληροφορίας και ανανεώσιμης ενέργειας, ως ένα ευλογοφανές όραμα ενός μελλοντικού παγκόσμιου πολιτισμού.
Η μετάβαση από τις καύσιμες πρώτες ύλες και την πυρηνική ενέργεια προς την ανανεώσιμη ενέργεια, η ήπια οδός υπέρ της οποίας συνηγόρησε ο A. Lovins θα καταστήσει δυνατή μια ριζικά νέα παγκόσμια οικονομία, βιώσιμη και αναπτυσσόμενη. Όπως είχε υπογραμμίσει ο Barry Commoner το 1990, είμαστε μακριά απ’ το να προσεγγίσουμε τα φυσικά όρια ανάπτυξης. Η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να αυξήσει την ενεργειακή κατανάλωση ας πούμε κατά 10 φορές, απλά αντλώντας το 1% της προσπίπτουσας στην επιφάνεια της γης ηλιακής ακτινοβολίας χωρίς να αλλάξει το σημερινό θερμικό δυναμικό της επιφάνειας της γης διά της εκπομπής αερίων θερμοκηπίου ή διά της άμεσης θερμικής μόλυνσης (όπως με την χρήση καύσιμων πρώτων υλών και πυρηνικής ενέργειας). Η ετήσια ροή ηλιακής ακτινοβολίας στη γη είναι ίση περίπου με το δεκαπλάσιο της συνολικής αποθηκευμένης ενέργειας στα παγκόσμια αποθέματα υδρογονανθράκων ή αλλιώς είναι ίσο με ένα εκατομμύριο δισεκατομμύρια (10 εις την 15) βαρέλια αργού πετρελαίου (Smil 1991). Ενάντια στις γενικεύσεις των Daly και Cobb (1989) σχετικά με τα όρια της οικονομικής δραστηριότητας, η χρήση ηλιακής ενέργειας καθιστά δυνατή μια αύξηση στη φυσική έξοδο (throughput) (επεξεργασία υλικού) στην ανθρώπινης κατασκευής τεχνόσφαιρα χωρίς αντίστροφη επίδραση στη βιόσφαιρα, δεδομένου ότι ο κύκλος παραγωγής-κατανάλωσης είναι κλειστός (πχ. ανακύκλωση και τεχνολογία απαλλαγμένη από απόβλητα). Στην πράξη, η αποκατάσταση της βιόσφαιρας, παράλληλα με το καθήκον της ανύψωσης της ποιότητας ζωής όλων στο υψηλότερο επίπεδο θα απαιτήσει μια σημαντική αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας ως ότου να ολοκληρωθεί η μετάβαση.
Υπάρχει ωστόσο βαθύς σκεπτικισμός σχετικά με την δυνατότητα ηλιοποίησης μιας σύγχρονης βιομηχανικής οικονομίας. Η Georgescu-Roegen έχει την άποψη ότι η τεχνολογία απευθείας συλλογής της ηλιακής ακτινοβολίας είναι εφικτή αλλά μη-βιώσιμη, πχ. υπάρχει η δυνατότητα παραγωγής και διαχείρισής της αλλά μόνο με τη συνέχιση της εξάρτησης από ενέργεια προερχόμενη από καύση.
Όλες οι ηλιακές λύσεις που είναι γνωστές σήμερα είναι παρασιτικές, στο περιθώριο των τρεχουσών τεχνολογιών, επομένως θα πάψουν να είναι εφαρμοστέες όταν εξαφανιστεί ο ξενιστής τους (1981, 70-71). Υποστηρίζει ότι, παρά τα ασυνήθιστα μεγάλα κεφάλαια που ξοδεύονται από δημόσιους και ιδιώτες επενδυτές για την εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα της αναπόφευκτης εξάντλησης των καύσιμων πρώτων υλών, δεν έχει καταστεί δυνατό να κατασκευαστεί μια εγκατάσταση-πρότυπο στην οποία θα παράγονται ηλιακοί συλλέκτες οποιασδήποτε μορφής με αποκλειστική τροφοδότηση αυτής της μορφής ενέργειας.
Οι απόψεις αυτές προκαλούν έκπληξη, δεδομένου ότι η χρήση καύσιμων πρώτων υλών ήταν κάποτε παρασιτική ήταν κάποτε παρασιτική από πρόσφατα συλλεχθείσα φωτοσυνθετική ενέργεια ( πχ. τροφή για τον άνθρωπο και τα ζώα από φορτίο και ξύλο). Ωστόσο οι απόψεις της Georgescu-Roegen σχετικά με τη βιωσιμότητα της ηλιακής τεχνολογίας γίνονται αποδεκτές από αρκετούς μεταγενέστερους μελετητές που έχουν επηρεαστεί απ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης.
Η ηλιακή ενέργεια με κανένα τρόπο δεν αντιστοιχεί στην Προμηθαϊκή τιθάσευση της φωτιάς κατά τη Νεολιθική Εποχή ή τη συγκέντρωση του ατμού για ενέργεια κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Για τους μετατροπείς ηλιακής ενέργειας απαιτείται τεράστια έκταση και πολυάριθμες μονάδες εισόδου ώστε το όφελος σε χρήσιμη ενέργεια θα υπερκεραστεί από την επένδυση σε ενέργεια και υλικά (Αltvater 1993).
 Ωστόσο ο Daly δεν πείθεται από τον Georgescu-Roegen σ’ αυτό το ζήτημα (Daly & Umana 1981). Ακόμα κι ο Arrow, ο ορθόδοξος οικονομολόγος,  αντίπαλος της Georgescu-Roegen είναι περισσότερο αισιόδοξος:
Πιθανών να κάνουμε εκτίμηση νέων πηγών ενέργειας με τρόπους που χρησιμοποιούμε τρέχουσες τιμές, βασισμένες σε τρέχουσες χρήσεις μη-ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Έτσι, οι φωτοβολταϊκές ηλιακές κυψέλες παράγονται με συμβατικές πηγές ενέργειας και αποτιμώνται ανάλογα. Αυτή η διαθεσιμότητα και οι τιμές δεν θα επιμείνουν σε μια περίοδο όπου όλη η ενέργεια θα είναι ηλιακή. Τα ίδια τα μέσα συλλογής της ηλιακής ενέργειας θα παράγονται με τη χρήση ηλιακής ενέργειας. Μου φαίνεται περισσότερο πιθανό ακόμη και με το σημερινό επίπεδο τεχνολογίας, θα ήταν εφικτός ένας κόσμος που να κινείτε αποκλειστικά από (μόνιμα) ανανεώσιμη ενέργεια. Αναμφίβολα θα ήταν ένας λιτότερος κόσμος απ’ ότι σήμερα αλλά θα πρέπει να περιμένουμε τεχνολογικές βελτιώσεις που θα θεραπεύσουν αυτή την κατάσταση. Εξάλλου δεν απαιτούνται τεράστιες καινοτομίες στις τεχνολογικές και επιστημονικές αρχές, πολύ λιγότερες απ’ ότι στην παραγωγή ενέργειας από σύντηξη. Χρειάζεται μια σειρά βελτιώσεων οι οποίες συχνά συνόδεψαν μεγάλες επεκτάσεις στη βιομηχανία.
Στο ζήτημα της βιωσιμότητας της τεχνολογίας της απευθείας συλλογής, μια πρόσφατη μελέτη (Kuwano, 1994) υπολογίζεται χρόνος αναπλήρωσης (χρόνος μετρημένος σε έτη που απαιτείται για τις υπομονάδες ηλιακών κυψελών να παράγουν ίση ποσότητα ενέργειας που καταναλώθηκε για την κατασκευή τους) περίπου 1-4 χρόνια για δύο διαφορετικούς τύπους φωτοβολταϊκών συστημάτων με βάση τη σιλικόνη. Τα φωτοβολταΪκά έχουν λαμπρό μέλλον ως μια εξέχουσα ανανεώσιμη πηγή ενέργειας (Stone 1993). Οι απαιτήσεις σε έκταση γης είναι μεγάλες αλλά όχι ασύλληπτες, ιδιαίτερα αν αποδώσουν νέες επαναστατικές βελτιώσεις στην αποδοτικότητα φωτοβολταϊκής μετατροπής (Τhe Scientist 1994). O Stone εκτιμά ότι όλες οι απαιτήσεις για την παραγωγή ηλεκτρισμού στις ΗΠΑ θα μπορούσαν να καλυφθούν από υπάρχουσες φωτοβολταϊκές πλάκες με βάση τη σιλικόνη σε μια έκταση 140 χλμ Χ 140 χλμ, μια έκταση δηλαδή σημαντικά μικρότερη από την συνολική έκταση που καταλαμβάνουν όλες οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ (Golob & Brus 1993) (Παραπομπή: Eφικτά σενάρια για τον ήπιο δρόμο υπάρχουν στον Primentel κ.α. 1994 – για τις ΗΠΑ – και Boyle – για ολόκληρο τον κόσμο. Για κριτική ή άλλες τεχνικές ενστάσεις βλ. Schwartzman 1995, Sagoff 1995, για την ανασκευή απαισιόδοξων απόψεων για την ηλιοποίηση. Επιπλέον επιχειρηματολογία σχετικά με την αληθοφάνεια του σεναρίου της ηλιοποίησης στον Lovejoy, σ αυτό το τεύχος).
Μια μελλοντική παγκόσμια οικονομία που θα τροφοδοτείται με ενέργεια από απευθείας συλλογή της ηλιακής ακτινοβολίας, με υψηλό βαθμό απόδοσης μετατροπής, κάνοντας χρήσης μιας Εγελιανής-Μαρξιστικής μεταφοράς, θα είναι άρνηση της άρνησης της προ-βιομηχανικής χρήσης ενέργειας που προέρχεται από την πρόσφατη ηλιακή ροή μέσω της φωτοσύνθεσης, εξαιρετικά χαμηλής αποδοτικότητας. Η τελευταία έχει περάσει πρώτα από τη φάση της άρνησης από τη βιομηχανική κοινωνία που τροφοδοτείται από καύσιμες πρώτες ύλες που απελευθερώνουν αποθηκευμένη ηλιακής ενέργειας παγιδευμένης εκατομμύρια χρόνια πριν (Smil 1991, για την αποδοτικότητα της μετατροπής με πολλές λεπτομέρειες).
Περιβαλλοντική πολιτική. Η ηλιοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας είναι αναγκαίο αλλά όχι επαρκές βήμα προς τον ριζικό περιορισμό περιβαλλοντικών και οικολογικών επιπτώσεων στην οικονομική δραστηριότητα. Προτείνω επαναθεώρηση μιας ριζικής λύσης για τη μεγιστοποίηση της σχέσης ανάμεσα στην τεχνόσφαιρα και τη οικόσφαιρα: μεγιστοποιώντας το περιεχόμενο της τεχνόσφαιρας όπως διατυπώθηκε σε ένα εξαιρετικό γόνιμο και ξεχασμένο βιβλίο από τους Taylor και Humpstone (1973). Ως τεχνόσφαιρα ορίζεται το δημιουργημένο ή τροποποιημένο απ’ τον άνθρωπο περιβάλλον ενώ η οικόσφαιρα ορίζεται ως ο φυσικός κόσμος (Commoner 1990) (σημείωση: η τεχνόσφαιρα περιλαμβάνει αστικές και ημιαστικές περιοχές, δρόμους, αγροτικές εκτάσεις και δασώδεις εκτάσεις που έχουν ουσιαστικά τροποποιηθεί από την εκμετάλλευση. Δάση δεύτερης ανάπτυξης (όπως μεγάλο μέρος της Νέας Αγγλίας, ΗΠΑ) βρίσκεται στο προβληματικό όριο ανάμεσα στην τεχνόσφαιρα και την οικόσφαιρα μια και ανθρωπογενείς αλλά και φυσικές διαταραχές συχνά παράγουν συγκλίνοντα αποτελέσματα, όχι κατ’ ανάγκη στην ίδια κλίμακα ταχύτητας (πχ. πυρκαγιές σε δάση. Ωστόσο, η συσχέτιση της τεχνόσφαιρας των ανθρώπων απλά σαν μέρος της φύσης είναι ένα επιχείρημα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογηθεί κάθε αλλοίωση των οικοσυστημάτων ως φυσική, άρα αποδεκτή. Η οικόσφαιρα και τα υποσυστήματά της (οικοσυστήματα) υπάρχουν σε διάφορες διαβαθμίσεις ανθρωπογενούς επίδρασης, τα οποία καταγράφονται με αυξανόμενο ρυθμό ιστορικά και γεωγραφικά, και είναι διακριτά συγκριτικά με άλλες φυσικές διαδικασίες (πχ. παγκόσμια ρύπανση από μόλυβδο, που ταυτοποιείται με ανίχνευση ισοτόπων). Άλλες απόψεις για τα φυσικά οικοσυστήματα απολυτοποιούν ορισμένες πλευρές του φυσικού τους χαρακτήρα πχ. το φαινόμενο των παροδικά σταθερών καταστάσεων, συμπεραίνεται ότι υπονοούν μια κατάσταση σταθερής ισορροπίας όπου δεν επηρεάζεται ανθρωπογενώς (Gore 1992) μια απαρχαιωμένη οικολογική αντίληψη (Botkin 1990).
Σήμερα, τα όρια ανάμεσα στην τεχνόσφαιρα και την οικόσφαιρα είτε είναι κλειστά είτε απομονωμένα (μια και τα δυο συνυπάρχουν στην επιφάνεια της γης, πέρα από την πιο επουσιώδη αντίληψη στην παρούσα φάση είναι κλειστά σε σχέση με το διαστημικό περιβάλλον, όχι απομονωμένα όμως λόγω της εισροής και εκροής ακτινοβολίας). Η εφαρμογή της ηλιοποίησης και της αρχής του περιορισμού με σεβασμό στην τεχνόσφαιρα, θα κρατήσει μακριά την οικόσφαιρα σε εισροή ακτινοβολίας αυξανόμενες σε σχέση με την εκροή, σε εισροή ουσιών και γενετικής πληροφορίας που δεν υπάρχουν σε φυσική μορφή σήμερα (πχ. CFC, υδροχλωράνθρακες, γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί) καθώς και ροές φυσικών ουσιών πάνω από τα σημαντικά επίπεδα συγκριτικά μ’ αυτά της οικόσφαιρας (πχ. νιτρώδη, η ανθρωπογενής ροή τεχνητού αζώτου από λιπάσματα, εργοστάσια παραγωγής ενέργειας κλπ σήμερα είναι περίπου ίσα με τη φυσική ροή μικροβίων διόρθωσης αζώτου και φωτός).
Η στρατηγική του περιορισμού είναι μια σημειακή απομάκρυνση από το μεγάλο μέρος της μαρξιστικής (και λενινιστικής) παράδοσης. Ο Μάρξ (και ο Ένγκελς) έγραψαν ότι ο κομμουνισμός διαφέρει από τα προηγούμενα κινήματα στο ότι προσπερνά τη βάση όλων των παλαιότερων σχέσεων παραγωγής και διεπαφής και για πρώτη φορά συνειδητά εκλαμβάνει κάθε φυσικό αντικείμενο ως δημιούργημα του ανθρώπου, αφαιρεί απ’ αυτά τον φυσικό τους χαρακτήρα και τα υποτάσσει στην ισχύ των ενωμένων ατόμων. Πραγματικά ελεύθερη εργασία.. είναι η πιο έντονη δράση. Η δουλειά της υλικής παραγωγής μπορεί να επιτύχει αυτόν τον χαρακτήρα μόνο… όταν είναι επιστημονικού και την ίδια στιγμή γενικού χαρακτήρα, όχι μερικώς ανθρώπινη δραστηριότητα ως μια συγκεκριμένα  τιθασευμένη φυσική δύναμη, αλλά δραστηριότητα, εξαγωγή ως υποκείμενο, που εμφανίζεται στο παραγωγικό προτσές όχι με μερική φυσική, αυθόρμητη μορφή αλλά ως δραστηριότητα που ρυθμίζει όλες τις δυνάμεις της φύσης. Η θέση του Frolov είναι τυπική για λενινιστές:
Είναι η σκόπιμη διαμόρφωση της φύσης και βελτίωση της βιόσφαιρας στη βάση της συνεχούς επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου που θα επιφέρει εναρμόνιση της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης με τη φύση (Frolov, 1989).
Aυτή η άποψη ακολουθεί φυσιολογικά την έννοια της νοόσφαιρας του Vernadsky, ως το νέο στάδιο της παγκόσμιας βιόσφαιρας:
Η ανθρωπότητα παρμένη ως όλον εξελίσσεται σε μια ισχυρή γεωλογική δύναμη. Τότε αναδύεται το πρόβλημα της ανακατασκευής της βιόσφαιρας σύμφωνα με το συμφέρον της ελεύθερα σκεπτόμενης ανθρωπότητας ως μια μοναδική ολότητα. Αυτή η νέα κατάσταση της βιόσφαιρας την οποία προσεγγίζουμε χωρίς να την αντιλαμβανόμαστε είναι η νοόσφαιρα (Vernadsky, 1945).
Η εννοιολόγηση της νοόσφαιρας απ’ τον Vernadsky, συνενώθηκε με τις φιλοδοξίες των σοσιαλιστών σχεδιαστών της Σοβιετικής Οικονομίας (Βailes) οι οποίοι ήταν οι ιθύνοντες για κολοσσιαία βιομηχανικά σχέδια που επέφεραν τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή (Feshbach και Friendly 1992, Adabasev, 1966). Το κατά πόσο είχε προβλεφθεί αυτό το αποτέλεσμα είναι ζήτημα μιας άλλης συζήτησης. Μερικά από τα μεγαλύτερα προσχεδιασμένα προγράμματα (π.χ η εκτροπή σιβηριανών ποταμών για να αρδευτεί η Σοβιετική Κεντρική Ασία) αποφεύχθηκαν στενά ως αποτέλεσμα της παρέμβασης του Σοβιετικού οικολογικού κινήματος ( Feshbach και Friendly 1992). Ωστόσο υπάρχει κι άλλη κληρονομιά απ’ τον Vernandsky, η επιστήμη της βιογεωχημείας, η οποία έχει ζωτική σημασία για την κατανόηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (πχ. παγκόσμια υπερθέρμανση η οποία είναι απότοκο της ανθρωπογενούς επίδρασης στον βιογεωχημικό κύκλο του άνθρακα η οποία περιλαμβάνει όλες τις ροές άνθρακα μέσα από συστήματα της επιφάνειας, συμπεριλαμβανόμενης της βιομάζας) και βελτίωση της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και τη φύση (Kamshilov 1976). Η μη ολοκληρωμένη γνώση μας σ’ αυτό το πεδίο της επιστήμης και ιδιαίτερα η πιθανότητα δομικής μη-προβλεψιμότητας των ανθρωπογενών επιδράσεων (Ayres, 1993) αποτελούν τη βάση της αναγκαιότητας για την εφαρμογή των αρχών περιορισμού και πρόληψης.
Με τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας καθοδηγούμενο απ’ αυτούς τους κανόνες, η ρύθμιση και η τέλεια γνώση της φύσης αποκτούν νέο περιεχόμενο. Η φύση δεν θα μεταμορφώνεται ούτε και θα υποβαθμίζεται. Η εκμετάλλευση της οικόσφαιρας θα γίνεται όπως ποτέ πριν, ως πηγή γνώσης κι όχι ύλης. Η βιοποικιλότητα θα είναι εκμεταλλεύσιμη αλλά δεν θα μειώνεται. Η γνώση της οικόσφαιρας – η οικολογία της, οι βιογεωχημικές δυνάμεις, η βιοποικιλότητα, θα ρέει μέσα στην τεχνόσφαιρα, καθοδηγώντας τις παραγωγικές δυνάμεις και την εσωτερική της μεταμόρφωση. Για παράδειγμα, τα καλλιεργητικά συστήματα, κύριο συστατικό της τεχνόσφαιρας, θα μεταμορφωθεί με πολλαπλούς τρόπους, με φυτείες ανοιχτού πεδίου να μετατρέπονται σε πολυκαλλιέργειες, χρησιμοποιώντας οικολογικό έλεγχο των ασθενειών (αγροοικολογία βλ. Levins & Lewontin, 1985) και μεγάλη επέκταση των θερμοκηπίων, με  ενδεχομένως υψηλά κέρδη παραγωγικότητας (Taylor & Humpstone, 1973).
Περιορισμός της τεχνόσφαιρας είναι η ριζοσπαστική εφαρμογή της αρχής προφύλαξης, όπως και η λύση στο πρόβλημα της μελλοντικής γενεαλογικής αναπαράστασης των σημερινών επιλογών, μια και μεγιστοποιεί τη διατήρηση της σημερινής οικόσφαιρας στο μέλλον. Είναι σαν την αναγνώριση της δομικής οικονομικής μη-συγκρισιμότητας των βιοσφαιρικών τιμών, μια αναγνώριση που εμφανίζεται αδύνατη κάτω από την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, χωρίς πραγματικό κοινωνικό έλεγχο της παραγωγής και κατανομής. Περιορισμός δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πολιτική μη-παρέμβασης σε φυσικές απειλές στην οικόσφαιρα, όπως καταστροφικές εκρήξεις ηφαιστείων ή επικείμενες συγκρούσεις με μετεωρίτες (τουλάχιστον η τελευταία θα μπορούσε να θεωρητικά να αναχαιτιστεί από τον άνθρωπο με τη χρήση πυρηνικών όπλων που θα μπορούσαν να εκτρέψουν την πορεία του). Επιπλέον, η αντιστροφή των παγκόσμιων ανθρωπογενών αλλοιώσεων (πχ. τα αυξανόμενα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα μπορεί να χρειαστεί να παραβιαστεί το όριο περιορισμού (πχ. απομόνωση του διοξειδίου του άνθρακα με τη χρήση ηλιακής τεχνολογίας), τέτοιες παραβιάσεις ωστόσο θα πρέπει να γίνονται με μεγάλη φροντίδα και μόνο κάτω από ασυνήθιστες συνθήκες. Μια και κανένα τείχος περιορισμού δεν μπορεί να είναι αδιαπέραστο, και η τεχνόσφαιρα είναι εξ’ ορισμού για ανθρώπινη εγκατάσταση, η τεχνόσφαιρα θα πρέπει να χρησιμοποιεί μη-τοξικές τεχνολογίες κλειστού κύκλου. Τα φυσικά όρια για την αποκέντρωση των ανθρώπινων εγκαταστάσεων πιθανά να επιβληθεί από την παγκόσμια συμφωνημένη κατανομή της σχετικά αμόλυντης βιόσφαιρας. Ένα πιθανό σενάριο είναι η κατασκευή των αρχολογιών του Soleri (1969) συμπαγείς πόλεις στον ουρανό που συνυπάρχουν με διάσπαρτες, μικρές και σχετικά αυτάρκεις κοινωνίες/βιοπεριοχές ενσωματωμένες στην αποκατεστημένη βιόσφαιρα. Μόνο κάποιος αφελής θα μπορούσε να πιστέψει ότι ένα σενάριο σαν αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς ένα ισχυρό διεθνές πολιτικό κίνημα οργανωμένο από την αρχή (σημείωση: η σχέση με το ερώτημα της αύξησης πληθυσμού στη σχέση ανάμεσα στην οικόσφαιρα και τεχνόσφαιρα απαιτεί μια εκτεταμένη φροντίδα που δεν θα επιχειρηθεί εδώ.  Εξυπακούεται στην παρούσα μελέτη το συμπέρασμα ότι οι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού και τα όρια της υπολογιζόμενης φέρουσας ικανότητας της βιόσφαιρας είναι εξόχως ανεξάρτητες λειτουργίες της πολιτικής οικονομίας και οι σχέσεις τεχνόσφαιρας/οικόσφαιρας κι όχι ανεξάρτητοι παράγοντες που οδηγούν στην περιβαλλοντική κρίση. Ακόμη και φτωχές πολιτείες στον τρίτο κόσμο θα έχουν επιτύχει σημαντικές μειώσεις στην αύξηση του πληθυσμού τους υπό κυβερνήσεις που καλλιεργούν υψηλή εκπαίδευση, ενίσχυση των γυναικών και πρόβλεψη των βασικών αναγκών (Sen 1994).
Τεχνολογία πληροφοριών. Το όραμα του ηλιακού κομμουνισμού επίσης απαιτεί την συνειδητοποίηση του πλήρους δυναμικού της επανάστασης στην πληροφορική, που ανοίγει τη δυνατότητα να ανθίσει η ανθρώπινη δραστηριότητα για δημιουργική ζωή για όλους. O Bernal (1959) καθώς και άλλοι στην εποχή του, πρόβλεψαν την τεράστια επέκταση του αυτοματισμού στον τομέα της βιομηχανίας αλλά και των υπηρεσιών, που θα καθοδηγούνται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που θα έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν σημαντικά την εβδομάδα εργασίας. Είμαστε σήμερα βαθιά σ’ αυτή την τεχνολογική επανάσταση. Θα ήταν αφελές ασφαλώς να περιμένει κανείς αυτές οι νέες τεχνολογίες της πληροφορίας και ανανεώσιμης ενέργειας από μόνες τους, ενώ είναι αναγκαίες, να είναι επαρκείς για να μειώσουν το χρόνο εργασίας σε ισότιμη βάση σε εθνικό επίπεδο, πόσο μάλλον σε παγκόσμιο επίπεδο. Η δημιουργία αυτού του διαθέσιμου χρόνου για όλους είχε ενοραθεί ο Μαρξ σαν το αναγκαίο θεμέλιο για τον κομμουνισμό.
Η ελεύθερη ανάπτυξη των ατομικοτήτων, κι έτσι η μείωση του αναγκαίου χρόνο εργασίας ώστε να επιβεβαιώσει την ύπαρξη υπεραξίας, αλλά μάλλον η γενική μείωση της αναγκαίας εργασίας στην κοινωνία σε μια ελάχιστη ποσότητα που ανταποκρίνεται στην καλλιτεχνική, επιστημονική κ.α. ανάπτυξη των ατόμων στον απελευθερωμένο χρόνο και με τα μέσα που παρήχθησαν για όλους.
O Gorz ακολούθησε τις ενοράσεις του Μαρξ στην αντίληψή του για το σοσιαλισμό (η φιλαρέσκειά του κατά τη χρήση του όρου κομμουνισμός σίγουρα είχε πολιτική σκοπιμότητα): Χρειάζεται μια νέα ουτοπία αν πρόκειται να προστατέψουμε με ηθικό περιεχόμενο της παρεχόμενης σοσιαλιστικής ουτοπίας. Η ουτοπία μιας κοινωνίας ελεύθερου χρόνου. Η χειραφέτηση του ατόμου, η πλήρης του ανάπτυξη, η αναδόμηση της κοινωνίας όλα πρόκειται να επιτευχθούν μέσω της απελευθέρωσης από τη δουλειά. Η μείωση των ωρών εργασίας θα επιτρέψει στα άτομα να ανακαλύψουν μια καινούρια έννοια της ασφάλειας, μια νέα αποστασιοποίηση από τα “απαραίτητα προς το ζην” και μια μορφή υπαρξιακής αυτονομίας που θα τους ενθαρρύνει να απαιτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία διά μέσω της δουλειάς τους, πολιτικό έλεγχο των αντικειμένων του και κοινωνικό χώρο/χρόνο τον οποίο θα διαθέσουν σε εθελοντική αυτοοργανωμένες δραστηριότητες (Gorz 1989). Gorz βλέπει την πάλη για τη χειραφέτηση σαν κεντρικό στον σημερινό καπιταλισμό, ο οποίος αυξανόμενα είναι ανίκανος να παράσχει πλήρες ωραρίου εργασία για όλους τους ικανούς προς εργασίας. Η κριτική αυτή έχει εμφανώς επηρεάσει το πρόγραμμα των Ευρωπαίων Πρασίνων (πχ. εκστρατεία για το βασικό εισόδημα, Van Parijis, 1991).
Η μετάβαση
Η σοσιαλιστική μετάβαση: πρόκειται ασφαλώς για την γιγάντια πρόκληση για όλους εκείνους που βλέπουν τον κόσμο αυτό με το αχαλίνωτο κεφάλαιο σαν μια απαράδεκτη πραγματικότητα και δεν είναι ευχαριστημένοι με τις μεταρρυθμίσεις-μπαλώματα. Τα οικονομικοπολιτικά εμπόδια για τη συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων της τεχνολογίας της πληροφορικής και της ανανεώσιμης ενέργειας, είναι άξια λόγου κι αυτό είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς. Κι ενώ οι τεχνοκρατικές προβλέψεις του οργανισμού Worldwatch είναι αρκετά αισιόδοξες, η ισχύς των εθνών αλλά και των διακρατικών συμφωνιών που επιθυμούν τη συνέχιση της παγκόσμιας εξάρτησης από υδρογονάνθρακες δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί. Ομοίως, εφικτά σενάρια συνεχιζόμενης νεοαποικιακής εξάρτησης του νότου από το βορρά υπό τον κανόνα της προώθησης της ηλιακής ενέργειας είναι κατανοητά (πχ. τεράστιο φωτοβολταϊκό δίκτυο στη Σαχάρα, ελεγχόμενο από τις πολυεθνικές που παράσχει ενέργεια στην Ευρώπη κάτω από εξαιρετικά ανισότιμες συμφωνίες συναλλάγματος). Ωστόσο, ο δρόμος για έναν βιώσιμο σοσιαλισμό είναι κατ’ ανάγκη ένα ήπιο μονοπάτι με μια βιώσιμη συμμαχία να παρέχει την απαραίτητη πολιτική ισχύ. Κι ενώ μια συμμαχία για τη βιωσιμότητα θα διασταυρωθεί με τις συμμαχίες για τον αφοπλισμό και τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις εμπλέκοντας αντιτιθέμενες κοινωνικές τάξεις και δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων σε κάποια φάση και ακόμα και τμήματα του μονοπωλιακού κεφαλαίου (σημείωση: είμαι βέβαιος ότι αυτή η πρόταση θα εξαγριώσει τους καθαρούς ιδεολόγους), η πρόοδος προς μια αειφόρο οικονομία αντικειμενικά προωθεί και την πιθανότητα μιας νέας σοσιαλιστικής οικονομίας. Ενώ υπάρχουν τομείς του κεφαλαίου που μπορεί κάποιες φορές να υποστηρίζουν κάποια προγράμματα αειφορίας (ενώ αντιτίθενται σε άλλα τμήματα, πχ. κατασκευαστές τσιπς υπολογιστών, ηλεκτρικών αυτοκινήτων ή ανεμογεννητριών μπορεί να έρθουν σε σύγκρουση με τα συνδικάτα χρησιμοποιώντας επικίνδυνες πρώτες ύλες δηλητηριάζοντας τους εργάτες και μολύνοντας τις κοινότητές τους κλπ) υπάρχουν πανίσχυρα καρτέλ, όπως πχ. οι πετρελαϊκές πολυεθνικές, οι οποίες θα αντισταθούν σθεναρά. Η ισχύς τους μπορεί να αντιμετωπιστεί από τη διεθνή αλληλεγγύη των εργατικών συνδικάτων, τα πράσινα και αντιιμπεριαλιστικά κινήματα σε ένα επίπεδο που δεν έχει επιτευχθεί ακόμα.
Συμπέρασμα
Το σενάριο του θερμικού θανάτου του σύμπαντος κατά το 19ο αιώνα έχει αναγεννηθεί ως ο κεντρικός πόλος της παγκόσμιας οικονομίας, μια κατάσταση χάους και αποσύνθεσης του Georgescu-Roegen και των υποστηρικτών του. Η αντίληψη αυτή βασίζεται στην εσφαλμένη συγχώνευση των αρχών των κλειστών και απομονωμένων συστημάτων. Μια παγκόσμια οικονομία που θα τροφοδοτείται από υψηλής απόδοσης συλλογή ηλιακής ενέργειας, παρακάμπτει αυτόν τον πόλο για το αόριστο μέλλον. Η ηλιοποίηση ταυτόχρονα με τον περιορισμό της τεχνόσφαιρας αποτελούν υλικά προαπαιτούμενα για έναν παγκόσμιο πολιτισμό που υλοποιεί τη Μαρξική έννοια του κομμουνισμού ενώ βελτιώνει τη σχέση της με τη φύση. Αυτές οι έννοιες μπορούν να τροφοδοτήσουν ένα διαρκές οικοσοσιαλιστικό κίνημα.
*ο γιος μου Peter Schwartzman  με βοήθησε με έρευνα πάνω στην ηλιακή ενέργεια, καθώς και με την ανάγνωση του προσχεδίου. Ευχαριστώ τους συναδέλφους και διορθωτές μου που έκαναν σημαντικά σχόλια επί του προσχεδίου.
Αναφορές
  1. Adabashev, I. 1966. Global Engineering. Moscow: Progress Publishers.
  2. Afanasyev, V. n.d. Marxist Philosophy.  Moscow: Foreign Language Publ. House.
  3. Altvater, Elmar. 1993. The Future of the Market..  London: Verso.
  4. _____________. 1994. Ecological and economic modalities of time and space, Ch. 4 pp. 76-90 in  Is Capitalism Sustainable?, ed. M. O’Connor,  N.Y.: Guilford Press.
  5. Arrow, Kenneth J. 1981.  in Energy, Economics, and the Environment.  ed. Herman E. Daly and Alvaro F. Umana, AAAS Selected Symposium 64, Boulder, Colorado: Westview Press.
  6. Ayres, Robert U. 1993. Cowboys, cornucopians and long-run sustainability. Ecological Economics  8, 189-207.
  7. Bailes, Kendall E. 1990. Science and Russian Culture in an Age of Revolutions. V.I. Vernadsky and His Scientific School, 1863-1945.  Bloomington: Indiana University Press.
  8. Barrow, John D. 1994. The Origin of the Universe. N.Y.: Basic Books.
  9. ____________. and Frank J. Tipler. 1988. The Anthropic Cosmological Principle. N.Y.: Oxford University Press.
  10. Bernal, J.D. 1959. World Without War. N.Y.: Prometheus Books.
  11. Bertalanffy, Ludwig von. 1968. General System Theory.  N.Y.: George Braziller.
  12. Bianciardi, C., Tiezzi, E. and S. Ulgiati. 1993. Complete recycling of matter in the frameworks of physics, biology and ecological economics, Ecological Economics  8, 1-5.
  13. Botkin, Daniel B. 1990. Discordant Harmonies. New York: Oxford University Press.
  14. Boucher, Doug, Barclay, Bill, Lichtenberg, Erik, Middendorf, George, and David Schwartzman. 1993.Review of For the Common GoodCapitalism Nature Socialism  4 :3, 129-135.
  15. Boyle, S. 1994. Toward a fossil free future: The technical and economic feasibility of phasing out global fossil fuel use. Pp.353-378, in Integrative Assessment of Mitigation, Impacts, and Adaptation to Climate Change, CP-94-9,  ed. N. Nakicenovic, W.D. Nordhaus, R. Richels and F.L. Toth, Laxenberg, Austria: International Institute for Applied Systems Analysis.
  16. Burkett, Paul. 1996. This Issue, Some ecological implications of Marx’s critique of political economy .
  17. Cardwell,  D.S.L.  1989 (1971). From Watt to Clausius. Ames, Iowa: Iowa State University Press.
  18. Commoner, Barry. 1976. The Poverty of Power.  New York: Alfred A. Knopf.
  19. _______________. 1990. Making Peace with the Planet..  N.Y.: Pantheon.
  20. Coveney, Peter and Roger Highfield. 1990. The Arrow of Time. New York: Fawcett Columbine.
  21. Daly, Herman E. 1991. Steady-State Economics.  2nd edition. Washington, DC: Island Press.
  22. _____________. 1992. Comment. Is the entropy law relevant to the economics of natural resource scarcity?- yes, of course it is! Journal of Environmental Economics and Management  23, 91-95
  23. _____________. 1995. Reply to Mark Sagoff’s Carrying capacity and ecological economics,  BioScience  45, 621-624.
  24. _____________. and John B. Cobb, Jr. 1989. For the Common Good. Boston: Beacon Press.
  25. _____________. and Alvaro F. Umana (editors). 1981. Energy, Economics, and the Environment.  AAAS Selected Symposium 64, Boulder, Colorado: Westview Press.
  26. Davies, P.C.W. 1977. The Physics of Time Asymmetry.  Berkeley, California: University of California Press.
  27. Doyal, Len and Ian Gough. 1991. A Theory of Human Need. N.Y.: Guilford Press.
  28. Dryzek, John S. 1994. Ecology and discursive democracy: beyond liberal capitalism and the administrative state, Ch. 9, pp. 176-197 in Is Capitalism Sustainable?, ed. M. O’Connor, New York: Guilford Press.
  29. Dyke, Charles. 1988. The Evolutionary Dynamics of Complex Systems.  New York: Oxford University Press.
  30. Engels, Frederick. 1987. Karl Marx, Frederick Engels, Collected Work. Vol. 25. New York: International Publishers.
  31. Faber, M. Niemes, H. and G. Stephan. 1987. Entropy, Environment and Resources.  Berlin: Springer-Verlag.
  32. Feshbach, Murray and Alfred Friendly, Jr. 1992. Ecocide in the USSR. New York: Basic Books.
  33. Ford, Kenneth W., Gene I. Rocklin and Robert H. Scolow (eds.). 1975. Efficient Use of Energy, Part I – A Physics Perspective. New York: American Institute of Physics.
  34. Frolov, Ivan T. 1984. Dictionary of Philosophy.  New York: International Publishers.
  35. _____________. (ed.) 1989. Marxist-Leninist understanding of the ecological problem. Pp. 8-17. in Ecological Knowledge in Perspective. Moscow: Nauka Publ.
  36. Georgescu-Roegen, Nicholas. 1971. The Entropy Law and the Economic Process. Cambridge: Harvard University Press.
  37. _____________. 1976. Energy and Economic Myths.  N.Y.: Pergamon Press.
  38. _____________. 1981.  in Energy, Economics, and the Environment. ed.Herman E. Daly and Alvaro F. Umana, AAAS Selected Symposium 64, Boulder, Colorado: Westview Press.
  39. _____________. 1989. Afterword, in Rifkin, Jeremy,  Entropy. Revised edition. New York: Bantam Books.
  40. Golob, Richard and Eric Brus. 1993. The Almanac of Renewable Energy. New York: Henry Holt.
  41. Gore, Al. 1992. Earth in the Balance. Boston: Houghton Mifflin.
  42. Gorz, Andre. 1989. Critique of Economic Reason. London: Verso.
  43. Graham, Loren R., 1987, Science, Philosophy and Human Behavior in the Soviet Union. New York: Columbia University Press.
  44. Haavelmo, Trygve and Stein Hansen. 1992. On the strategy of trying to reduce economic inequality by expanding the scale of human activity. Pp. 38-51, in Population, Technology and Lifestyle. ed. Robert Goodland, Herman E. Daly and Salah El Serafy, Washington, DC: Island Press.
  45. Haeckel, Ernst. 1900. The Riddle of the Universe. N.Y.: Harper & Row.
  46. Jacobs, Michael. 1991. The Green Economy.  London: Pluto Press.
  47. Kamshilov, Mikhail M. 1976. Evolution of the Biosphere. Moscow: Mir Publishers.
  48. Kellogg, William W. 1978. Global influences of mankind on the climate. Pp. 205-227, inClimatic Change, ed. John Gribbin, Cambridge: Cambridge University Press.
  49. Kropotkin, Peter. 1989 (1902). Mutual Aid.  Montreal: Black Rose Books.
  50. Kuwano, Yukinori. 1994. The PV era is coming- the way to GENESIS, Solar Energy Materials and Solar Cells  34, 27-39.
  51. Kuznetsov, Boris G. 1977. Philosophy of Optimism.  Moscow: Progress Publishers.
  52. Lehninger, Albert L. 1965.  Bioenergetics  New York: W.A. Benjamin.
  53. Levins, Richard and Richard Lewontin. 1985. The Dialectical Biologist. Cambridge: Harvard University Press.
  54. Lovejoy, Derek. 1996. Limits to Growth? this issue.
  55. Luke, Timothy W. 1994. Worldwatching at the limits of growth, Capitalism Nature Socialism  5:2, 43-63.
  56. Martinez-Alier, Juan. 1987. Ecological Economics.  Cambridge, Massachusetts: Basil Blackwell.
  57. Marx, Karl. 1973. Grundrisse.  N.Y: Vintage Books.
  58. Marx, Karl.  and Frederick Engels. 1947. The German Ideology. New York: International Publishers.
  59. Morowitz, Harold J. 1986. Mayonnaise and the Origin of Life. New York: Berkley.
  60. O’Connor, James, 1988. Capitalism, Nature, Socialism. A Theoretical Introduction,Capitalism Nature Socialism  1, 11-38.
  61. _____________. 1991. Murder on the Orient Express: political economy of the Gulf War,Capitalism Nature Socialism  2: 2, 1-17.
  62. O’Connor, Martin. 1991. Entropy, structure, and organisational change, Ecol. Econ. 3,95-122.
  63. Pimentel, David, Rodrigues, G., Wang, T., Abrams, R., Goldberg, K., Staecker, H., Ma, E., Brueckner, L., Trovato, L., Chow, C., Govindarajulu, U., and S. Boerke. 1994. Renewable Energy: Economic and Environmental Issues. BioScience  44, 8, 536-547.
  64. Prigogine, Ilya and Isabelle Stengers. 1984. Order out of Chaos. Toronto: Bantom Books.
  65. Proops, J.L.R. 1987. Entropy, information and confusion in the social sciences, Journal of Interdisciplinary Economics   1, 225-242.
  66. Rifkin, Jeremy. 1980. Entropy.  New York: Viking Press.
  67. _____________. 1989. Entropy. Revised edition. New York:  Bantam Books.
  68. Rothman, Tony. 1989. Science a la Mode. Princeton, New Jersey: Princeton University  Press.
  69. Sagoff, Mark. 1995. Carrying capacity and ecological economics,  BioScience  45, 610-620.
  70. Schwartzman, David W. 1995. Review of Vaclav Smil, Global EcologyQuarterly Review of Biology  70:2, 239-241.
  71. Schwartzman, David, Shore, Steven, Volk, Tyler, and Mark McMenamin. 1994. Self-organization of the Earth’s biosphere- geochemical or geophysiological?, Origins of Life  24, 435-450.
  72. Sen, Amartya. 1994. Population: Delusion and Reality, The New York Review of Books,  September 22, 62-71.
  73. Smil, Vaclav. 1992. General Energetics. New York: Wiley .
  74. Soleri, Paolo. 1969. Arcology: the City in the Image of Man. Cambridge, Massachusetts: MIT Press.
  75. Stone, Jack L. 1993. Photovoltaics: unlimited electrical energy from the sun, Physics Today  46:9, 22-29.
  76. Taylor, Theodore B., and Charles C. Humpstone. 1973. The Restoration of the Earth.. New York: Harper Row.
  77. The Scientist. 1994. September 19 news item, 9.
  78. Van Parijs, Philippe. 1991. Basic income: a green strategy for the new Europe. Pp.166-176, in Green Light on Europe. ed. Sara Parkin, London: Heretic Books.
  79. Vernadsky, W.I. 1945. The Biosphere and the noosphere, American Scientist  33, 1-12.
Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: