RSS Feed

ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

του Κονστάντσο Πρέβε

 απόδοση στα Ελληνικά: Χρήστος Νάσιος

08/05/1994, εφημερίδα ΠΡΙΝ

ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

 Ο αμερικανός ιστορικός της επιστήμης Τόμας Κουν σ’ ένα πολύ γνω­ στό έργο του, πρότεινε να ερμηνεύουμε την ανάπτυξη των  επιστημονικών γνώσεων στη βάση μιας σειράς διαδοχικών και  ασυνεχών «επιστημονικών επα­ναστάσεων», οι οποίες στηρίζο­νται  στη σχεδόν ολοκληρωτική α­ντικατάσταση των κάθε φορά  «παραδειγμάτων», μ άλλα λόγια των ενιαίων, σφαιρικών και συνε­ πών μοντέλων ερμηνείας του κό­σμου. Παραδείγματα, που υιοθε­ τούνται, όχι χωρίς αντιλογίες, α­πό τις επιστημονικές κοινότητες στο  βαθμό που μπορούν να δώ­σουν πειστικές απαντήσεις σε κείνα τα  προβλήματα που έμεναν άλυτα από τα παλιά ερμηνευτικά μοντέλα.    Η  θεωρία του Κουν, που σήμερα είναι αποδεκτή από επιστημολόγους διαφόρων προσα­νατολισμών, αντικατέστησε την παλιά συντηρητική θεωρία που ερμήνευε την επιστημονική ανά­πτυξη στην απατηλή βάση ενός εί­δους προοδευτικής συσσώρευσης (γνώσεων σ.τ.μ.), μιας ομογενούς μεγιστοποίησης, χωρίς ρήξεις και επαναστάσεις.

Αυτή η προσέγγιση του Κουν μπορεί κατά τη γνώμη μου να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο γόνι­μο και (κυρίως) για να ερμηνευ­τούν οι περιπέτειες της μαρξιστι­κής φιλοσοφίας. Βεβαίως, η φιλο­σοφία είναι μια δραστηριότητα διαφορετική από την επιστημονι­κή, γιατί εδώ δεν έχουμε να κά­νουμε με το επιστημονικό πείρα­μα και τα μαθηματικά, κι επομέ­νως δεν υπάρχει η δυνατότητα να εφαρμόσουμε πραγματικά την επιστημολογική μεθοδολογία της επαλήθευσης και της διαψευσιμότητας. Ταυτοχρόνως, όμως, και στο χώρο της φιλοσοφίας βρισκό­μαστε εμπρός σε φαινόμενα πραγματικής ασυνέχειας, όσον α­φορά τη διαμόρφωση, την υιοθέ­τηση και την αποδοχή συνεπών και ιεραρχικά δομημένων εννοιο­λογικών συστημάτων. Ο γάλλος μαρξιστής Σαρλ Μπετελέμ πρό­τεινε να χρησιμοποιούμε τον όρο «ιδεολογικοί σχηματισμοί» για να ερμηνεύουμε τη διαδοχή των οικονομικό – φιλοσοφικών μοντέ­λων ή παραδειγμάτων, τα οποία οργανώνουν εννοιολογικά τον τρόπο με τον οποίο οι διαδοχικές γενιές των μαρξιστών αντιλαμβά­νονται τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και την κομμουνιστι­κή αντίθεση σ’ αυτόν.

Σε αυστηρά επιστημολογικούς όρους, παραδέχομαι πέρα ως πέ­ρα πως οι δυο έννοιες, αυτή του «επιστημονικού παραδείγματος» (Κουν) κι αυτή του «ιδεολογικού σχηματισμού» (Μπετελέμ), δεν είναι εξ ολοκλήρου επικαλυπτό­μενες. Ταυτοχρόνως, θεωρώ χρή­σιμο να προτείνω μια ανάγνωση της φιλοσοφικής ιστορίας του μαρξισμού του ’90, η οποία να ε­μπνέεται από την ασυνεχή διαδο­χή μοντέλων κι όχι από την εφησυχαστική συνέχεια ενός ανύπαρ­κτου «ορθόδοξου» μαρξισμού, ο οποίος βρίσκεται σε μεταφυσικό, αιώνιο και ιδανικό αγώνα ενάντια σε κάποιο διαβολικό «ρεβιζιονισμό».

Αν επιχειρούσαμε μια αναλυτι­κή αναδρομή στη φιλοσοφική ι­στορία του μαρξισμού, οι «ιδεο­λογικοί σχηματισμοί» που θα συ­ναντούσαμε υπερβαίνουν πιθα­νώς τους είκοσι. Σ’ αυτό το χώρο, για λόγους συντομίας, θα περιορι­στούμε σε τρεις μόνο από αυτούς. Δεν επιθυμούμε να καλύψουμε ο­λοκληρωτικά το ζήτημα, πράγμα αδύνατο άλλωστε, αλλά απλώς να προτείνουμε μια εναλλακτική ιστοριογραφική μέθοδο στη θέση της στείρας και παραποιητικής ε­ναλλαγής ανάμεσα σε ορθοδοξία και ρεβιζιονισμό’ μια εναλλαγή μη-υλιστική, αλλά θεολογική, οικοδομημένη πάνω στη θρησκευ­τική διχοτομία ανάμεσα σε κά­ποιο αυθεντικό (θεϊκό σ.τ.μ.) λό­γο, άσπιλο και αμόλυντο που πρέ­πει να διατηρηθεί ως έχει στον αι­ώνα, και στην αιρετική κι αμαρτωλή παρέκκλιση που οφεί­λεται στην άγνοια και τη διαβολι­κή αλαζονεία.

Ταξική πάλη και παραγωγικές δυνάμεις

Ο κυρίαρχος μαρξιστικός ιδε­ολογικός σχηματισμός στα σαρά­ντα χρόνια που μεσολαβούν από το 1920 ως το 1960 (τα χρόνια της Β’ και της Γ Διεθνούς, του σταλι­νισμού, του Β’ Παγκοσμίου Πολέ­μου, του ισπανικού και ελληνικού εμφύλιου πολέμου, της οικοδόμη­σης του «σοσιαλιστικού στρατο­πέδου» στην Ευρώπη, των μεγά­λων εθνικών αντιιμπεριαλιστικών επαναστάσεων στην Κίνα και το Βιετνάμ κ.λ.π.) συγκροτείται πά­νω σε δύο έννοιες-φορείς: την τα­ξική πάλη και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Πιο συ­γκεκριμένα, επρόκειτο για την ταξική πάλη ανάμεσα σε προλε­ταριάτο και αστούς, μια πάλη ορ­γανωμένη και διευθυνόμενη από τα κομμουνιστικά κόμματα, μια πάλη στην οποία το προλεταριά­το και το κόμμα του αντιπροσω­πεύουν τα συμφέροντα ολόκλη­ρης της ανθρωπότητας, εξαιτίας του γεγονότος ότι η αστική τάξη θεωρείται ένοχη όχι μόνο για μια σειρά ηθικο-πολιτικές αδικίες, αλλά επίσης και δομικά ανίκανη ν’ αναπτύξει τις παραγωγικές δυ­νάμεις.

Η ταξική πάλη λοιπόν, αυτό το θεμελιώδες αξίωμα του κυρίαρ­χου μαρξιστικού ιδεολογικού σχηματισμού από το 1920 ως το 1960, εκπλήρωνε ένα διπλό καθή­κον: από τη μια προετοίμαζε την έλευση ενός νέου κόσμου, ενός κόσμου δίκαιου, αλληλέγγυου, χωρίς ανισότητες και ταξικές διαιρέσεις, απελευθερωμένου από την πείνα και τον πόλεμο από την άλλη, διευκόλυνε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που ο καπιταλισμός συγκρατούσε αυ­θαίρετα δέσμιες, εξαιτίας της δο­μικής τάσης του προς την κρίση και την υποκατανάλωση, μια τά­ση που ο Φορντ και ο Κέινς (ή κα­λύτερα ο φορντισμός και ο κεϊνσιανισμός) μπόρεσαν να επουλώ­σουν πρόσκαιρα, αλλά όχι και να θεραπεύσουν οριστικά. Κατ’ αυ­τόν τον τρόπο, για πρώτη φορά στην ιστορία της δυτικής φιλοσο­φίας, είχαμε την ολοκληρωτική συγχώνευση ηθικής και οικονο­μίας, μια «σύμμειξη οριζόντων» που ποτέ δεν έφτασαν ο Πλάτω­νας, και ο Αριστοτέλης, αλλά ούτε ο Διαφωτισμός ή ο Χέγγελ. Μια «σύμμειξη οριζόντων» όμως, που αποδείχτηκε απατηλή, κυρίως από τη δεκαετία του ’60 και μετά.

Μαρξισμός και αλλοτρίωση

Τα δώδεκα χρόνια που χωρί­ζουν το 1956 από το 1968 θα σημά­νουν πράγματι την οριστική δύση του μαρξιστικού ιδεολογικού σχηματισμού που στηριζόταν στην εννοιολογική πρωτοκαθε­δρία του διώνυμου: ταξική πάλη – ανάπτυξη των παραγωγικών δυ­νάμεων. Από τη, μια, η καπιταλι­στική οικονομία αποδεικνυόταν ικανή να διατηρεί μια παρατετα­μένη οικονομική άνθιση (boom) από την άλλη, η πτώση του σταλι­νισμού στην ΕΣΣΔ, την οποία ό­μως δεν ακολούθησε η εκδήλωση κάποιας ικανότητας ανανέωσης και ριζικής ρήξης με τον ίδιο το σταλινισμό, αλλά αντίθετα συνε­χίστηκε υπό «ομαδική» μορφή, ο­δηγούσε στην εξάλειψη της αυτα­πάτης της απόλυτης «ηθικής» υ­περοχής του σοσιαλισμού σε σχέ­ση με τον καπιταλισμό. Με δυο λόγια, η μεταφυσική προϋπόθεση της ενότητας ηθικής και οικονο­μίας αποδείχτηκε αστήρικτη. Ταυτοχρόνως, η πολιτική και πνευματική κοινότητα των μαρξι­στών ήταν την περίοδο αυτή πολύ μεγάλη και έτσι μπόρεσε ν’ αντι­δράσει διαμέσου μιας διαρθρωμέ­νης προσπάθειας αλλαγής παραδείγματος, δηλαδή αλλαγής ιδεο­λογικού σχηματισμού,

Η κεντρική έννοια του νέου θε­ωρητικού παραδείγματος, δηλα­δή του νέου ιδεολογικού σχηματι­σμού, υπήρξε αυτή της αλλοτρίω­σης. Επρόκειτο για την κεντρική φιλοσοφική έννοια του νεαρού Μαρξ, του Μαρξ των Οικονομικοφιλοσοφικών     Χειρογράφων τον 1844 μια έννοια που ο Μαρξ δεν χρησιμοποίησε στα κατοπινά του έργα κατά τρόπο συστηματι­κό και ρητό, αλλά που εξακολου­θούσε μ’ έμμεση μορφή να υπο­βοηθά τη φιλοσοφική «έκφραση» της κριτικής του στο καπιταλι­σμό. Η ίδια η θεωρία της εργασίας – αξίας του Μαρξ, στο βαθμό που συμπεριλαμβάνει  δύο  πλευρές, μια ποσοτική (η αξία ως μέτρο της εργασίας, δηλαδή ως κριτή­ριο ανταλλαγής με βάση το μέσο κοινωνικό χρόνο εργασίας που περιέχουν τα εμπορεύματα, κι ε­πομένως (ως κριτήριο της μετα­τροπής σε τιμές παραγωγής), και μια ποιοτική (η μορφή ‘αξία’ ως α­πτή εκδήλωση μιας αντιθετικής κοινωνικής    πραγματικότητας, στην οποία συγκρούονται από τη μια ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής και από την άλλη ο ιδιωτικός χαρακτήρας της ιδιο­ποίησης), είναι στην πραγματικό­τητα μια θεωρία της αλλοτρίωσης κι όχι απλώς της εκμετάλλευσης ή της κρίσης.

Σ’ αυτό το σημείο είναι ανα­γκαίο να υπογραμμίσουμε δυο σημαντικές   θεωρητικές   πλευρές. Κατά πρώτο λόγο η έννοια της αλ­λοτρίωσης είχε ήδη μια μακρό­χρονη ιστορία πριν τον Μαρξ. Στον Ρουσώ η αλλοτρίωση (alienation) δήλωνε την εκχώρηση, εκ μέρους του ατόμου, της θέλησης του και των φυσικών του δικαιω­μάτων στην κοινότητα για το σχηματισμό της γενικής θέλησης. Στον Χέγγελ η αλλοτρίωση εμφα­νίζει διπλή διαλεκτική όψη: από τη μια (ως Entausserung) είναι η α­παραίτητη    έξοδος   εκτός –του –εαυτού του    τού  υποκειμένου-καθεαυτού, για να καταστεί για τον εαυτό του, δηλαδή για να λά­βει συνείδηση του εαυτού του πρέ­πει απαραίτητα να αντικειμενοποιηθεί στον εξωτερικό, ιστορικο-κοινωνικό κόσμο, από την άλ­λη (ως Entfremdung), η αλλοτρίω­ση είναι μια διαδικασία απώλειας και αποπροσανατολισμού κι γιαυτό το λόγο κι ένας κίνδυνος ε­κμηδένισης, που το υποκείμενο πρέπει απαραιτήτως να διέλθει για να μπορέσει να επιστρέψει στον εαυτό του κατά τρόπο πλέον σίγουρο, καθιστώντας τον περισ­σότερο πλούσιο.

Στη   φιλοσοφία   του   Φόυερμπαχ, του «υλιστή» δασκάλου του  Μαρξ,  η  αλλοτρίωση  (Entfremdung) αποτελεί συνώνυμο της   θρησκευτικής   αυταπάτης, στην οποία πίπτει ο Άνθρωπος, πεισμένος ότι υπάρχει πραγματι­κά θεός, ενώ στην πραγματικό­τητα δεν υπάρχει. Δεν πρόκειται εδώ παρά μόνο για την ανθρώπινη ουσία που αποκολλάται από τον άνθρωπο,  αποϊστορικοποιείται και μετατρέπεται σε εξωχρονική θεότητα.

Στο νεαρό Μαρξ, τέλος, η αλ­λοτρίωση (Entfremdung) είναι μια διαδικασία όχι μόνο θρησκευτι­κή, αλλά επίσης κοινωνική, που δείχνει πως η καπιταλιστική ε­κμετάλλευση δεν είναι απλώς μια «άνιση ανταλλαγή» σε οικονομι­κό επίπεδο, αλλά επίσης και ένα δομικό εμπόδιο για μια ζωή με νόημα, για το λόγο ότι μετατρέ­πει, με παθολογικό τρόπο, τις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα (Verdinglichung), δηλαδή κατα­σκευάζει έναν κόσμο ανωνυμίας, αφαίρεσης και γενικευμένης α­διαφορίας (βλέπ. Φιλίπο Βιόλα Η Κοινωνία της Αφαίρεσης, Εκδ. Στάχυ, Αθήνα 1993). Κατά δεύτε­ρο λόγο, τέλος, η έννοια της αλ­λοτρίωσης απουσίαζε παντελώς τόσο από τον θετικιστικό μαρξι­σμό της Β’ Διεθνούς (Ένγκελς, Κάουτσκυ, Μπερνστάιν, Πλεχάνοφ), όσο και από τον μαρξισμό – λενινισμό της Γ’ Διεθνούς (1919-1943). Αυτή η απουσία δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο απ’ το γεγονός ότι τα Χειρόγραφα του 1844 του Μαρξ δεν είχαν δημοσιευτεί ως το τέλος της δεκαετίας του 20.

Στην πραγματικότητα υπάρχει μια ιστορικοπολιτική αιτία: ένας μαρξισμός που θα αναγνώριζε ως κεντρική την έννοια της αλλο­τρίωσης, θα ‘χε στην πράξη αρνη­θεί την αντίληψη της σχέσης βά­σης – εποικοδομήματος, η οποία θεμελίωνε την κεντρικότητα του δίπολου: ταξική πάλη – ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και ασφαλώς θα είχε επιτρέψει τη σκληρή κριτική του δεσποτισμού του  κομμουνιστικού  κόμματος και του σταλινικού κράτους.

Διπλή κριτική

Κατά την περίοδο 1956-1976 πε­ρίπου (μια αποφασιστική εικοσαε­τία για την ιστορία του μαρξισμού του ’90), η κεντρικότητα της έν­νοιας της αλλοτρίωσης επέτρεψε να τεθούν ταυτοχρόνως υπό κριτι­κή, απ το ίδιο θεωρητικό κίνημα σκέψης, τόσο ο υπαρκτός καπιτα­λισμός της Δύσης, όσο κι ο υπαρ­κτός σοσιαλισμός της Ανατολής.

Από τη μια, ο καπιταλισμός ερμη­νεύτηκε ως μια μονοδιάστατη κοι­νωνία (Μαρκούζε) που «αλλοτρίωνε» την πλούσια ανθρώπινη προσω­πικότητα, συρρικνώνοντας την στη μοναδική οικονομική διάσταση. Α­πό την άλλη, ο υπαρκτός σοσιαλι­σμός αντιμετωπίστηκε ως μια γρα­φειοκρατική και δεσποτική κοινω­νία, που κι αυτή είχε «αλλοτριώσει» την αυθεντική απελευθερωτική θε­ωρία του Μαρξ, συρρικνώνοντας την ανθρώπινη προσωπικότητα στη φιγούρα του υποτελούς χωρίς δι­καιώματα, μέσα σ’ ένα ολοκληρω­τικό κόμμα – κράτος.

Βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι υπήρξαν και μεγάλοι μαρξιστές που δεν χρησιμοποίησαν ποτέ την έννοια της αλλοτρίωσης και που α­ντίθετα αντιμάχονταν σθεναρά τη χρήση της. Για παράδειγμα, ο Λουί Αλτουσέρ (ο οποίος θεωρούσε την έννοια της αλλοτρίωσης ιδεολογι­κή κι όχι επιστημονική, δέσμια κά­ποιου είδους «προπατορικού μύ­θου», μ άλλα λόγια ως απατηλή προσπάθεια ανάκτησης κάποιας ι­δανικής κατάστασης που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ), δεν συμπεριλαμβάνει την αλλο­τρίωση μεταξύ των επιστημονικών εννοιών που απαιτούνται για την α­ναγέννηση του ιστορικού υλισμού. Η πολεμική ανάμεσα σ’ αυτούς που υποστήριζαν την ανάκτηση της έν­νοιας της αλλοτρίωσης (Μαρκού­ζε, Σαρτρ, Μπλοχ, Λούκατς κ,λπ.) και σ’ αυτούς που αντίθετα την α­πέρριπταν (Αλτουσέρ, Ντέλα Βόλπε) είναι άκρως ενδιαφέρουσα από ιστορική σκοπιά, αλλά δεν πρέπει να μας οδηγήσει να ξεχάσουμε ποτέ ότι στο επίπεδο του αυθόρμητου «ι­δεολογικού σχηματισμού», που κυ­ριαρχούσε μεταξύ των χιλιάδων νέ­ων μαρξιστών της εποχής αυτής, η έννοια της αλλοτρίωσης φαινόταν κεντρική και απαραίτητη. Απαραί­τητη, ακριβώς γιατί μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο μπορούσε κανείς να κρι­τικάρει τόσο τον καπιταλισμό, όσο και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, να προσπαθήσει να δημιουργήσει μια γέφυρα ανάμεσα στο μαρξισμό και την ψυχανάλυση, ανάμεσα στον Μαρξ και τον Φρόιντ, ανάμεσα στη θεωρία της συγκεκριμένης ανθρώ­πινης ατομικότητας και στη θεωρία της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Αυτό το σενάριο αρχίζει ν’ αλλά­ζει ριζικά στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Είδαμε προηγουμένως ότι η μετάβαση από το παράδειγμα τα­ξική πάλη – ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στο παράδειγμα της αλλοτρίωσης δεν υπήρξε τυ­χαίο, αλλά εξέφρασε σε θεωρητικό, αφηρημένο επίπεδο την έλευση μιας νέας γενιάς μαρξιστών που προσπαθούσε ν’ ασκήσει ριζική κριτική σε δυο μέτωπα, στον καπι­ταλισμό και τον υπαρκτό σοσιαλι­σμό. Αυτό που αντίθετα δεν μπο­ρούσε να προβλεφθεί, και που οδή­γησε στη θεωρητική και πρακτική τραγωδία της γενιάς του 68 στην Ευρώπη, υπήρξε το γεγονός ότι αφ’ ενός ο καπιταλισμός απεδείχθη ι­κανός να περάσει από τη δεύτερη στην τρίτη βιομηχανική επανάστα­ση και αφ’ ετέρου ότι τα κομμουνι­στικά κόμματα αποδείχτηκαν απο­λύτως μη – μεταρρυθμίσημα (μετα­ξύ των δύο αυτών φαινομένων υ­πάρχει ασφαλώς μια διαλεκτική σχέση).

Η μετάβαση από το διαλεκτικό παράδειγμα της αλλοτρίωσης (Σαρτρ – Μαρκούζε) στο μη – διαλε­κτικό παράδειγμα της διαφοράς (Ντεριντά, Ντελέρ, Λυοτάρ, μετά -μοντέρνοι κ.λ.π.) πρέπει, σε φιλοσο­φικό επίπεδο, να ερμηνευθεί ως η θεωρητική αντανάκλαση ενός υλι­κού γεγονότος: της αναγγελίας της κοσμοϊστορικής ήττας του προ­γράμματος του ιστορικού κομμου­νισμού του ’90, ένα είδος «χρονι­κού προαναγγελθέντος θανάτου», για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο ενός μυθιστορήματος που Γκαρσία Μάρκες. Σχεδόν από το 1976 ως το 1989-1991 αυτός ο «προαναγγελθείς θάνατος» είχε γίνει αντιληπτός από τους πλέον διορατικούς θεωρητικούς, κι όμως έμοιαζε σαν να μην μπορεί να γίνει τίποτα και το μόνο που έμενε ήταν να περιμένουμε ακί­νητοι και ανίκανοι.

Έμπαινε πλέον στο προσκήνιο το τρίτο σενάριο, αυτό του μηδενι­σμού. Από τη μια, η μεγάλη ιστορία του ιστορικού κομμουνισμού του 90 φαινόταν να καθίσταται ένα Μηδέν, γιατί αυτή η ιστορία δεν κα­ταστρεφόταν από κάποια μεγάλη μάχη, αλλά αυτοδιαλυόταν, απο-συντιθέμενη στην κορυφή και τη βάση. Από την άλλη, η μεγάλη πλειοψηφία των μαρξιστών διανο­ουμένων έμοιαζε να περνά απ’ το διώνυμο Χέγκελ-Μαρξ στο διωγ­μό Νίτσε – Χάιντεγκερ, κι αυτό το πέρασμα κατέγραφε στον άυλο κό­σμο των φιλοσοφικών αφαιρέσεων, την υιοθέτηση μοντέλων σκέψης, που επιτρέπουν να συλλογιστούμε πάνω σε ορισμένα φαινόμενα που μοιάζουν να χαρακτηρίζουν τον πα­ρόντα χρόνο, με μεγαλύτερη ευκο­λία: η εξασθένηση της δύναμης της έννοιας της αλήθειας και η σχετικοποίηση της μέσα από τις διάφορες ερμηνευτικές προσεγγίσεις των αν­θρώπων (βλέπ. Νίτσε και κυρίως τη μεταμοντέρνα και αποδομητική ερμηνεία του αλά Ντεριντά και Ντελέζ), η αποδυνάμωση της πει­στικότητας των «μεγάλων διηγήσε­ων» της Προόδου και της Ιστορίας, η παντοδύναμη κυριαρχία ενός τε­χνολογικού κόσμου όλο και λιγότε­ρο ελέγξιμου από τα ανθρώπινα σχέ­δια (Χάιντεγκερ).

Φυσικά, η μετάβαση από το πα­ράδειγμα της αλλοτρίωσης σ αυτό του μηδενισμού δεν μπορεί να ερμη­νευτεί μόνο στην«εσωτερική» του μορφή, δηλαδή ως φαινόμενο που περιορίζεται στην ισχνότατη κοινό­τητα των φιλοσόφων και ειδικότε­ρα των μαρξιστών φιλοσόφων. Ο κόσμος της Δύσης και της Ανατο­λής συνέχιζε ασφαλώς να ‘ναι απο­λύτως «αλλοτριωμένος», κι ακόμα σήμερα, αρχές της δεκαετίας του ’90 είναι από πολλές πλευρές πολύ περισσότερο «αλλοτριωμένος» απ’ όσο ήταν στη δεκαετία του ’60. Πώς λοιπόν στάθηκε δυνατό μια θε­ωρητική κατηγορία, όπως αυτή της αλλοτρίωσης, που φαινόταν πλέον τόσο πλούσια και γόνιμη, να περι­πέσει σε τέτοια παρακμή, χωρίς βε­βαίως ν’ αλλάξουν στο ελάχιστο οι υλικές συνθήκες που ευνόησαν την έλευση της;

Ακόμα μια φορά, η απάντηση βρίσκεται στην ανάλυση της πα­ρούσας ιστορικής και κοινωνικής συγκυρίας, η οποία μας δείχνει πως ο «μηδενισμός», η φιλοσοφική αυ­τή κατηγορία που ερευνήθηκε από τον Νίτσε και τον Χάιντεγκερ κι α­ντίθετα αγνοήθηκε ανοήτως από το μαρξισμό του ’90, απεικονίζει πο­λύ σημαντικές πλευρές της σημερι­νής πραγματικότητας.

Κατά πρώτο λόγο, ο «μηδενι­σμός» είναι εκείνη η ιστορική πε­ρίοδος στην οποία πρέπει με θάρ­ρος να αποδεχτούμε ότι «ο θεός εί­ναι νεκρός» κι ότι δεν μπορούμε να προσποιούμεθα ότι ζει ακόμη. Αν μεταφράσουμε αυτή την έκφραση του Νίτσε στη μαρξιστική γλώσσα, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι «ο παλιός μαρξισμός είναι νεκρός» κι ότι κάθε προσπάθεια «επιστροφής στις αξίες του» είναι καταδικασμέ­νη στην ήττα. Κατά δεύτερο λόγο, ο «μηδενισμός» είναι εκείνη η ιστο­ρική κατάσταση στην οποία ανα­δεικνύεται ένας ειδικός τύπος αν­θρώπου (στη γλώσσα του Νίτσε ο Τελευταίος Άνθρωπος) που δεν πι­στεύει πλέον σε τίποτα, και δεν πιστεύει σε τίποτα αν κι έχει συνεχώς υποκριτικά στο στόμα του τις κα­θολικές «αξίες». Αν ερμηνεύσουμε αυτή την κατάσταση με τις ιστορι­κές μαρξιστικές κατηγορίες, θ α­ναγνωρίσουμε εύκολα τους Τελευ­ταίους Ανθρώπους στους χιλιάδες Γκορμπατσόφ και Γιέλτσιν και κυ­ρίως στη μέση ψυχολογική δομή της μηδενιστικής νομενκλατούρας των κομμουνιστικών κομμάτων στην περίοδο της παρακμής τους.

Τέλος, κατά τρίτο λόγο, κι αυτό το τρίτο νόημα είναι το πιο σημα­ντικό, ο «μηδενισμός» δεν είναι μόνο κάτι αρνητικό, αλλά και θετική πη­γή, από τη στιγμή που ο θάνατος του θεού και η ασταμάτητη διαφθο­ρά των κυνικών ιερέων του μπορεί να καταστεί η προϋπόθεση ενός νέ­ου τρόπου τοποθέτησης του προ­βλήματος της ανθρώπινης απελευ­θέρωσης.

Κι αυτό ακριβώς είναι το δικό μας καθήκον. Για να το πούμε με τελείως συνθετικό τρόπο, είναι α­ναγκαίο σήμερα να προσθέσουμε στην κριτική του νεαρού Μαρξ στον Χέγγελ, την κριτική που ασκεί ο Χάιντεγκερ στον Νίτσε. Είναι πράγματι αλήθεια, όπως έγραψε ο νεαρός Μαρξ, ότι η αλλοτρίωση δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μό­νο μια ψυχολογική πλευρά της πορείας της συνείδησης προς την αυτο­συνείδηση, αλλά αντιπροσωπεύει μια υλική πραγματικότητα που πα­ράγεται από την κυριαρχία της μορφής της αξίας στις κοινωνικές σχέσεις, δηλαδή από την εκμετάλ­λευση σ’ οποιαδήποτε μορφής της. Είναι επίσης αλήθεια, όμως, ότι δεν είναι δυνατό να βγούμε από το μηδενισμό που παρήγαγε η κατάρρευση της ιστορικής προσπάθειας κα­τάργησης της αλλοτρίωσης χωρίς την κατάργηση των υλικών αιτιών που την αναπαράγουν, αν συνεχί­σουμε στην κατεύθυνση της «θέλησης για δύναμη» των ατομικών και κοινωνικών υποκειμένων που περι­φρονούν την αλήθεια και υποστηρί­ζουν τη σχετικότητα της.

Το νέο παράδειγμα με το οποίο θα μπορέσουμε ίσως να επαναοικοδομήσουμε την κομμουνιστική σκέψη δεν υπάρχει ακόμη. Δεν υ­πάρχει επίσης ακόμα ούτε ο ιδεολο­γικός σχηματισμός μέσα στον ο­ποίο θα μπορέσει ν’ αναπτυχθεί, και ο οποίος δεν θα ‘ναι πλέον ένας «ιδεολογικός» σχηματισμός, από τη στιγμή που και για τον Μαρξ η ιδεολογία ήταν απλώς ψευδής συ­νείδηση, και δεν έχει νόημα να σχε­διάζουμε την οργάνωση μιας μελ­λοντικής ψεύτικης συνείδησης (ε­κείνη η παλιά προκάλεσε ήδη πολ­λές ζημιές). Στο νέο μαρξιστικό πα­ράδειγμα δεν θα χρειαστεί να πετάξουμε όλο το παρελθόν, κατά τρόπο ανώριμο και εικονοκλαστι­κό, όμως θα χρειαστεί να φιλτρά­ρουμε ολοκληρωτικά το μοντέλο που θεμελιωνόταν στο διώνυμο τα­ξική πάλη-ανάπτυξη των παραγω­γικών δυνάμεων μέσα από τη θεω­ρία της αλλοτρίωσης και στη συνέ­χεια τα αποτελέσματα που θα προ­κύψουν να τα επανατοποθετήσουμε με τη σειρά τους στην προοπτική μιας πραγματικής κριτικής στο σύγχρονο μηδενισμό. Ένα διπλό εγχείρημα, δύσκολο, αλλά δυνατό. Ένα καθήκον σύνθετο, αλλά και ενθουσιώδες.

 

* Το άρθρο αυτό του ιταλού μαρξιστή φιλοσόφου Κοστάντσο Πρέβε γράφτηκε ειδικά για το ΠΡΙΝ.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: