RSS Feed

Η ΕΝΙΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

Η ΕΝΙΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

του Αντώνη Δραγανίγου

εφημερίδα ΠΡΙΝ, 9/6/1996

Το πρόβλημα της «οικονομι­κής» πάλης και της «πολιτι­κής» πάλης του εργατικού κινήματος μόνο καινούριο δεν είναι. Αντίθετα έχει αποτελέσει αντικείμενο οξυτάτων αντιπαραθέ­σεων ανάμεσα στα διάφορα ρεύμα­τα του. Στην ουσία, αν εξαιρέσουμε τις περιόδους που οι γενικές πολιτι­κές εξελίξεις σφράγιζαν καταλυτικά (π.χ. περίοδοι πολέμων) δεν υπάρ­χει ούτε μία περίοδος του εργατικού κινήματος που να μην τέθηκε το πρόβλημα.

Στην παράδοση του κομμουνιστι­κού κινήματος είναι πανίσχυρη η διάκριση ανάμεσα στα «γενικά πολι­τικά ζητήματα» (που αναφέρονται ταυτόχρονα στο κόμμα), την ιδεολο­γία που αφορά το κομμουνιστικό μέλλον (και ήταν δουλειά της ηγετι­κής ομάδας και κυρίως των ειδικών) και στα «συγκεκριμένα οικονομικά αιτήματα» (που αφορούν την εργατι­κή τάξη και το κίνημα της). Και μόνο η διατύπωση της απλής αντίληψης ό­τι το ίδιο το κίνημα είναι υποκείμενο της οικονομικής πολιτικής και ιδεο­λογικής πάλης ταυτόχρονα γέννησε μια θύελλα συζητήσεων και αντιπα­ραθέσεων με κατηγορίες για «αναρχοσυνδικαλισμό», «οπορτουνισμό», «απογείωση από την πραγματικότη­τα» κ.λπ. Και όμως, η αντίληψη αυτή όχι μόνο είναι σωστή, αλλά πρέπει να βοηθήσει περισσότερο.

Η πρώτη παρατήρηση που μπο­ρεί κανείς να κάνει είναι ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν ζητήματα που να αφορούν ένα τόπο δουλειάς και μόνον αυτόν. Η λιτότη­τα, η εντατικοποίηση, τα ασφαλιστι­κά κ.λπ. αφορούν τους πάντες. Άρα ήδη μιλάμε για γενικά ζητήματα (πολιτικά προβλήματα στο οικονο­μικό πεδίο) που εκδηλώνονται με ειδικό τρόπο στους διάφορους χώ­ρους ανάλογα με την ιδιαίτερη οικο­νομική θέση των καπιταλιστών του κλάδου, την κατάσταση του κινήμα­τος κ.λπ.

Παρακάτω: «Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο επειδή είναι η συνόψιση πολλών προσδιορισμών, άρα η ενότητα του πολλαπλού», γράφει ο Μαρξ στα Grundrisse.

Πράγματι, συζητώντας για ένα τελείως συγκεκριμένο θέμα της ση­μερινής αντιπαράθεσης με το κεφά­λαιο, όπως π.χ. της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, μπορούμε να δού­με πώς συμπυκνώνονται σε αυτό τέ­τοιες θεμελιώδεις κατηγορίες του σύγχρονου καπιταλισμού όπως ο παροξυσμός του ανταγωνισμού (ε­θνικός και διεθνής) ανάμεσα στις ε­πιχειρήσεις, η καπιταλιστική αξιο­ποίηση του νέου εξοπλισμού.

Αυτή η θέση (το κάθε συγκεκρι­μένο δεν είναι παρά η ενότητα των γενικών κατηγοριών, στην προκει­μένη περίπτωση των γενικών κατη­γοριών του συστήματος) γίνεται κα­θημερινή συνείδηση όταν διαπιστώ­νουμε ότι δεν μπορούμε να συζητή­σουμε για το παραμικρότερο ζήτη­μα, για το πιο ταπεινό αίτημα, χωρίς να ξεφυτρώσουν μπροστά μας αυτά τα ενοχλητικά «γενικά ζητήματα» που μας ταλαιπωρούν και επιμένουν να εμφανίζονται εκεί που δεν τα σπέρνουν, μέσα στα «καθαρά μας αιτήματα».

Η οικονομία , η πολιτική και η ιδεολογία δεν είναι τρία άσχετα μεταξύ τους επίπεδα, αλλά τρεις στιγ­μές της πραγματικότητας, που βέ­βαια η καθεμιά έχει τη δική της ιδι­αίτερη υλικότητα, το δικό της ρόλο στην ταξική πάλη και ιδιαίτερους νόμους στην προσέγγιση της. θέλο­ντας να μιλήσουμε π.χ. για την ιδεο­λογία, θα λέγαμε ότι οι ιδέες υπάρ­χουν διαμέσου υλικών μορφών πρα­κτικής, προσδιορίζονται από μηχανι­σμούς που τις παράγουν και ταυτό­χρονα τις επιβάλλουν (κράτος, ΜΜΕ, Εκκλησία, άλλοι μηχανισμοί και δίκτυα εξουσίας του κράτους και του κεφαλαίου, όπως ο πολιτιστικός κ.λπ.). «Μια ιδεολογία υπάρχει πά­ντα υλοποιημένη σε ένα μηχανισμό και την πρακτική του ή σε διάφορες μορφές πρακτικής. Η ύπαρξη αυτή είναι υλική», σύμφωνα με τις εύστο­χες παρατηρήσεις του Αλτουσέρ. Μόνο μια σχηματική αντίληψη για το τι είναι «υλικό» στέκεται εμπόδιο στην αποδοχή της άποψης για την υ­λικότητα της ιδεολογίας.

Η αντιμετώπιση του κοινωνικού σχηματισμού σαν ενότητα των τριών αυτών επιπέδων φαίνεται καλύτερα αν μεταφέρουμε τη συζήτηση ακρι­βώς στο οικονομικό πεδίο. Εδώ μπορεί κανείς εύκολα να δείξει ότι τόσο οι παραγωγικές δυνάμεις όσο και οι παραγωγικές σχέσεις είναι κατεξοχήν «πολιτικές» και «ιδεολο­γικές», με την έννοια ότι εμπεριέ­χουν σαν συστατικά τους στοιχεία την «πολιτική» και την «ιδεολογία», ότι δεν μπορούν να συγκροτηθούν έξω από αυτές.

Πρώτα από όλα γιατί στο πολιτι­κό πεδίο (κυβέρνηση, κράτος, υπε­ρεθνικοί οργανισμοί, συλλογικά όρ­γανα του κεφαλαίου και του «επίσημου κινήματος) παίρνονται οι αποφάσεις για την οικονομία. Στη συνέχεια, γιατί οι κρατικοί θεσμοί δημιουργούν στην ουσία τους «φορείς των τάξεων» (σύμφωνα με τις παλιές και χρήσιμες αντιλήψεις ότι η εκπαί­δευση αφορά τόσο τις αναγκαίες τε­χνικές δεξιότητες όσο και τις ανα­γκαίες ιδεολογικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την ένταξη στο υπάρχοντα καταμερισμό εργασίας). Τέλος, γιατί η μετατροπή της επιστή­μης σε άμεση παραγωγική δύναμη, το πλούτισμα της μισθωτής εργασίας με όλο και νέα στρώματα με ανώτε­ρη μόρφωση, το γεγονός ότι η ίδια η εργασία απαιτεί πολλές φορές το «ενδιαφέρον και τη φαντασία», δη­λαδή όλες τις νοητικές ικανότητες του εργαζόμενου, μετατρέπουν την ιδεολογία και τις αξίες σε υλικό όρο  για τη λειτουργία των σύγχρο­νων εργασιακών μοντέλων.

Γενικά όλη η σημερινή οργάνω­ση της εργασίας (επιστημονικά με­λετημένη στα δεκάδες πανεπιστήμια και ινστιτούτα του καπιταλισμού, δηλαδή στους κατεξοχήν χώρους παραγωγής ιδεολογίας) αναδίνει α­πό όλους της τους πόρους την αστι­κή ιδεολογία, μια πανίσχυρη ιδεο­λογία της πράξης. Άρα το ενιαίο της πάλης, η ανάγκη το εργατικό κίνημα να αντιλαμβάνεται σαν στιγμές της εργατικής πολιτικής την οικονομική, την πολιτική και την ιδεολογική πά­λη, δεν είναι υποκειμενική βούληση κάποιων, αλλά πηγάζει από το γε­γονός ότι η οικονομία, η πολιτική και η ιδεολογία είναι συστατικά, υ­λικά στοιχεία της πραγματικότητας που θέλουμε να αλλάξουμε. Δεν α­φορούν μόνο την αναπαράσταση της, αλλά την συναποτελούν. Η πά­λη, που δεν είναι κάθε στιγμή ενι­αία, δεν είναι μια «μη ολοκληρωμέ­νη εργατική πάλη», αλλά αστική πολιτική μια που δεν έρχεται σε ρήξη με την καπιταλιστική πραγματικότητα.

Από τη σκοπιά του υποκειμένου τώρα πρέπει να κατανοήσουμε τε­λείως διαφορετικά τις έννοιες της «εμπειρίας» και της «πρακτικής». Σε πλήρη διάκριση με τις χυδαίες α­ντιλήψεις του κομμουνιστικού κινή­ματος που έδινε στην «εμπειρία» και την «πρακτική» μια φυσική ση­μασία, ο κάθε εργαζόμενος έχει ταυτόχρονα μια «οικονομική», μια «πολιτική» και μια «ιδεολογική» ε­μπειρία και πρακτική- κοντολογής έχει την «εμπειρία» της μίας και α­διαίρετης καπιταλιστικής πραγματι­κότητας και την πρακτική στάση που του επιβάλλει η «μία και αδιαί­ρετη» συνείδηση του. Ας σκεφθούμε για παράδειγμα έναν εργαζόμενο σαν τον καθηγητή. Ο καθηγητής, που βαθμολογεί, μεταδίδει μια ορι­σμένου τύπου γνώση και καλλιεργεί μια ορισμένου τύπου πειθαρχία, εί­ναι ένα κλασικό παράδειγμα εργα­ζόμενου με μια κατά βάση ιδεολογι­κή δραστηριότητα, δηλαδή με μια έ­ντονη ιδεολογική πρακτική. Πώς εί­ναι δυνατό να χωριστεί η «οικονομι­κή» από την «ιδεολογική» πάλη λοι­πόν; (Βέβαια το κομμουνιστικό κί­νημα βρήκε τον τρόπο. Ονόμασε ι­δεολογικό οποιοδήποτε ζήτημα α­φορά την ουσία των παραγωγικών σχέσεων, όσο φλέγον και αν ήταν, κράτησε μόνο τη μισθολογική διεκ­δίκηση σαν περιεχόμενο του κινή­ματος και… «καθάρισε»).

Και όχι μόνο αυτό. Ο εργαζόμε­νος έχει την εμπειρία όλης της κοι­νωνικής πραγματικότητας, του συ­νόλου των κοινωνικών σχέσεων.

«Οι εργάτες …πρέπει να μάθουν σε συγκεκριμένα και κατά πρώτο λόγο σε φλέγοντα πολιτικά γεγονό­τα και περιστατικά να παρατηρούν την κάθε άλλη κοινωνική τάξη σε ό­λες τις εκδηλώσεις της πνευματικής, ηθικής και πνευματικής ζωής της. Να μάθουν να εφαρμόζουν στην πράξη την υλιστική ανάλυση και την υλιστική εκτίμηση όλων των πλευ­ρών της ζωής και δράσης όλων των τάξεων, στρωμάτων και ομάδων του πληθυσμού». Αυτό το καθήκον έβα­ζε ο Λένιν για το εργατικό κίνημα της Ρωσίας εν έτει 1902!!! Αυτό κα­τανοούσε ως «ταξική συνείδηση» σε μια περίοδο που ο αντίπαλος βασι­ζόταν στην πρωτόγονη βία και τον εκκλησιαστικό σκοταδισμό (ας το α­ντιπαραβάλουμε με τις σημερινές συνθήκες της ιδεολογικής-πολιτικής αντιπαράθεσης). Λογική κατάληξη των απόψεων του αυτών ήταν η α­ντίθεση με την εξαιρετικά διαδεδο­μένη άποψη ότι ο οικονομικός αγώ­νας (ο αγώνας που απευθύνεται στο «συγκεκριμένο εργοδότη») είναι ο μόνος ή ο κύριος δρόμος για το τράβηγμα του κόσμου στο πολιτικό κίνημα. «Την ταξική συνείδηση μπορούμε να φέρουμε στον εργάτη μόνο από έξω, δηλαδή έξω από την οι­κονομική πάλη, έξω από τη σφαίρα των σχέσεων ανάμεσα στους εργά­τες και τους εργοδότες… Ο μοναδι­κός τομέας από όπου μπορούμε να αντλήσουμε αυτή τη γνώση είναι ο τομέας των σχέσεων όλων των τάξε­ων και των στρωμάτων προς το κρά­τος και την κυβέρνηση, ο τομέας ό­λων των τάξεων και των στρωμάτων προς το κράτος και την κυβέρνηση, ο τομέας των αμοιβαίων σχέσεων α­νάμεσα σε όλες τις τάξεις».

Συμπέρασμα: Το «συγκεκριμέ­νο» δεν υπάρχει έξω από το «γενικό. Στο κάθε συγκεκριμένο συμπυκνώ­νονται πάντα οι γενικές κατηγορίες και χαρακτηριστικά του συστήματος. Επιπλέον, η πολιτική και η ιδεολο­γία δεν είναι μόνο κατηγορίες της συνείδησης, αλλά είναι συστατικά στοιχεία της κοινωνικής συγκρότη­σης με τη δική τους ιδιαίτερη υλικότητα. Ειδικά οι σύγχρονες παραγωγικές σχέσεις είναι κατεξοχήν πολι­τικές και ιδεολογικές και ως εκ τού­του η εμπειρία κάθε εργαζόμενου στην παραγωγή είναι ταυτόχρονα οικονομική, πολιτική και ιδεολογι­κή. Έτσι, από τη σκοπιά της συνεί­δησης τώρα, δεν υπάρχουν κάποια «συγκεκριμένα οικονομικά ζητήμα­τα» που αφορούν το «κοινωνικό πε­δίο» κάποια «γενικά ζητήματα» που αφορούν το λεγόμενο «πολιτικό πε­δίο», και κάποια «βαθιά ιδεολογικά ζητήματα» που αφορούν το «ιδεολο­γικό πεδίο» σαν ξεχωριστές, ανε­ξάρτητες και αλληλοαποκλειόμενες οντότητες. Υπάρχουν σαν επίπεδα μόνο στην ενότητα τους, σχετίζονται μεταξύ τους εσωτερικά και στο σύ­νολο τους συγκροτούν την εργατική πολιτική, δηλαδή την αντιπαράθεση με την υπάρχουσα πραγματικότητα. Η διάκριση τους είναι μεθοδολογι­κή, άρα νοητική. Η διάκριση και α­ντιπαράθεση τους είναι επομένως ι­δεαλιστική, δεν μπορεί να έχει ανα­φορά στον υλισμό.

Η λογική αυτή δεν αντιμετωπίζει τη σχέση «μερικών οικονομικών αι­τημάτων» – «γενικής πολιτικής πά­λης» με μια ποσοτική μετατόπιση προς τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα, με μια υποβάθμιση της καθημερινό­τητας. Η καινοτομία σε σχέση με τον παραδοσιακό κομμουνισμό εί­ναι ότι καταργεί την αντίθεση, ως α­ντίθεση δύο επιπέδων που υπάρ­χουν «καθαυτά» και συνδέονται ιε­ραρχικά και εξωτερικά, ότι τα δια­κρίνει μόνο ως στιγμές μιας και αδι­αίρετης εργατικής πολιτικής, ότι α­ναζητά τις εσωτερικές και ποιοτικές σχέσεις που τα συνδέουν. Η καινο­τομία είναι ότι αναβαθμίζει το «συ­γκεκριμένο» καθώς φέρνει στην ε­πιφάνεια όλο τον πλούτο και τη ση­μασία του, καθιστώντας το έτσι κρι­τήριο του γενικού, ενώ στο παρελ­θόν θα μπορούσε να προβάλλεται ο­ποιοδήποτε «συγκεκριμένο αίτη­μα», να λύνονται με τον οποιαδήπο­τε τρόπο τα «συγκεκριμένα προβλή­ματα τακτικής» καθώς θεωρούνταν δευτερεύοντα, σε σχέση με την, πά­ντα σωστή «γενική πολιτική του κόμματος». Η καινοτομία είναι ακό­μα ότι αναβαθμίζει το «πολιτικό» καθώς το κοινωνικοποιεί με διπλό τρόπο: το προσγειώνει στο κύριο πεδίο της αντιπαράθεσης, την παραγωγή και το «αναφέρει» στο ίδιο το εργατικό κίνημα.

 

 

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: