RSS Feed

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΩΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΑΣΕΩΝ

του Γιάννη Μηλιού

 19/05/1996, εφημερίδα ΠΡΙΝ

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΩΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΑΣΕΩΝ

Γ. Μηλιός

Η κατάρρευση του «υπαρ­κτού σοσιαλισμού» στην α­νατολική Ευρώπη και την πρώην ΕΣΣΔ αποτέλεσε α­φορμή για να διατυπωθεί μια γενική επίθεση εναντίον της μαρξιστικής θεωρίας στο δυτικό κόσμο.

Είναι, βέβαια, προφανές ότι η κατάρρευση του ευρωπαϊκού «υ­παρκτού σοσιαλισμού» αναγκαστι­κά συμπαρασύρει ορισμένες από­ψεις του «σοβιετικού μαρξισμού», σύμφωνα με τις οποίες η ιστορική ε­ξέλιξη καθορίζεται κατά κύριο λόγο από τον ανταγωνισμό των «δύο κοι­νωνικών συστημάτων» και ότι η κρί­ση του καπιταλισμού είναι το ανα­πότρεπτο αποτέλεσμα της άνθισης του «σοσιαλισμού». Όλοι όμως έ­χουν πλέον υποχρεωθεί να κατα­νοήσουν ότι ο μαρξισμός δεν ταυτί­ζεται με το θεωρητικό σύστημα που ονομάστηκε «σοβιετικός μαρξι­σμός».

Τα ερωτήματα μπορούν επομέ­νως να τεθούν και πάλι σήμερα στη σωστή τους βάση: Σε ποιο βαθμό μπορεί η μαρξιστική θεωρία να απο­τελέσει το «εργαλείο» κατανόησης (επιστημονικής ανάλυσης) της σύγ­χρονης καπιταλιστικής πραγματικό­τητας; Και κάτω από ποιους όρους μπορεί ο μαρξισμός να αποτελέσει «όπλο» κριτικής και αμφισβήτησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσε­ων εξουσίας (δηλαδή ιδεολογία των λαϊκών τάξεων για το μετασχηματι­σμό της κοινωνίας και την κατάργη­ση της εκμετάλλευσης);

Το βιβλίο Ο Μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων (σσ. Γιάννη Μηλιού Εναλλακτική Εκδόσεις), δεν στοχεύει να δώσει «τελικές» απα­ντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα. Φιλοδοξεί απλώς να συμβάλει στην κατανόηση τους και στη διαμόρφω­ση των (συλλογικών) όρων και προ­ϋποθέσεων για την απάντηση τους.

Σταθερά της θεωρητικής μου προσέγγισης είναι η θέση που με ι­διαίτερα γλαφυρό τρόπο διατύπωσε o de Ste. Croix: «Μου φαίνεται ελά­χιστα πιθανό για οποιονδήποτε, να προσεγγίσει σήμερα ζητήματα τάξε­ων, και κυρίως ταξικής πάλης (…) με τον τρόπο που ορισμένοι άνθρωποι θα ονόμαζαν «αμερόληπτο» ή «α­προκατάληπτο». Δεν διεκδικώ την «αμεροληψία» ή την «έλλειψη προ­κατάληψης», πόσο μάλλον τη «Wertfreiheit», την έλλειψη αξιολο­γικής κρίσης». Ό,τι ισχύει για την ι­στορία και τη θεωρία των τάξεων ι­σχύει εξίσου για το μαρξισμό και την ιστορία του. Με αυτή την αφετη­ρία πρέπει να κατανοηθεί και ο τίτ­λος του βιβλίου. Όταν γίνεται λόγος για τη μαρξιστική θεωρία ως σύ­γκρουση τάσεων δεν υπαινισσόμα­στε την «ανακολουθία» της, την έλ­λειψη συνοχής και, τελικά, την απο­τυχία της. Επισημαίνουμε ένα δεδο­μένο (τη σύγκρουση στην πολιτική και θεωρητική πρακτική του μαρξι­σμού, τη διαρκή κίνηση της αντίφα­σης), το οποίο δημιουργεί τη γονιμό­τητα, τη ζωτικότητα και, εντέλει, την επιστημονική αξιοπιστία του.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν διερευνώνται οι θέσεις και οι υποθέσεις εργασίας, που έχουν ήδη διατυπωθεί, στα κεφάλαια 1 και 2, σε αναφορά με την κριτική ανάλυση του έργου τεσσάρων ελλήνων μαρξιστών.

Πιο συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο 3 προσεγγίζεται κριτικά το έργο του Γιάννη Κορδάτου, με στόχο να ανι­χνευθεί η αντιφατική διαδικασία παγίωσης του «κυρίαρχου» (σοβιετι­κού) μαρξισμού στη χώρα μας.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του σοβιετικού μαρξισμού αποτελούν τρία ιδεολογικά στοιχεία, που διαπλεκόμενα διαμορφώνουν μια ιδιό­μορφη παρέκκλιση από τη μαρξική θεωρία: Οικονομισμός – καταστροφισμός – εργαλειακή αντίληψη για το κράτος και το κεφάλαιο. Φορέας και των τριών αυτών ιδεολογικών στοιχείων υπήρξε ο Γ. Κορδάτος, α­πό την πρώτη φάση ήδη της συγγρα­φικής του δραστηριότητας, δηλαδή προτού αυτά μορφοποιηθούν τελει­ωτικά και κυριαρχήσουν μέσα στον επίσημο μαρξισμό.

Η κυριαρχία του «σοβιετικού μαρξισμού» στο εσωτερικό της ελ­ληνικής Αριστεράς συνδέεται, εκ­φράζεται και αλληλοκαλύπτεται με μιαν αντίληψη για την ιστορία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και συνακόλουθα για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού. Βασι­κό πόρισμα αυτής της αντίληψης ή­ταν ότι η κοινωνική εξουσία στην Ελλάδα ήταν «αστικοτσιφλικάδικη» (αστική με «σημαντικά φεουδαρχι­κά υπολείμματα») και «εξαρτημέ­νη». Συναγόταν έτσι ότι «η επικείμε­νη επανάσταση των εργατών και α­γροτών στην Ελλάδα θα έχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τά­σεις (!!!, Γ.Μ.) γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση». (Ιανουάριος 1934, Απόφαση της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, το ΚΚΕ- επίσημα κείμενα, τ.Δ΄, σελ.23, ΠΛΕ 1968).

Η περιήγηση μας στις αναλύσεις του Γ. Κορδάτου σχετικά με το χα­ρακτήρα και την ιστορική εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας επικε­ντρώθηκε στην τομή που λαμβάνει χώρα στις θεωρητικές του θέσεις, κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920.

Σε ό,τι αφορά λοιπόν την ανάλυ­ση της νεοελληνικής κοινωνίας, ο Γ. Κορδάτος λειτούργησε ως εκφρα­στής (και κατά την περίοδο 1927-34 ως «πρόδρομος») του επίσημου μαρξισμού της εποχής του.

Μέχρι το 1926, οι επίσημες μαρ­ξιστικές αναλύσεις (από τον Γ. Σκληρό μέχρι τα «επίσημα κείμενα» του ΚΚΕ), τις οποίες στήριζε ο Κορ­δάτος με το έργο του, κατέτειναν σε συμπεράσματα που βρίσκονται στον αντίποδα των μετέπειτα αναλύσεων περί «καθυστερημένου», «στρε­βλού», «εξαρτημένου» ή ακόμα και «ανύπαρκτου» ελληνικού καπιταλι­σμού, περί «αστικοτσιφλικάδικης» Ελλάδας κ.ο.κ. Η θεωρητική μαρξι­στική ανάλυση εκείνης της περιόδου υποστήριζε (κατά τη γνώμη μου σω­στά, παρά τα όποια επιμέρους προ­βληματικά στοιχεία, τόσο της θεω­ρίας όσο και της ανάλυσης) ότι η Ελλάδα αποτελεί μια καπιταλιστική χώρα, με ψηλούς ρυθμούς ανάπτυ­ξης (κατά την εξεταζόμενη περίο­δο), μια χώρα, επομένως, στην ο­ποία υπήρχαν οι καταρχήν όροι της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ως κυ­ρίαρχη τάξη ανιχνευόταν από την α­νάλυση αυτή αποκλειστικά η κεφαλαιοκρατική (με τις επιμέρους μερίδες της) και ως κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αλλαγής η εργατική τάξη (σε συμμαχία με τις άλλες λαϊκές τάξεις).

Από την προσέγγιση αυτή διαφο­ροποιείται το 1927 ο Κορδάτος, ε­ναρμονίζοντας τις αναλύσεις του με τις εκτιμήσεις που διατυπώνουν κα­τά την περίοδο αυτή οι αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πριν ακόμα οι εκτιμήσεις αυτές υιοθετη­θούν από την ηγεσία του ΚΚΕ. Έκτοτε, με σταθερότητα και συνέ­πεια, εφάρμοσε, μέχρι το τέλος της ζωής του, τα θεωρητικά σχήματα του σοβιετικού μαρξισμού στην περι­γραφή της νεοελληνικής κοινωνίας και ιστορίας.

Στο κεφάλαιο 4 αναλύεται η θεω­ρητική παρουσία του Σεραφείμ Μάξιμου, σε μια προσπάθεια να κατανοηθεί μια διαφορετική εκδοχή του μαρξισμού που συνυπήρξε με το «σοβιετικό μαρξισμό», τόσο πριν όσο και μετά την επικράτηση του τε­λευταίου.

Η περίπτωση του Μάξιμου είναι ξεχωριστή, καταρχήν, γιατί εντάσ­σεται στις σχετικά λίγες περιπτώ­σεις μαρξιστών που διακρίνονται για την αυστηρή τους θεωρητική συ­γκρότηση.

Από την πρώτη περίοδο της συγ­γραφικής του παρουσίας ο Μάξιμος προσανατολίζεται προς τη μελέτη του χαρακτήρα και της ιστορικής ε­ξέλιξης του ελληνικού καπιταλιστι­κού κοινωνικού σχηματισμού. Σ’ αυ­τό το αντικείμενο εντάσσεται το βα­σικό του έργο αυτής της περιόδου, το «Κοινοβούλιο και δικτατορία». Αυ­τό είναι επίσης το αντικείμενο και των άρθρων του στα πρώτα τεύχη του «Σπάρτακου», που αρχίζει να εκ­δίδεται από τον Ιανουάριο του 1928 ως όργανο της «Ενωμένης Αντιπολί­τευσης» του ΚΚΕ.

Ήδη, λοιπόν, στο πρώτο τεύχος του «Σπάρτακου», ο Μάξιμος δημοσι­εύει ένα άρθρο με τον τίτλο «Μερικά προβλήματα από την εξέλιξη του κα­πιταλισμού στην Ελλάδα», άρθρο που συνεχίζεται και τελειώνει στο δεύτε­ρο τεύχος του περιοδικού (Φεβρου­άριος του 1928). Το άρθρο είναι ιδι­αίτερα συνοπτικό, καλύπτει συνολι­κά μόλις 4 σελίδες του περιοδικού. Εντούτοις, περιέχει ορισμένες θεω­ρητικές θέσεις αποκαλυπτικές για τον ιδεολογικό και θεωρητικό προ­σανατολισμό του συγγραφέα του, οι οποίες επαληθεύθηκαν απόλυτα α­πό την εξέλιξη του ελληνικού καπι­ταλισμού καθ’ όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ότι υπήρξε ιδιαίτε­ρα σημαντικός ο ρόλος της υποτίμη­σης του νομίσματος για την ανάπτυ­ξη της ελληνικής βιομηχανίας και, κυρίως, ότι υπήρξαν καταλυτικά τα αποτελέσματα που προέκυψαν για τον ελληνικό καπιταλισμό από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η συμβολή του Μάξιμου στην επιστημονική (μαρξιστική) ανάλυση του ελληνικού καπιταλιστικού κοι­νωνικού σχηματισμού και συνακό­λουθα η κριτική του προς τον κυ­ρίαρχο μαρξισμό παίρνει, λοιπόν, την πιο ολοκληρωμένη μορφή της το 1930, με την έκδοση του σημαντικό­τερου ίσως έργου του, του «Κοινοβούλιο ή δικτατορία». Τη συγκυρία της πολιτικής κρίσης ο Μάξιμος θα την προσεγγίσει σε πλήρη ρήξη με τα βασικά δόγματα του κυρίαρχου μαρξισμού της εποχής του: Τη «θεω­ρία» του σοσιαλφασισμού, που ταύ­τιζε το φασισμό με το σύγχρονο κα­πιταλισμό (το «μονοπωλιακό καπι­ταλισμό που σαπίζει») και θεωρού­σε έτσι φασιστικές όλες τις «καθε­στωτικές» πολιτικές και κοινωνικές οργανώσεις. Την αντίληψη, ακόμα, ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα στις α­στικές πολιτικές δυνάμεις και, πάνω απ’ όλα, ο «εθνικός διχασμός» δεν ήταν παρά η «αντανάκλαση» ή η «εσωτερίκευση» στη χώρα μας του διε­θνούς ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων (ο Βενιζέλος εκφραστής των αγγλικών, ο βασιλιάς των γερ­μανικών συμφερόντων).

Έτσι η ανάλυση του Μάξιμου παραμένει μέχρι και σήμερα μια α­πό τις ελάχιστες προσεγγίσεις της ελληνικής πολιτικής ιστορίας που α­ντιλαμβάνονται και αναλύουν την ι­στορία αυτή ως ιστορία της πάλης των τάξεων. Το «Κοινοβούλιο ή δικτα­τορία» αποτελεί, με άλλα λόγια, μια από τις λίγες αναλύσεις της ελληνι­κής ιστορίας, με την αυστηρή έννοια του όρου.

Τέλος, στο κεφάλαιο 6 αναλύεται κριτικά το έργο του Νίκου Πουλαντζά, σε μια προσπάθεια να αποτι­μηθούν θεωρητικά ορισμένες σημα­ντικές προσπάθειες για την ανανέω­ση του μαρξισμού και της Αριστε­ράς, αλλά και να εντοπιστούν τα ό­ρια και οι αντιφάσεις τους.

Το έργο του Πουλαντζά αποτελεί μια από τις πλέον τεκμηριωμένες μαρξιστικές αναλύσεις της πολιτικής βαθμίδας των σύγχρονων καπιταλι­στικών κοινωνιών της Δύσης και ταυτόχρονα μια από τις πλέον τεκ­μηριωμένες μαρξιστικές κριτικές του κυρίαρχου στην κομμουνιστική Αριστερά «σοβιετικού μαρξισμού». Ταυτόχρονα, όμως το έργο αυτό, μέσα από τη θεωρητική ασυνέχεια που μπορούμε να εντοπίσουμε στο εσωτερικό του, μας δείχνει ότι η κρι­τική της κυρίαρχης ιδεολογίας ή των «αντίπαλων» μαρξιστικών θεωρητι­κών προσεγγίσεων προσλαμβάνει πάντα το χαρακτήρα μιας (θεωρητι­κής και ιδεολογικής) πάλης και σύ­γκρουσης. Και η έκβαση των συ­γκρούσεων (ακόμα κι αυτών που α­ποτυπώνονται στο χαρτί) δεν είναι ποτέ δεδομένη από τα πριν ούτε μπορεί να κριθεί με βάση τη «βού­ληση» και μόνο αυτού που γράφει.

Στη βάση των αναλύσεων που προηγήθηκαν, επιχειρείται, τέλος, στον Επίλογο του βιβλίου η επιγραμ­ματική διατύπωση ορισμένων θέσε­ων αναφορικά με τη σημερινή κρίση αλλά και τις προοπτικές επαναστα­τικού επαναπροσδιορισμού του μαρ­ξισμού στη χώρα μας.

Το κείμενο αυτό αποτελεί αποσπάσματα από την εισήγηση που έκανε ο Γ. Μηλιός σε συζήτηση που διοργάνωσε η Πρωτοβουλία για τη σύσταση Μαρξιστικού Ομίλου…

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: