RSS Feed

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα

Δεκέμβριος 1992-Φεβρουάριος 1993

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

Κεφ. Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η προϊστορία, οι βάσεις και τα σημερινά προβλήματα της Μαρξιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού

1.1 Το πρόβλημα σήμερα αλλά καί οι ρίζες του

Η έννοια του ιμπεριαλισμού έχει μία μακρόχρονη πορεία μέσα στις θεωρητικές καί πολιτικές διεργασίες της Αριστεράς καί του Μαρξισμού. Καί όμως αποτελεί ένα από τα περισότερο παραγνωρισμένα καί παραμορφωμένα πεδία.  Παρά την συχνότητα με την οποία ο όρος ιμπεριαλισμός χρησιμοποιείται – ή μάλλον χρησιμοποιούνταν μέχρι πρόσφατα – στον πολιτικό λόγο της Αριστεράς, η προέλευση, το περιεχόμενο καί η ουσία του ήταν καί γίνονται ένα ολοένα καί πιό παραμελημένο πεδίο.

Οι κλασικές μαρξιστικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό (Ηilferding,Kautsky,Luxemburg,Lenin,Bukharin) – ουσιαστικά, δηλαδή, η συζήτηση για μία Μαρξιστική θεωρία για το διεθνές σύστημα του καπιταλισμού – πρωτοδιατυπώθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Η αναγκαιότητα της συζήτησης αυτής ήταν κάτι περισότερο από προφανής. Αφενός, ο Μarx  δεν είχε αφήσει, στην ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στο «Κεφάλαιο», μία θεωρία της διεθνοποίησης του καπιταλισμού, γεγονός άλλωστε ερμηνεύσιμο από το ότι το διεθνές σύστημα του καπιταλισμού της εποχής του έφερε ακόμη τα τυπικά μορφικά στοιχεία του προηγούμενου κοινωνικού συστήματος καί των μεταβατικών σταδίων του καί, επιπλέον, η ανάπτυξη του ήταν σχετικά περιορισμένη. Αντίθετα, στις αρχές του 20ου αιώνα τίθενται οι βάσεις για την ριζική αναδιοργάνωση των διεθνών σχέσεων σε μία βάση που αντιστοιχεί τόσο τυπικά όσο καί ουσιαστικά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής καθ’ εαυτό1. Πιό συγκεκριμένα, οι κλασικές μαρξιστικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό διατυπώθηκαν σε μία εποχή κατά την οποία αφενός μεσουρανούσε η νεο-αποικιοκρατία, αφετέρου κορυφώνονταν οι αντιθέσεις ανάμεσα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες που τελικά οδήγησαν στον Α’ Παγκ. Πόλεμο. Οσον αφορά την θεωρητική καί πολιτική τους ένταξη, οι κλασικές θεωρίες αποτελούν βασικό τμήμα της παράδοσης του Κλασικού Μαρξισμού2 καί της αντίστοιχης περιόδου του εργατικού κινήματος. Κατά την περίοδο αυτή υπάρχει μία οργανική ενότητα της θεωρίας καί της πράξης (Ορισμός +++: σοσιαλδημοκρατία, επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού καί του εργατικού κινήματος, μορφές πολιτικής καί κινηματικής οργάνωσης κλπ.).

Μετά το κλείσιμο της περιόδου του Κλασικού Μαρξισμού καί της πρώτης περιόδου της Γ’ Διεθνούς καί την παγίωση του σταλινισμού, η θεωρία του ιμπεριαλισμού – αλλά καί η συνακόλουθη πολιτική – χάνει σταδιακά το ουσιακό περιεχόμενο της καί, υπό το πρόσχημα της πιστής ερμηνείας της, ουσιαστικά εξοβελίζεται.

Στην περίοδο που στην Δύση κυριάρχησε ο Δυτικός Μαρξισμός, η θεωρία του ιμπεριαλισμού εξακολούθησε να είναι αντικείμενο αναφοράς. Ομως, η περιορισμένη σχέση του Δυτικού Μαρξισμού μέ την πολιτική καί την Πολιτική Οικονομία καί την κριτική της έθετε ουσιαστικά στο περιθώριο την θεωρία αυτή, μέ σημαντικότατη εξαίρεση βέβαια την Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης η οποία έκανε τον ιμπεριαλισμό επίκεντρο της, θυσιάζοντας όμως την μαρξιστική θεωρία σε εκλεκτικές καί μη συγγένειες μέ ριζοσπαστικές ετερόδοξες αστικές θεωρίες (θεωρία της μονοπωλιακής αγοράς, μετα-κεϋνσιανή θεωρία της ανάπτυξης κλπ.). Στο πεδίο της πολιτικής, τα μέν φιλοσοβιετικά κόμματα ακολούθησαν την θεωρία της πάλης των δύο στρατοπέδων καί της γενικής κρίσης, οι δε αριστεροί σοσιαλιστές και οι ομάδες της επαναστατικής Αριστεράς στοιχίζονταν πίσω από τις αναλύσεις της Μηνιαίας Επιθεώρησης καί την καταγγελία της εκμετάλλευσης του Γ’ Κόσμου.

Η περίοδος των αντικαπιταλιστικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60 σηματοδότησε ία ανανέωση του ενδιαφέροντος στην θεωρία του ιμπεριαλισμού καί τα πολιτικά πορίσματα της. Για πρώτη φορά, μετά το αντίστοιχο εγχείρημα της Σχολής της Μηνιαίας Επιθεώρησης, επιχειρήθηκε η επαναδιατύπωση της μαρξιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό σε σχέση τόσο μέ το παρελθόν της όσο καί μέ τις αναγκαιότητες καί τα ερωτήματα που θέτει η μετασχηματιζόμενη πραγματικότητα του καπιταλισμού. Ομως, με την υποχώρηση των κινημάτων αυτών καί την αδυναμία επούλωσης του χάσματος θεωρίας-πράξης καθώς καί εργατικής τάξης-πολιτικής διαμεσολάβησης, οι απόπειρες αυτές έμειναν μετέωρες. Αντίθετα, επικράτησαν στο πεδίο της θεωρίας οι επίγονοι του Δυτικού Μαρξισμού καί στο πεδίο της πολιτικής τα ρεφορμιστικά κόμματα ενώ τα πολιτικά μορφώματα του ’68 συρρικνώθηκαν σε σεΐκταριστικές κυρίως ομάδες νεολαίας καί διανοουμένων.

Ετσι, μέχρι πριν την έλευση της σημερινής κρίσης στην Αριστερά – τόσο της επίσημης όσο καί της επαναστατικής – η έννοια του ιμπεριαλισμού αποτελούσε ένα είδος μαύρου κουτιού»: όλοι αναφερόντουσαν σε αυτήν, ερμήνευε σχεδόν τα πάντα (καί ιδιαίτερα αυτά στα οποία υπήρχε αδυναμία ερμηνείας) αλλά καί σχεδόν όλοι αγνοούσαν περί τίνος επρόκειτο. Αυτή η επιπόλαια περιγραφική ή/ καί αποσπασματική χρήση του όρου όξυνε τα θεωρητικά καί πολιτικά προβλήματα, είτε στην εκδοχή της «επαναστατικής» τυπολατρίας είτε Γης ρεφορμιστικές καί ρεβιζιονιστικές εκδοχές της – που συχνά λειτουργούσαν συμπληρωματικά. Συνήθως βασιζόταν σε μία επιφανειακή καί τυπολατρική στοίχιση πίσω ιπό το κλασικό βιβλίο του Lenin, η οποία συγκάλυπτε τόσο την ουσία καί τα προτερήματα ισο καί τα προβλήματα καί τις ελλείπεις του κειμένου αυτού. Συνακόλουθα, η ουσία του ΐροβλήματος, η γένεση των μαρξιστικών προβληματικών για τον ιμπεριαλισμό, η :απιταλιστική πραγματικότητα καί οι τάσεις της που οι προηγούμενες επεδίωκαν να ιντιμετωπίσουν – θεωρητικά καί πολιτικά – ισοπεδώνονταν. Συνεπώς, το σύνολο των :λασικών μαρξιστικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό – έξω από το πλαίσιο των οποίων οι Ιέσεις του Ι_βηίη χάνουν μεγάλο μέρος της σημασίας τους – εξαλειφόταν από τον χάρτη. Ο Μαρξισμός από ζωντανή – καί μεστή γόνιμων αντιφάσεων – επαναστατική θεωρία καί ιολιτική μετατράπηκε σε φορμαλιστική τυποποίηση.

Σήμερα υπάρχει μία τάση σιωπηρής είτε ρήτης απόρριψης της θεωρίας – όποιας κδοχής της θεωρίας – για τον ιμπεριαλισμό καί της υποκατάστασης της κύρια από νεοκαουτσκιανές θεωρίες περί κοινωφελούς διεθνοποίησης καί ολοκλήρωσης του κεφαλαίου, δείγματα αυτής της τάσης αποτελούν στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής οι Γκορμπατσωφικές θέσεις για το «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι», η υποστήριξη του «προοδευτικού» ιόλου της ΕΟΚ από μέρους σημαντικών τμημάτων της Αριστεράς στην Δύση κλπ. Στο πεδίο ης θεωρίας, ο όρος ιμπεριαλισμός (ένας όρος θεωρητικά βέβαρυμένος καί ανάγων σε μάλλον απεχθείς συνειρμούς) τείνει να υποκαθίσταται από την διεθνοποίηση του κεφαλαίου ;αί τον εκθειασμό του προοδευτικού της ρόλου στην εξομάλυνση καί εκπολιτισμό των ;εφαλαιοκρατικών καί εθνικιστικών συγκρούσεων. Ο Κάουτσκυ φαίνεται να παίρνει, έστω καί ;αθυστερημένα, την εκδίκηση του πάνω στον Λένιν.

Οι λόγοι της σημερινής κατάστασης. Κρίση, τέλος του Δυτικού Μαρξισμού καί επίγονοι, σχετικισμός καί ιστορισμός, θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς, νεο-ρεφορμισμός, κατάρρευση Ανατολικών, οι μετανοημένοι ιδεολόγοι του ’68 κλπ.

Ενα κοινό στοιχείο της κρίσης του Δυτικού Μαρξισμού όσο καί των αστικών κοινωνικών θεωριών ήταν το ότι η κρίση της θεωρίας – ως έκφραση στο θεωρητικό επίπεδο της κρίσης της κοινωνίας – «συνίσταται στην παραγνώριση της εωτερικής σχεσιακής φύσης του κοινωνικού αντικειμένου καί την διάρρηξη ενιαίων εννοιακών πλαισίων, καθώς καί την επιδίωξη να αποκατασταθεί εκ των υστέρων μία εξωτερική σχέση μεταξύ τους» (Ψυχοπαίδης (1990), σ.11). Η αποδιάρθρωση αυτή ενισχύει τον φετιχιστικό χαρακτήρα των εννοιακών κατηγοριών καί του πλαισίου των θεωριών αυτών. Η εκλεκτική αυτή αποδιάρθρωση συνδυάστηκε καί αλληλοτροφοδοτήθηκε μέ μία γενικότερη τάση σχετικοποίησης καί απροσδιοριστίας της θεωρίας, η οποία εδραζόταν σε μία όλο καί εντεινόμενη προσφυγή στον ιστορικισμό καί στον θεσμισμό.

*            Ομως η σημερινή πραγματικότητα διαψεύδει, ίσως πιό κατάφορα από πολλές προηγούμενες, όλους τους όψιμους εξυμνητές της διεθνοποίησης του κεφαλαίου καί επαναεπιβεβαιώνει Βίαια την σκληρή καί συχνά αιματοβαμμένη πραγματικότητα των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων.

*            Η αναγκαιότητα, επομένως, της επαναδιατύπωσης της θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό είναι περισότερο από ποτέ επείγουσα

*            Σημασία της κλασικής συζήτησης. Ολες οι πρόσφατες μελέτες καί θεωρίες Βαδίζουν καί αντιπαρατίθενται, εν πολλοίς, πάνω στις δασικές θέσεις καί διαχωριστικές γραμμές των κλασικών μαρξιστικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά απόρροια του γεγονότος ότι πράγματι η κλασική συζήτηση εντόπισε μέ εξαιρετική ενάργεια τις δασικές πλευρές του ζητήματος καθώς καί τις δυνατές – καί αντιπαρατιθέμενες – θεωριοποιήσεις της.

*            Είναι σημαντικό για δύο λόγους να ληφθούν υπ’ όψιν οι συναφείς αστικές προβληματικές. Πρώτον, για πρακτικούς λόγους της μελέτης του συγκεκριμένου θέματος, εφόσον οι περισότερες από τις θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό καί την διεθνοποίηση του κεφαλαίου έχουν το βλέμμα στραμμένο προς τις προβληματικές αυτές, είτε ως απόπειρα έμμεσης διάγνωσης των τάσεων του κεφαλαίου, είτε ως θεωρητικο-πολιτική τακτική συμμαχία (ιδιαίτερα μέ τα ετερόδοξα ρεύματα), είτε ως επιρροή – καί συχνά λόγω ηθελημένων ή αθέλητων συνδυασμών των ανωτέρω. Δεύτερον, όμως για έναν πολύ πιό θεμελιώδη λόγο. Ο Μαρξισμός αποτελεί την κριτική της πολιτικής οικονομίας – όπως άλλωστε καί το εργατικό καί κομμουνιστικό κίνημα είναι μία συγκρότηση στο έδαφος κατ’ αρχήν του καπιταλισμού, που ορίζεται από τις αντιφάσεις του αλλά καί εκπροσωπεί την ασυμφιλίωτη πλευρά τους – καί συνεπώς αντιπαρατίθεται αλλά καί βρίσκεται σε διαρκή σχέση καί επαφή μέ τον αντίπαλο του. Η δύναμη του Μαρξισμού – καί η συνακόλουθη απαίτηση του, τόσο απέναντι στον εαυτό του όσο καί απέναντι στο αντικαπιταλιστικό εργατικό κίνημα, στο να αποτελεί την θεωρητική καί πολιτική πλατφόρμα του τελευταίου – έγκειται ακριβώς στην δυνατότητα του να εκπληρώνει καί μάλιστα δυναμικά (παρακολουθώντας τους μετασχηματισμούς της άλλης πλευράς της αντίθεσης καί μετασχηματιζόμενος καί αυτός, αλλά πάντα μέ αυτόνομους όρους, ρυθμούς καί προτεραιότητες, ως η νέα μορφή της ασυμφιλίωτης πλευράς της αντίθεσης) αυτήν την σχέση αντιπαλότητας.

*            Μία σύγχρονη επαναδιατύπωση της Μαρξιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό οφείλει να επισημάνει τόσο τους ουσιακούς άξονες που παραμένουν, εν πολλοίς, ίδιοι μέ τις προβληματικές των Lenin και Bukharin (οι οποίες, όμως, διαμορφώθηκαν μέσα από την κλασική συζήτηση καί των οποίων η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο παράρτημα). Ταυτόχρονα πρέπει να επισημάνει τα σφάλματα, τις ελλείπεις καί τα ανοικτά καί αναπάντητα ερωτήματα των προβληματικών αυτών. Τέλος, οφείλει να πάρει υπ’ όψιν τις μετεξελίξεις της σύγχρονης καπιταλιστικής πραγματικότητας.

*            Δομή του κειμένου

1.2 Ιστορικό περίγραμμα: Η διεθνοποίηση, παλαιός σύντροφος του καπιταλισμού

Στην εμποροκρατική περίοδο (από τον 15ο αιώνα και μετά) το εμπόριο σε διεθνή κλίμακα γίνεται κυρίως για είδη πολυτελείας καί πολύτιμα μέταλλα Με προδρόμους τις εμπορικές Ιταλικές καί Ολλανδικές πόλεις κυρίως, ήδη απο την περίοδο της φεουδαρχίας, οι προ-καπιταλιστικές αστικές δραστηριότητες επεκτείνονται πέραν των τοπικών καί κρατικών ορίων. Στην συνέχεια, η Ισπανία καί η Πορτογαλία οικοδομούν αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες. Η Ισπανική αυτοκρατορία 6ασί8ηκε στην εξόρυξη πολυτίμων μετάλλων την Νότιο Αμερική καί τα μεγάλα αγροκτήματα, τα οποία λειτουργούσαν με καταναγκαστική εργααία Αντίθετα, οι Πορτογαλικές αποικίες είχαν περισότερο χαρακτήρα εμπορικών σταθμών καί περιορίζονταν στον έλεγχο του εμπορίου αποικιακών ειδών καί, αργότερα, του δουλεμπορίου αλλά αφήνοντας σχετικά άθικτα τα τοπικά κοινωνικά συστήματα καί σχέσεις παραγωγής. Συγχρόνως, οι εμπορικές Δυτικό- ευρωπαϊκές πόλεις αναπτύσουν εμπορικούς δεσμούς με την Πρωσία καί την Ρωσία, αγοράζοντας κυρίως αγροτικά προσόντα παραγόμενα απο δουλοπάροικους (ή κοινότητες του ασιατικού τρόπου παραγωγής) καί διαμετακινούμενα μέσω των λιμένων της Βαλτικής.

Τον 17ο αιώνα, η έμφαση μετατίθεται την παραγωγή ζάχαρης απο δούλους στις φυτείες της Καραϊβικής καί της Βραζιλίας. Την ίδια εποχή, οι Ισπανοί καί οι Πορτογάλοι χάνουν σταδιακά έδαφος απέναντι στους Ολλανδούς, πρώτα, καί μετά στους Αγγλους καί στους Γάλλους, οι οποίοι επιπλέον επεκτείνονται καί προς την Ασία

Στον 18ο αιώνα οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είχαν εδραιωθεί στην Αγγλία καί, σε μικρότερο 6αθμό, στην 6ορειο-δυπκή Ευρώπη. Ταυτόχρονα η Αγγλία υποσκέλισε τις παλιές εμποροκρατικές καί αποικιοκρατικές μεγάλες δυνάμεις (την Ισπανία καί την Πορτογαλία παλαιότερα, την Ολλανδία καί την Γαλλία προηγουμένως) ως η νέα παγκόσμια δύναμη καί έλεγχε τις παγκόσμιες αγορές. Βιομηχανική επανάσταση. Κατάκτηση Ινδίας. Το βαμβάκι είναι η πιό σημαντική εισαγόμενη πρώτη ύλη.

Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίσθηκε από την έντονη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Οι ΗΠΑ καί η Γερμανία αναδύθηκαν ως μείζονες Βιομηχανικοί αντίπαλοι της Αγγλίας. Η Ιαπωνία εντάχθηκε στην τροχιά του καπιταλισμού καί άρχισε την εκβιομηχάνιση της. Συγχρόνως, το μεγαλύτερο μέρος της Αατινικής Αμερικής απόκτησε την ανεξαρτησία του από την Ισπανία καί την Πορτογαλία καί σχημάτισε ανεξάρτητα κράτη, υπο την Αγγλική επιρροή. Επιπρόσθετα, οι Δυτικο-ευρωπαίοι επεκτείνουν τις οικονομικές καί πολιτικο-στρατιωτικές δραστηριότητες τους στην Ασία καί στην Αφρική.

Το τέλος του 19ου αιώνα σηματοδότησε την αρχή αυτού που στην κλασική μαρξιστική συζήτηση ονομάσθηκε το «στάδιο του ιμπεριαλισμού». Οι εξαγωγές κεφαλαίων απόκτησαν ιδιαίτερη σημασία, δίπλα στο εμπόριο. Ολόκληρος σχεδόν ο πλανήτης έγινε πεδίο των καπιταλιστικών δραστηριοτήτων. Οι πρώτες μορφές του διεθνούς καταμερισμού εργασίας καί της πόλωσης της συσσώρευσης (οι διάφοροι «κόσμοι») σχηματοποιήθηκαν. Ταυτόχρονα, οι αντιθέσεις καί οι συγκρούσεις μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων καί μπλοκ οξύνθηκαν στο έπακρο.

Το ιστορικό αυτό πλαίσιο αποτελεί την βάση αναφοράς της κλασικής συζήτησης για τον ιμπεριαλισμό.

1.3 Η προϊστορία της Μαρξιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού

Ο όρος ιμπεριαλισμός δεν ήταν κάτι νέο. Είχε ήδη χρησιμοποιηθεί απο τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα από αστούς θεωρητικούς για να περιγράφει το αποικιοκρατικό σύστημα καί την αποικιοκρατική πολιτική των βιομηχανικών χωρών της εποχής, που γνώρισαν αυτή την πρωτόγνωρη έξαρση. Ηδη το 1902 κυκλοφόρησε το ομόνυμο γνωστό βιβλίο του J.A.Hobson. Οι προβληματικές αυτές προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν – είτε από μία ηθική κριτική σκοπιά, είτε εκπροσωπόντας μία ιμπεριαλιστική δύναμη καί αποδίδοντας τον ιμπεριαλισμό στις αντίπαλες της (καί συνηθέστερα στην Γηραιά Αλβιόνα), είτε τέλος θεωρώντας τον ως αναγκαίο στοιχείο της εθνικής ανάπτυξης αλλά καί «εκπολιτισμού» των υπανάπτυκτων λαών3 – την εμφάνιση διαδικασιών καί σχέσεων οικονομικής, πολιτικής καί στρατιωτικής επέκτασης σε ένα κοινωνικό σύστημα που είχε στις σημαίες του την κυριαρχία του εθνικού κράτους.

Ομως, η αντίληψη ότι ο ιμπεριαλισμός προκύπτει ως οργανική διαδικασία καί αναγκαιότητα από την ανάπτυξη του καπιταλισμού (σε διάκριση από αυτοκρατορίες που συγκροτήθηκαν σε άλλες ιστορικές περιόδους καί κοινωνικά συστήματα) καί η συζήτηση για το εάν αντιπροσωπεύει ένα ιδιαίτερο ιστορικό στάδιο της ανάπτυξης του παρουσιάζεται, ουσιαστικά, μέσα στα πλαίσια του εργατικού κινήματος. Ο Rudolf Hilferding διατύπωσε για πρώτη φορά θέσεις τέτοιου χαρακτήρα στο έργο του με τον τίτλο «Χρηματιστικό Κεφάλαιο» το 1909. Οι θέσεις αυτές, καί η συνακόλουθη ανάλυση του Ηilferding, άσκησαν καθοριστική επίδραση σε όλα τα ρεύματα της τότε ακόμη ενιαίας Β’ Διεθνούς καί αποτέλεσαν – μέσω των θετικών καί αρνητικών επιδράσεων της καί των αναλόγων τοποθετήσεων απέναντι της – το έδαφος από το οποίο πυροδοτήθηκε όλη η κλασική μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό.

Εχει ενδιαφέρον να περιγραφούν οι απόψεις δυο σημαντικών αστών θεωρητικών πάνω στο ζήτημα του ιμπεριαλισμού.

1.3.1 Η θεωρία του Ηοbsοη

Το κύριο θέμα του βιβλίου του Φαβιανού καί φιλελεύθερου Ηobsοη ήταν η αποικιοκρατία, την οποία θεωρούσε ένα ελάττωμα που έπρεπε να εξαλειφθεί. Οι βασικές θέσεις του ήταν οι ακόλουθες:

1. Σπς αποικιοκρατικές χώρες υπάρχει άνιση κατανομή του εισοδήματος μεταξύ πλουσίων καί φτωχών στρωμάτων μέ αποτέλεσμα, εξαιτίας του χαμηλού εισοδήματος της πλειονότητας του πληθυσμού, οι καταναλωτικές δυνατότητες του να είναι περιορισμένες καί επομένως να υπάρχει υποκατανάλωση.

2. Η βιομηχανική επανάσταση καί η συσσώρευση του κεφαλαίου έχουν δημιουργήσει αυξημένη παραγωγική δύναμη στις αποικιοκρατικές χώρες, η οποία λόγω της υποκατανάλωσης είναι σε καθεστώς υποαπασχόλησης.

3. Η υποαπασχόληση του κεφαλαίου λόγω υποκατανάλωσης οδηγεί στην πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους.4

4. Κατά συνέπεια, προκύπτει η ανάγκη της εξωτερικής επέκτασης πρώτον για την προμήθεια φθηνών πρώτων υλών καί αγροτικών προϊόντων, που μειώνουν το κόστος παραγωγής καί συγκρατούν την πτώση του ποσοστού κέρδους καί δεύτερον για την εξεύρεση νέων αγορών όπου θα βρουν διέξοδο τα προϊόντα του αργούντος κεφαλαίου των αποικιοκρατικών χωρών.

5. Οι συγκρούσεις καί οι πόλεμοι μεταξύ των αποικιοκρατικών χωρών είναι το αναγκαίο επακόλουθο του ανταγωνισμού για την κατάκτηση νέων αγορών καί την κατοχή πρώτων υλών.

Ως αντίδοτο στον ιμπεριαλισμό, ο Ηοbsοη πρότεινε την ενίσχυση του συνδικαλισμού καί την ενδυνάμωση του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτισμού, θεωρόντας ότι με τον τρόπο αυτό προωθείται η πιό δίκαιη διανομή του εισοδήματος καί επομένως καί η αύξηση τηςενεργούς ςητηυης.

1.3.2 Οι απόψεις του Schumpeter

Ο Schumpeter στο βιβλίο του «Η κοινωνιολογία του ιμπεριαλισμού», που γράφτηκε το 1919 (Schumpeter (1959), διαχωρίζει τον ιμπεριαλισμό τόσο από την αποικιοκρατία όσο καί από τον καπιταλισμό. Οσον αφορά τον πρώτο διαχωρισμό, χρησιμοποιόντας τα δεδομένα της διάρθρωσης του διεθνούς εμπορίου της Μ.Βρετανίας την περίοδο 1860-1913, υποστηρίζει ότι οι εμπορικές σχέσεις της αφορούσαν περισότερο πρώην αποικίες της (πχ. ΗΠΑ) παρά νυν αποικίες της. Σχετικά με τον δεύτερο διαχωρισμό, θεωρεί ότι ο ιμπεριαλισμός είναι κληροδότημα του αυτοκρατορικού μοναρχικού κράτους καί συνέπεια της ύπαρξης μέσα σε αυτό δυο τάξεων, της αριστοκρατίας (κυρίως στρατιωτικής) καί της τεχνοκρατικής μέσης τάξης. Οι τάξεις αυτές είναι σε παρακμή καί βρίσκουν διέξοδο στην ιμπεριαλιστική επέκταση. Αντίθετα, ο καπιταλισμός δεν έχει ανάγκη τον ιμπεριαλισμό εφόσον μπορεί να στηριχθεί στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις που προκύπτουν από το ελεύθερο εμπόριο. Συνεπώς, η ύπαρξη ανεξαρτήτων κρατών καί ελευθέρων εμπορικών σχέσεων αχρηστεύει τον ιμπεριαλισμό, εφόσον τα ωφέλη μοιράζονται όχι μέ την χρήση πολιτικό-στρατιωτικης βίας αλλά με βάση τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε χώρας καί την αντίστοιχη συγκριτική ζήτηση για αγαθά καί υπηρεσίες.

1.4 Ο Μαρξ για το διεθνές σύστημα του καπιταλισμού

Ο Μαρξ δεν άφησε μία θεωρία του διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού καί την διεθνοποίηση του κεφαλαίου αλλά σκόρπια στοιχεία καί αναφορές σε πτυχές του ζητήματος.

-διεθνές εμπόριο, Κεφάλαιο III, κεφ.ΧIV

-σκλαβισμός

Η χώρα που είναι πιό αναπτυγμένη βιομηχανικά δείχνει στις λιγότερο αναπτυγμένες την -εικόνα του δικού τους μέλλοντος

Φαινομενικά αντίθετες απόψεις για Ινδία καί Ιρλανδία

         Ο καπιταλισμός αναδύθηκε πρώτα στην Ευρώπη και μεταφυτεύθηκε στους ευρωπαϊκούς αποικισμούς ενώ, αντίθετα, στην Ιαπωνία αναπτύχθηκε ανεξάρτητα (παρά το περιστατικό του πλοιάρχου Πέρρυ). Αυτό δεν σημαίνει ότι η επέκταση του σε ολόκληρο τον κόσμο έγινε έξωθεν. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές παρεμβάσεις πυροδότησαν, διαμόρφωσαν καί επιτάχυναν σχέσεις καί προτσές που προϋπήρχαν μέσα στα προηγούμενα κοινωνικά συστήματα Ειρωνικό σχόλιο ΜάRχ για Αγγλο που επεχείρησε να μεταφυτεύσει αυτούσιο τον αγγλικό καπιταλισμό σε αποικία (Ρoor mister …).

Η γένεση του καπιταλισμού στην Ευρώπη δεν είναι τυχαία Ο φεουδαλικός τρόπος παραγωγής, βασισμένος στην ιδιωτική ιδιοκτησία της γης, δημιουργεί το πιό πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Αντίθετα, ο ασιατικός τρόπος παραγωγής, βασισμένος στην κοινοτική ιδιοκτησία της γης είναι λιγότερο ευεπίφορος (ένα στοιχείο που οι Ναρόντνικοι τράβηξαν σε λανθασμένα άκρα). Καί ο ασιατικός καί ο φεουδαλικός τρόπος παραγωγής βασίζονται στην παραγωγή για επιβίωση: αγροτική παραγωγή καί χειροτεχνία για κάλυψη ιδίων αναγκών καθώς καί εξαγωγή ενός πλεονάσματος μέσω εξω-οικονομικού καταναγκασμού από την άρχουσα τάξη. Ομως στην περίπτωση του φεουδαλικού τρόπου παραγωγής ο δεσμός είναι μεταξύ ατόμων (ή οικογενειών) καί η διαδοχή σε δικαιώματα καί καθήκοντα είναι κληρονομική: ένας φεουδάρχης έχει δικαιώματα πάνω σε μία περιοχή καί μία οικογένεια αγροτών είναι δεμένη μέ ένα κομμάτι γης. Στον ασιατικό τρόπο παραγωγής ο δεσμός είναι μεταξύ του κράτους (που αντιπροσωπεύει την άρχουσα τάξη) καί των κοινοτήτων που κατέχουν την γη καί την κατανέμουν μεταξύ των μελών τους με βάση τις παραδόσεις ενώ γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης μέσω της πληρωμής φορολογίας στο κράτος. Τα ιδιωτικά φεουδαλικά δικαιώματα του φεουδαλικού τρόπου παραγωγής μετατράπηκαν σε πλήρη ιδιωτική ιδιοκτησία της γης, συμπεριλαμβάνουσα το δικαίωμα της εκδίωξης των δουλοπάροικων (κάτι που δεν υπήρχε στην παλαιά φεουδαλική τάξη πραγμάτων). Οι περιφράξεις καί η έξωση των δουλοπάροικων δημιουργεί πς συνθήκες για την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου. Επιπλέον, το εμπόριο καί οι χρηματιστικές δραστηριότητες (τοκογλυφία, τράπεζες κλπ.) αποτελούσαν ήδη τις πρώιμες μη-καπιταλιστικές αστικές δραστηριότητες.

Το εμπόριο καί η αποικιοκρατία προάγγελοι του καπιταλισμού (Κεφάλαιο III, κεφ.20, σ.409)5.

Το πρώτο στάδιο του καπιταλισμού είχε δύο βασικά χαρακτηριστικά; (1) την ηγεμονία του εμπορικού κεφαλαίου, (2) την τυπική υπαγωγή του προτσές εργασίας στο κεφάλαιο (απλή συνεργασία ή μανιφακτούρα). Το επόμενο στάδιο χαρακτηρίζεται από (1) την ηγεμονία του βιομηχανικού κεφαλαίου καί, (2) την ουσιαστική υπαγωγή του προτσές εργασίας στο κεφάλαιο (εκμηχανισμός, machinofacture, αναδιάρθρωση των παραγωγικών καθηκόντων). [Τα μετέπειτα στάδια σημαδεύονται από την ανάπτυξη του χρηματικού κεφαλαίου καί την ενοποίηση του με το βιομηχανικό κεφάλαιο (χρηματιστικό κεφάλαιο), την συγκέντρωση καί συγκεντροποίηση του κεφαλαίου καί τον σχηματισμό των μονοπωλίων].

Μέχρι την βιομηχανική επανάσταση οι εξωτερικές σχέσεις του, κυρίως ευρωπαϊκού, καπιταλισμού διαμέσολαβουνταν μέσω του εμπορικού κεφαλαίου [Μarχ για Ινδία το εμπορικό κεφάλαιο ληστεύει καί καταστρέφει, το βιομηχανικό κεφάλαιο καταστρέφει αλλά καί οικοδομεί]. Με την άνοδο του βιομηχανικού κεφαλαίου η καπιταλιστική διείσδυση πυροδοτεί μορφές καπιταλιστικής ανάπτυξης (περισότερο ή λιγότερο αναπτυγμένης). Ομως, σε όλες τις περιπτώσεις διείσδυσης, οι εσωτερικοί παράγοντες είναι πάντα οι βασικοί καί καθοριστικοί ενώ η διείσδυση έπαιξε έναν σημαντικό – αλλά όχι τον πρωταρχικά καθοριστικό – ρόλο.

*           Θέματα της ανάλυσης του «Κεφαλαίου» που άπτονται άμεσα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού καί της κλασικής συζήτησης:

-το ζήτημα της διευρυμένης αναπαραγωγής: ο Μβγχ υποστήριξε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αναπαραχθεί στον χώρο του χωρίς την ύπαρξη εξω-συστημικών παραγόντων (μη-καπιταλιστικές αγορές καί τάξεις). Πρόκειται για την βάση της πρώτης αντιπαράθεσης στην θεωρία της υποκατανάλωσης καί ένα από τα βασικά στοιχεία της πολεμικής του Ι,εηϊη απέναντι στους Ναρόντνικους αλλά καί του Βukharin απέναντι στην Luxemburg.

Το βασικό ερώτημα των υποστηρικτών του υποκαταναλωπσμού είναι το εξής: εάν οι εργάτες δεν μπορούν να αγοράσουν όλο το προϊόν, τότε που μπορούν οι καπιταλιστές να το πωλήσουν (το θεωρούμενο ως πρόβλημα της πραγματοποίησης της αξίας). Ο Μάrχ έδειξε ότι το προϊόν απορροφάται από (1) την αγορά μέσων παραγωγής από τους καπιταλιστές, (2) την αγορά καταναλωτικών αγαθών από τους καπιταλιστές, (3) την αγορά καταναλωτικών αγαθών από τους εργάτες.

Για την θεωρία της υποκατανάλωσης η καταναλωτική ζήτηση θεωρείται, ρητά ή άρρητα, ως πιό σημαντική από την ζήτηση για μέσα παραγωγής (η κλασική διατύπωση του  ότι εάν η κατανάλωση είναι στατική τότε δεν υπάρχει κίνητρο για επένδυση).

-ο ανταγωνισμός, ο σχηματισμός των τιμών παραγωγής καί του γενικού ποσοστού κέρδους.

Η ανταγωνιστική δυνατότητα των ατομικών κεφαλαίων εξαρτάται από την δυνατότητα συσσώρευσης, η οποία έχει δύο αλληλοσυμπληρούμενες πηγές:

(1) την συγκέντρωση (concentratiοη) κεφαλαίου: την επαναεπένδυση των κερδών. Χαρακτηρίζει κυρίως το πρώιμο στάδιο του καπιταλισμού.

(2) την συγκεντροποίηση (centralisatiοη) του κεφαλαίου: την συνένωση πολλών ατομικών κεφαλαίων σε ένα ενιαίο. Αφορά τα πια αναπτυγμένα στάδια του καπιταλισμού.

Ο ανταγωνισμός μέσα στους κλάδους οδηγεί στον σχηματισμό αγοραίων αξιών (market values) καί επομένως άνισων ποσοστών κέρδους. Ακολούθως, ο ανταγωνισμός μεταξύ κλάδων, όπου τα ανταγωνιζόμενα κεφαλαία μετακινούνται από κλάδο σε κλάδο αναζητούντα το υψηλότερο κέρδος, οδηγεί στον σχηματισμό των τιμών παραγωγής από αυτές τις αξίες αγοράς καί την βάση εξισωμένων ποσοστών κέρδους καί τον σχηματισμό του γενικού ποσοστού κέρδους.

Αυτό που επιφέρει ο συναγωνισμός στην ίδια σφαίρα παραγωγής, είναι ο καθορισμός της αξίας του εμπορεύματος στη σφαίρα αυτή από τον χρόνο εργασίας, που απαιτείται κατά μέσο όρο σ’ αυτήν, δηλαδή η δημιουργία της αγοραίας αξίας. Αυτό που επιφέρει ο συναγωνισμός ανάμεσα πς διάφορες σφαίρες παραγωγής, είναι η δημιουργία του ίδιου γενικού ποσοστού του κέρδους στις διαφορές σφαίρες μέ την εξιωση των διαφόρων αγοραίων αξιών σε αγοραίες τιμές, οι οποίες παρασταίνουν τις τιμές κόστους, που είναι διαφορετικές από τις πραγματικές αγοραίες αξίες. Σ’ αυτήν τη δεύτερη περίπτωση λοιπόν ο συναγωνισμός δεν τείνει καθόλου στην προσαρμογή των τιμών των εμπορευμάτων στις αξίες τους, αλλά αντίθετα στην αναγωγή των αξιών τους σε τιμές κόστους διαφορετικές από αυτές, στην άρση των διαφορών των αξιών τους από τις τιμές κόστους. (Μarχ (1982), Θ.Υ. II, σ.242- Μάrχ (1968), ΤSV II, ρ.208)

αξία = c + ν + s

τιμή κόστους = c + ν

τιμή παραγωγής = ε + ν + μέσο ποσοστό κέρδους

 Carchedi:individual value (after realisation becomes) social value /forms of social value :market values,prices of production,market prices

Κεφάλαιο γενικά, (capital in general),πολλά κεφάλαια (many capitals),κοινωνικό κεφάλαιο (social capital)

θεωρία της κρίσης υπερσυσσώρευσης, πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους καί αντίθετες τάσεις                                                                                                                                     

αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου (value composition of capital) – τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου (technical composition of capital) – οργανική σύνθεση του κεφαλαίου (organic composition of capital)

-Μερίδες του κεφαλαίου καί συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου (total circuit of capital) εμπορικό κεφάλαιο (merchant /commercial capital) – παραγωγικό κεφάλαιο (productive capital) – χρηματικό κεφάλαιο (financial capital)

Μηλιος (1988)

Παλαιος(1987)

ΚΕΦ.ΙΙ

Η κλασική συζήτηση πα τον ιμπεριαλισμό

2.1 Οι κλασικές θεωρίες και το εργατικό κίνημα

Η κλασική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό διεξήχθη κατά την εποχή

ανασυγκρότησης των διεθνών οικονομικών καί πολιτικών σχέσεων πάνω στους άξονες του αναπτυγμένου πλέον καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός είχε κληρονομήσει από τους προκατόχους του – όπως άλλωστε σχεδόν κάθε μορφή κοινωνικής οργάνωσης από την προηγουμένη της – ένα περισότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένο πλέγμα διεθνών διαπλοκών. Πολύ δε περισότερο που καπιταλιστικά στοιχεία – είτε με την μορφή αστικών προ-καπιταλιστικών παραγόντων είτε μέ πρώιμη μορφή αλλά είτε καί αρκετά αναπτυγμένα – ήταν ήδη οργανικέ μέρος της κληρονομιάς του προηγούμενου κοινωνικού συστήματος. Στο πρώτο στάδιο του καπιταλισμού τα στοιχεία αυτής της κληρονομιάς ήταν ακόμη έντονα Ομως οι δεκαετίες πριν τον Α’ Παγκ. Πόλεμο γνώρισαν μία ιστορική περίοδο πρωτοφανούς ανάπτυξης της κεφαλαιακής συσσώρευσης μέ την ανάπτυξη καί επέκταση της παγκόσμιας αγοράς καί της διεθνούς διακίνησης κεφαλαίων (κυρίως με την μορφή του εμπορίου [εμπορευματικό κεφάλαιο] ή επενδύσεων χαρτοφυλακίου [χρηματικό κεφάλαιο]). Αυτή η ανάπτυξη στηριζόταν αλλά καί έδινε ώθηση σε αυξανόμενες οικονομικές σχέσεις με λιγότερο αναπτυγμένες ή μη-καπιταλιστικές χώρες καί περιοχές (ιδιαίτερα υπερωκεάνιες αποικίες των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων). Κατά την περίοδο αυτής της αύξουσας επέκτασης γεννιέται ο διεθνής καταμερισμός εργασίας καί η δομή της παραγωγής καί των εμπορευματικών σχέσεων της παγκόσμιας αγοράς. Ολη αυτή η οικονομική δομή έγινε πραγματικότητα, στηρίχθηκε καί αναπτύχθηκε βασισμένη στον πολιτικό καί στρατιωτικό μηχανισμό των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων. Στο στάδιο αυτό, λοιπόν, το διεθνές σύστημα αναδιοργανώνεται ριζικά πάνω σε ουσιαστικά καί τυπικά καπιταλιστικές βάσεις.

Ενα από τα Βασικά προβλήματα στην εκκίνηση της κλασικής συζήτησης ήταν η σχέση των τότε νεο-διατυπωνόμενων θεωριών για τον ιμπεριαλισμό μέ την θεωρία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που εκθέτει ο Μαrχ στο «Κεφαλαίο». Πράγματι, τόσο το 6ι6λίο του Ηilferding όσο καί της Luxemburg τέμνονται – θετικά ή απορριπτικά – μέ το corpus του «Κεφαλαίου». Επίσης, ο Βυkharin στα κείμενα του κινήθηκε πάνω σε αυτόν τον άξονα.

Οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού ξεκινούν από την κίνηση του κεφαλαίου καί μελετούν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου στις βιομηχανοποιημένες καπιταλιστικές κοινωνίες, επιδιώκοντας να εντοπίσουν τις ενδογενείς τάσεις που ωθούν τα κεφάλαια να υπερβούν τα όρια μίας χώρας καί να επεκταθούν διεθνώς συγκροτώντας την παγκόσμια αγορά Η επέκταση αυτή αντιμετωπίζεται μέ την μορφή του εμπορευματικού κεφαλαίου ή/καί μέ την μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου – οι οποίες άλλωστε είναι καί οι βασικές μορφές διεθνοποίησης του κεφαλαίου στην εποχή τους. Για τον λόγο αυτό οι ρίζες των κλασικών θεωριών βρίσκονται ήδη στην αντιπαράθεση γύρω από την θεωρία της κρίσης (θεωρίες της κατάρρευσης στην Δύση, διαμάχη ναρότνικων – «νόμιμων» μαρξιστών – σοσιαλδημοκρατών μαρξιστών στην Ρωσία). Το ερώτημα εάν η αναπαραγωγή του κεφαλαίου είναι εφικτή σε μία καθαρά καπιταλιστική κοινωνία (δηλαδή, χωρίς την παρουσία άλλων τάξεων καί στρωμάτων πέραν της αστικής καί της εργατικής τάξης ή εξωτερικών αγορών καθώς καί το συναφές ζήτημα εάν ο καπιταλισμός μπορεί να συνεχίζει απρόσκοπτα την λειτουργία του στο διηνεκές χωρίς να οδηγείται, νομοτελειακά ή όχι, στην κατάρρευση ή/καί σε κρίσεις) είναι η λυδία λίθος της σύνδεσης των κλασικών θεωριών μέ το Μαρξικό έργο. Οι συζητήσεις αυτές συνδέθηκαν κατ’αρχήν, τελείως λανθασμένα, με τα σχήματα αναπαραγωγής του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου». Σε αυτό το πρόβλημα, όμως, θα αναφερθούμε παρακάτω. Μία άλλη κα8οριστ;χττπαράμετρος που διαπερνά – αλλά καί συγκροτείται μέσα από -τις κλασικές μαρξιστικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό είναι το ότι οι διάφορες θεωρίες για την δυνατότητα ή μη της αναπαραγωγής του κεφαλαίου μέσα σε μία καπιταλιστική χώρα συνδέθηκαν άμεσα – καί δικαίως – με την πολιτική στρατηγική του εργατικού κινήματος, το ζήτημα της επανάστασης καθώς καί τις συναφείς αντιπαραθέσεις μέ την προδοσία της Β’ Διεθνούς, τον Α’ Παγκ.Πόλεμο καί την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το κεντρικό ζήτημα κάθε φορά, πίσω από τις ειδικές μορφές των αντιπαραθέσεων, ήταν το ερώτημα της συγκρότησης μίας αυτόνομης αντικαπιταλιστικής εργατικής κίνησης ή η, στρατηγική ή τακτική, υπαγωγή του αγώνα της εργατικής τάξης σε συμμαχίες μέ μερίδες της αστικής τάξης (μέ στόχο την καλοήθη ανάπτυξη του καπιταλισμού, την σταδιακή μεταρρύθμιση του, την αντιμετώπιση των πιό κακοηθών εκδοχών του κλπ.) ή μέ άλλες τάξεις (πχ. αγρότες για τα ουτοπιστικά ρωσικά ρεύματα).

Τέλος, είναι χρήσιμο να διευκρινιστούν ορισμένες θεματολογικές καί εννοιολογικές πλευρές της κλασικής μαρξιστικής συζήτησης για τον ιμπεριαλισμό που παρερμηνεύθηκαν ή/καί απόκτησαν άλλο νόημα στην συνέχεια καί λειτουργούν εξαιρετικά συσκοπστικά σήμερα

Πρώτον, ο όρος «ιμπεριαλισμός» παραπέμπει πρώτα καί κύρια στην διαδικασία καί στις αντιφάσεις της κεφαλαιακής συσώρευσης καθ’ εαυτής. Οι πολιτικο-στρατιωτικές πλευρές είναι πράγματι αναπόσπαστο στοιχείο της, όμως δεν είναι ούτε το πρωταρχικό ούτε το καθοριστικό. Ο ιμπεριαλισμός δεν ορίζεται κύρια ως πολιτικο-στρατιωτική σύγκρουση, αν καί η τελευταία είναι στοιχείο του. Οι εξαγωγές κεφαλαίου καί ο διεθνής ανταγωνισμός των κεφαλαίων δεν ταυτίζεται εξ ολοκλήρου μέ την πολιτικο-στρατιωτική αντιπαράθεση, γι’ αυτό άλλωστε η συγκυριακή απουσία της δεύτερης κάθε άλλο παρά σημαίνει την ανυπαρξία του πρώτου. Αντίθετα, σήμερα υπάρχει η τάση να ισοπεδώνεται η έννοια του ιμπεριαλισμού εξισούμενη με την πολιτικο-στρατιωτική παρέμβαση. Πρόκειται για μία σημαντική παρανόηση που φέρει έντονα τα στοιχεία της αστικής ιδεολογίας: πολιτικισμός καί Βολονταρισμός του συχετισμού δύναμης. Η παρανόηση αυτή έχει ταυτόχρονα παραπλανητικό καί απολογητικό χαρακτήρα Είναι παραπλανητική γιατί συγκαλύπτει την ουσία καί τα πραγματικά αίτια της διαδικασίας του ιμπεριαλισμού καί οδηγεί σε – υπαρκτά ή ανύπαρκτα – δευτερεύοντα αίτια καί ενόχους (πχ. τοπικοί εθνικισμοί, τυχοδιώκτες πολιτικοί κλπ.)6. Πρόκειται για απολογιτισμό γιατί μέ Βάση αυτήν μπορεί να δικαιολογηθούν εξ «αριστερών» μία σειρά ιμπεριαλιστικών κατευθύνσεων καί πολιτικών, υπο το πρόσχημα της ξένης επιθετικότητας κλπ.

Δεύτερον, σήμερα – ιδιαίτερα υπό την επίδραση της Σχολής της Εξάρτησης – γενικά θεωρείται ότι ο ιμπεριαλισμός αναφέρεται στην εκμετάλλευση από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες των λιγότερο αναπτυγμένων ή των υπανάπτυκτων χωρών. Αντίθετα, στην κλασική συζήτηση ο όρος παραπέμπει, πρώτα καί κύρια, στον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Η «γεωμετρία» της κλασικής συζήτησης είναι όντως σωστή γιατί εντοπίζει την ουσία του ιμπεριαλισμού στη Βάση μίας ταξικής, καί όχι μίας «εθνικής-κρατικής «, οπτικής. Οι μετέπειτα κατηγορίες περί Ευρωκεντρισμού καί ότι περιόριζε τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες σε παθητικούς ρόλους καί απλά πεδία μαχών είναι μάλλον άστοχες. Κατ’ αρχήν ο ανταγωνισμός των αναπτυγμένων κεφαλαιοκρατνκών χωρών είναι η κινητήρια αιτία καί η Βάση της όλης διαδικασίας. Επιπλέον, η θεωρητική καί πολιτική παράδοση, ιδιαίτερα της Γ’ Διεθνούς, κάθε άλλο παρά αποκλειστικά ευρωκεντρικό χαρακτήρα είχε. Τέλος, οι ακραίες φίλο-τριτοκοσμικές τοποθετήσεις (όπως η ατυχής μαοϊκή εξίσωση των προλεταρίων όλου του κόσμου καί των καταπιεζομένων εθνών) οδήγησαν σε θεωρητικά καί πολιτικά εκτρώματα μη χρήζοντα σχολιασμού.

Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, ο όρος «μονοπώλιο» στην Μαρξιστική παράδοση αναφέρεται στην διαδικασία της συγκέντρωσης καί συγκεντροποίησης καί την σχετική απομάκρυνση από τον ελεύθερο ανταγωνισμό (του σταδίου του φιλελεύθερου καπιταλισμού). Αντί να αποκλείει τον ανταγωνισμό παραπέμπει σε πιό έντονες καί πολύπλοκες μορφές ανταγωνισμού. Αντίθετα, στην αστική θεωρία το μονοπώλιο (ή το ολιγοπώλιο) παραπέμπουν στην κατάργηση του ανταγωνισμού. Είναι επίσης γεγονός ότι υπάρχουν σημαντικότατα κένα καί σφάλματα στις κλασικές θεωρίες στον τομέα αυτό (ακόμη καί εκδοχές της αστικής θεωρίας), γεγονός που σε μετέπειτα στάδια άνοιξε τον δρόμο στις αστικές επιρροές μέσω απόψεων του Σοβιετικού Μαρξισμού καί του Δυτικού Μαρξισμού (ιδιαίτερα των θεωριών των Βaran και Sweezy).

Οι επισημάνσεις αυτές κάθε άλλο παρά σημαίνουν όπ στα θέματα αυτά οι κλασικές θεωρίες δεν έχουν κενά καί σφάλματα Ομως, οι νεώτερες συζητήσεις επιδείνωσαν τόσο τις ελλείπεις καί τα λάθη όσο καί σχεδόν κατέστρεφαν το σωστό γενικό πλαίσιο τους.

2.2 Οι αντιπαραθέσεις για την κρίση καί την κατάρρευση

Είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό για το όλο ζήτημα να παρακολουθήσουμε την γένεση καί την εξέλιξη της αντιπαράθεσης πάνω στην θεωρία της κρίσης, τα συγκρουόμενα ρεύματα της καί τις αντιφατικές καί διασταυρούμενες σχέσεις της συζήτησης αυτής καί των ρευμάτων της με την συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό. Επαναστατικές ή ρεφορμιστικές θέσεις αναπτύσσονται μέσα σε κάθε ρεύμα των συζητήσεων αυτών.

Η συζήτηση για την θεωρία της κρίσης7 πυροδοτήθηκε από τον Βerηstein στα τέλη του 19ου αιώνα, ο οποίος υποστήριξε ότι η μέχρι τότε διάχυτη πεποίθηση στους σοσιαλδημοκρατικούς κύκλους περί της αναπόφευκτης καί νομοτελειακής κατάρρευσης του καπιταλισμού – την οποία απέδιδε, αλλά καί γενικά θεωρούνταν ότι βασιζόταν στην θεωρία του Μarχ – ήταν εσφαλμένη. Στην θέση της πρέπει να αναγνωρισθεί μία τάση βελτίωσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης μέ την μείωση της σοβαρότητας των κρίσεων, την εξομάλυνση της ταξικής πάλης, τις δυνατότητες Βελτίωσης της θέσης της εργατικής τάξης κλπ. Η θέση αυτή αποτέλεσε μία από τις βάσεις συγκρότησης του ρεβιζιονισμού μέ την μορφή του οικονομισμού, μέσα στο SPD8. Ο πυρήνας των προτάσεων του οικονομισμού ήταν ότι δεν επίκειται μία νομοτελειακή κατάρρευση του καπιταλισμού καί επιπλέον το πέρασμα στον σοσιαλισμό είναι εφικτό μέσω σταδιακών εξελικτικών μεταρρυθμίσεων του καπιταλισμού. Στις θέσεις αυτές αντιπαρατέθηκε κατ’ αρχήν ο Κautsky, ως εκπρόσωπος της κεντριστικής κομματικής ορθοδοξίας, με έναν ενδιάμεσο τρόπο καί ουσιαστικά αποδεχόμενος στην πράξη τα πολιτικά πορίσματα του οικονομισμού. Ο Κautsky, υποστήριξε, σωστά, ότι ο MARχ δεν θεωρούσε ότι ο δρόμος για τον σοσιαλισμό ανοίγει από μία μεγάλη, που αγκαλιάζει τα πάντα οικονομική κρίση. Ο καθοριστικός παράγοντας της σοσιαλιστικής μετάβασης είναι η αυξανόμενη δύναμη καί ωριμότητα του προλεταριάτου. Ομως, στο θέμα της τακτικής, θεωρούσε ότι το κίνημα έπρεπε να είναι προετοιμασμένο για κάδε ενδεχόμενο, ρεφορμιστικής ή επαναστατικής κατεύθυνσης9. Αντίθετα, η Αριστερά του SPD (Cunow10,Luxemburg,Sternberg,Grossman κλπ.) αντιπαρατέθηκε εφ’ όλης της ύλης στον Bernsteiη, με αρκετά προβληματικές, παρ’ όλα αυτά, θέσεις. Οσον αφορά την θεωρία της κρίσης η θεωρία της υποκατανάλωσης αποτέλεσε το βασικό πεδίο της σύγκρουσης, καθ’ όσον τόσο η πλειΐ)ηφία του κεντρισμού (Κautsky,Smit κλπ.) όσο καί η Αριστερά (με εξαίρεση κυρίως τον Grossman11) προσχώρησαν στην προβληματική αυτή12. Η θεωρία αυτή – έχοντας ήδη μία μακρά προϊστορία μέσα στην αστική θεωρία (Sismondi,Hobson κλπ.) – θεωρεί ότι οι κρίσεις του καπιταλισμού έχουν ως ουσία την εγγενή υστέρηση του πραγματικού μισθού (της καταναλωτικής δυνατότητας της εργατικής τάξης) ως προς την παραγωγικότητα της εργασίας (τον όγκο των καπιταλιστικώς παραγομένων καταναλωτικών εμπορευμάτων). Είναι αποτέλεσμα της συνεχούς μείωσης της αξίας της εργατικής δύναμης καί της μερίδας των μισθών στο καθαρό προϊόν. Αρα ο καπιταλισμός οδηγείται σε μία κρίση υποκατανάλωσης, που για να την υπερβεί καί να διαφαλιστεί η πραγματοποίηση της αξίας χρειάζεται μία εξω-καπιταλιστική διέξοδος.13 Από την θεωρία αυτή το μέν κέντρο πρότεινε ρεφορμιστικές πολιτικές αλλά καί έμμεσα υποστήριζε την δυνατότητα απρόσκοπτης λειτουργίας του καπιταλισμού.14 Αντίθετα, η Αριστερά – δια χειρός Luxemburg – κατέληγε σε μία θεωρία της αναπόφευκτης κατάρρευσης εφόσον η εγγενής υποκατανάλωση θέτει ανυπέρβλητα όρια τον καπιταλισμό. Για να λυθεί το πρόβλημα των διεξόδων (της πραγματοποίησης της αξίας) η ιμπεριαλιστική επέκταση σε μη καπιταλιστικές περιοχές είναι αναγκαία Οι βίαιες συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες από την στιγμή που η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου των επιμέρους χωρών δεν εξαφαλίζεται πλέον από την πραγματοποίηση του κεφαλαίου την παγκόσμια αγορά. Εστί, η αυστρο-γερμανική κυρίως συζήτηση εντοπίσθηκε βασικά σε παραλλαγές της θεωρίας της υποκατανάλωσης καί διαφωνίες όσον αφορά την δυνατότητα ή μη απρόσκοπτης ανάπτυξης της κεφαλαιακής συσσώρευσης.15

Την ίδια περίπου περίοδο αναπτύχθηκε μία παράπλευρη αντιπαράθεση στην Ρωσία Οι ναρόντνικοι, μέ βασικό εκπρόσωπο τον Danielsοη,16 υποστήριζαν ότι ο καπιταλισμός ήταν μία τεχνητή μεταφύτευση στο ρωσικό έδαφος καί ότι η ένδοια των αγροτών σήμαινε ότι δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν ποτέ επαρκείς εγχώριες αγορές για να συντηρηθούν βιομηχανίες. Επιπλέον, οι διεθνείς αγορές θα παρέμεναν κλειστές για την Ρωσία εξαιτίας του υπέρτερου ανταγωνισμού εκ μέρους των παλαιών βιομηχανικών κρατών. Συνεπώς ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην Ρωσία Οι απόψεις των ναρόντνικων αντιπροσώπευαν μία καθαρά υποκαταναλωτική θεωρία Στις θέσεις αυτές αντιπαρατέθηκαν τόσο οι λεγόμενοι «νόμιμοι μαρξιστές», μέ εκπροσώπους τον Struve, τον Βulgakov17 καί τον Τugan-Baranovsky όσο καί οι μαρξιστές της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας (Ρlekhanov,Leniη κλπ.). Οι αντιπαραθέσεις αυτές συνδέονταν, επίσης, στενά με παράλληλες θεωρητικές καί πολιτικές συγκρούσεις μέσα στην ρωσική Αριστερά γύρω από το ζήτημα της σοσιαλιστικής στρατηγικής. Η βάση των θέσεων τόσο των «νομίμων» όσο καί των σοσιαλδημοκρατών ήταν ότι ο ΜARX έδειξε, σωστά, ότι είναι δυνατή η διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλισμού χωρίς την ανάγκη ύπαρξης εξω-καπιταλιστικών καταναλωτών πέραν των φορέων της καπιταλιστικής παραγωγής, δηλαδή των εργατών καί των καπιταλιστών. Αντίθετα με την θεωρία της κρίσης υποκατανάλωσης διατύπωσαν την θεωρία της κρίσης υπερσυσσώρευσης. Η ουσία της κρίσης είναι η υπερπαραγωγή κεφαλαίου, δηλαδή η παραγωγή καπιταλιστικών εμπορευμάτων σε τιμές καί ποσότητες υπό τις οποίες δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα ικανοποιητικό, για την απρόσκοπτη συνέχιση της συσσώρευσης, κέρδος. Συγχρόνως όμως οι τότε νεαροί μαρξιστές θεωρητικοί της σοσιαλδημοκρατίας (Lenin κ.α) συγκρούσθηκαν με τον Τugan-Baranovsky/ όσον αφορά τόσο την φύση της κρίσης υπερσυσσώρευσης καί την απρόσκοπτη λειτουργία του καπιταλισμού όσο καί σε ζητήματα πολιτικής γραμμής. Στο πρώτο σκέλος ο Τugan-Baranovsky αντιλαμβανόταν την κρίση ως υπερπαραγωγή μέσων παραγωγής η οποία είχε ως αιτία την δυσαναλογία μεταξύ των διαφορετικών κλάδων της καπιταλιστικής παραγωγής, θεωρόντας ότι η συσσώρευση δεν εξαρτάται ούτε περιορίζεται από την ζήτηση καταναλωτικών αγαθών18. Στπν άλλη όχθη ο Βιικhariη θεώρησε την κρίση υπερσυσσώρευσης ως (αναγκαστικά) υπερπαραγωγή μέσων παραγωγής καί μέσων κατανάλωσης (γενική υπερπαραγωγή).19 Επιπλέον, ενω ο Τugan-Baranovsky κατέληγε σε μία «νεο-αρμονιστική» θεωρία όπου οι κρίσεις είναι ένα σχεδόν ολοκληρωτικά συγκυριακό (καί πιθανώς ούτε καν αναγκαίο στοιχείο), ιδιαίτερα οι μετέπειτα μπολσεβίκοι (Lenin,Bukharin) επέμειναν το όπ οι κρίσεις είναι ένα οργανικό στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος20. Στο πεδίο των πολιτικών διαφωνιών – όπου οι ναρόντνικοι υιοθετούσαν μία ουτοπιστική αντικαπιταλιστική γραμμή βασισμένη στο αγροτικό στοιχείο – ο μεν Τugan-Baranovsky κατέληγε στην υποστήριξη καί τον ουσιαστικό εξωραϊσμό του καπιταλισμού ενω οι μαρξιστές της σοσιαλδημοκρατίας επέμεναν σε μία εργατική αντικαπιταλιστική κατεύθυνση (με αρκετές όμως διαφορές μεταξύ τους, που εκδηλώθηκαν στα μετέπειτα σχίσματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας).

Οπως άλλωστε προαναφέρθηκε, το αρχικό σημείο επαφής όλων αυτών των προβληματικών με το Μαρξικό έργο ήταν το περιεχόμενο του τόμου II του «Κεφαλαίου», όπου ο Μarχ πραγματεύεται το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής καί τα σχήματα αναπαραγωγής. Είναι ενδιαφέρουσα, το σημείο αυτό, η επισήμανση του Rodolsky; (1977, σ.460) ότι ο τόμος II, τα σχήματα αναπαραγωγής καί το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής τράβηξαν την προσοχή των μαρξιστών της Δυτικής Ευρώπης μόνον όταν μία μετάφραση του βιβλίου του Τugan-Baranovsky2! δημοσιεύθηκε την Γερμανία καί ότι πρώτη φορά μελετήθηκαν από τον Ηilferding στο «Χρηματιστικό Κεφάλαιο» το 1909. Αντίθετα, στην Ρωσία η δημοσίευση του τόμου II συνέπεσε με την περίοδο της αντιπαράθεσης πάνω την δυνατότητα καί την αναγκαιότητα καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ρωσία καί όλες οι πλευρές παρέπεμψαν στο περιεχόμενο του. Ομως η εκκίνηση της μελέτης της κοινωνικής αναπαραγωγής καί πολύ περισότερο της θεωρίας της κρίσης από μία τυπική ανάγνωση των σχημάτων αναπαραγωγής ήταν ένα ατυχές καί εσφαλμένο βήμα, τόσο για λόγους μεθοδολογίας όσο καί ουσίας. Οταν διεξαγόντουσαν οι συζητήσεις αυτές ούτε οι «Θεωρίες της Υπεραξίας» ούτε τα Grundrisse ήταν γνωστά. Κατά συνέπεια, υπήρχε η τάση να θεωρείται η ανάλυση των σχημάτων αναπαραγωγής (το Μέρος III του τόμου II) ως η τελική λέξη του Μarχ πάνω στο ζήτημα της αναπαραγωγής του καπιταλισμού. Σήμερα όμως είναι γνωστό ότι ο Μarχ σχεδίαζε τους δύο πρώτους τόμους ως την ανάλυση του «κεφαλαίου εν γένει»  καί ότι τα συμπεράσματα τους θα έπρεπε να συγκεκριμενοποιηθούν καί να συμπληρωθούν σε ένα επόμενο στάδιο με την ανάλυση του «κεφαλαίου στην συγκεκριμένη πραγματικότητα». Η σύγχυση ανάμεσα στα δύο αυτά επίπεδα ανάλυσης οδήγησε στην ενσωμάτωση στα σχήματα αναπαραγωγής παραγόντων από τους οποίους ο Μarx είχε συνειδητά κάνει αφαίρεση, όπως της τεχνολογικής προόδου καί της ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, εφόσον τα σχήματα αυτά έγιναν με την υπόθεση των σταθερών συνθηκών παραγωγής. Ετσι η απόπειρα να συζητηθεί η θεωρία της κρίσης υπό το πρίσμα των σχημάτων αυτών – δηλαδή της Μαρξικής έρευνας των σχέσεων ισορροπίας της καπιταλιστικής αναπαραγωγής υπο σταθερές συνθήκες παραγωγής καί, επομένως, σε αφαίρεση από όλα τα στοιχεία που μετασχηματίζουν τις συνθήκες αυτές – ήταν εξ ορισμού προβληματική καί κατέληγε σε μία επιπόλαιη αντιπαράθεση του τόμου II με τον τόμο III, για την οποία έγινε πολύς λόγος. Οσον αφορά την μέθοδο, οι συγχύσεις αυτές καταμαρτυρούν μία – διαφορετική φυσικά γιά κάθε επιμέρους θεωρία – παρανόηση της Μαρξικής διαλεκτικής.

Συνοψίζοντας, η βασική διαχωριστική γραμμή στην αντιπαράθεση για την θεωρία της κρίσης ήταν αρχικά το ερώτημα απρόσκοπτη λειτουργία νersus κατάρρευση για να μεταχηματισθεί στην αντίθεση θεωρία της υποκατανάλωσης νersus θεωρία της υπερσυσσώρευσης (με μία αμφίβολη θέση ανάμεσα τους τόσο της θεωρίας της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους όσο όμως καί του ίδιου του Μαρξικού νόμου καθ’ εαυτού). Επίσης, η αρχική γερμανική ταύτιση του πρώτου διαχωρισμού με την σύγκρουση ρεφορμιστών («νεο-αρμονιστών») καί επαναστατών (οπαδών της κατάρρευσης) μετασχηματίσθηκε στην δεύτερη φάση σε μία σύγκρουση ρεφορμιστών-επαναστατών που τεμνόταν αλλά δεν ταυτιζόταν με την αντιπαράθεση θεωρίας υποκατανάλωσης-θεωρίας υπερσυσσώρευσης. «Νεο-αρμονιστικές» καί επαναστατικές θέσεις, θεωρητικές ή/καί πολιτικές, εμφανίσθηκαν μέσα καί στις δύο αυτές θεωρίες. Η ανάπτυξη των κλασικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό ήταν το – φυσικά άλλωστε επόμενο – βήμα της αντιπαράθεσης πάνω στην θεωρία της κρίσης καί της κοινωνικής αναπαραγωγής.

2.3 Ο Ηilfeding, ο ιμπεριαλισμός και το χρηματιστικό κεφάλαιο

Το έργο του Ηilferding»Das Finanzkapital’’ αποτέλεσε την γενεσιουργό τομή, σε σχέση μέ τις αστικές προβληματικές, από την οποία προέκυψε όλη η κλασική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό μέσα στα πλαίσια του Μαρξισμού καί του εργατικού κινήματος. O Hilferding άρχισε να το γράφει γύρω το 1905 την Βιέννη, αλλά ολοκληρώθηκε καί εκδόθηκε το 1910 στην Γερμανία, όπου στο μεταξύ είχε πάει ο συγγραφέας του. Ο τελευταίος συνέδεε ρητά τον ιμπεριαλισμό μέ τον καπιταλισμό, σε διάκριση από την παλαιότερη αποικιοκρατία.

Βέβαια, πρέπει να τονισθεί ότι ο ίδιος ο Haltering δεν χρησιμοποιούσε στο βιβλίο του τον όρο «ιμπεριαλισμός» εν γένει, τείνοντας αντίθετα να αναφέρεται σε «σύγχρονη προτατευτική πολιτική», «σύγχρονη αποικιακή πολιτική» ή «εξωτερική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου». Η χρήση του όρου «ιμπεριαλισμός» εμφανίζεται στο τελευταίο μέρος (Μέρος V). Οταν τελείωνε την μελέτη του ο όρος αυτός είχε γίνει το επίκεντρο των συζητήσεων. Ομως, πέρα από το ζήτημα του ονόματος, όλα τα άλλα στοιχεία των μαρξιστικών θεωριών του ιμπεριαλισμού είναι ήδη παρόντα στο «Χρηματιστικό Κεφάλαιο».

Οι βασικές θέσεις του μπορούν-να συνοψισθούν ως εξής:

1. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού είναι ότι οι τάσεις συγκέντρωσης καί συγκεντροποίησης οδηγούν στον σχηματισμό καί την κυριαρχία των μονοπωλίων22 (μέ την μορφή καρτέλ, τραστ κλπ.) στο εσωτερικό της αστικής τάξης αλλά καί πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία,23 με συνεπακόλουθο την κατάργηση του ελεύθερου ανταγωνισμού: «Το καρτέλ αποκλείει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, με τον διαμοιρασμό της ποσότητας της παραγωγής που αντιστοιχεί στην εγχώρια κατανάλωση» (Hilferding (1981), σ.308). Η κυριαρχία αυτή βασίζεται στην συγχώνευση_του τραπεζικού με_το βιομηχανικό κεφάλαιο, υπό την κυριαρχία του πρώτου. Το προϊόν αυτής της σύμφυσης είναι το χρηματιστικό κεφάλαιο. «Τα πιό χαρακτηριστικά στοιχεία του «σύγχρονου καπιταλισμού είναι εκείνα τα προτσές συγκέντρωσης τα οποία, από την μία, «εξαλείφουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό» μέσω του σχηματισμού τραστ καί καρτέλ, καί από την άλλη φέρνουν το τραπεζικό καί το βιομηχανικό κεφάλαιο σε μία όλο καί περισότερο στενή σχέση. Μέσω της σχέσης αυτής – όπως θα δειχθεί αργότερα – το κεφάλαιο παίρνει την μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου, την υπέρτατη καί πιό αφηρημένη μορφή του» (Hilferding (1981), σ.21).

2. Η συγκέντρωση καί η συγκεντροποίηση του χρηματιστικού κεφαλαίου καί η κατάργηση του ελεύθερου ανταγωνισμού μετατρέπουν το κράτος σε μοχλό προώθησης των μονοπωλιακών συμφερόντων: «Το χρηματιστικό κεφάλαιο σημαίνει την ενοποίηση του κεφαλαίου. Οι προηγουμένως διαχωρισμένες σφαίρες του βιομηχανικού, εμπορικού καί τραπεζικού κεφαλαίου υπάγονται τώρα στην κοινή διεύθυνση των μεγάλων χρηματιστών, στην οποία οι άρχοντες της βιομηχανίας καί των τραπεζών έχουν ενοποιηθεί σε ένα στενό προσωπικό σύνδεσμο. Η βάση αυτού του συνδέσμου είναι η εξάλειψη του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των μεμονωμένων κεφαλαιοκρατών από τις μεγάλες μονοπωλιακές ενώσεις. Αυτό φυσικά περιλαμβάνει ταυτόχρονα την αλλαγή της σχέσης της κεφαλαιοκρατικής τάξης μέ την κρατική εξουσία» (» Hilferding (1981), σ.301).

3. Η μονοπωλιοποίηση της εσωτερικής αγοράς λειτουργεί ως τροχοπεδη της παραγωγικότητας» Hilferding (1981), σ.314) καί οδηγεί στον περιορισμό της δυνατότητας επέκτασης της παραγωγής μέσα σε ορισμένα όρια Δηλαδή, σε μία κατηγορία χωρών οι δυνατότητες τοποθέτησης του κεφαλαίου περιορίζονται σε μόνιμη βάση, άσχετα από τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης, καί δημιουργείται ένα μόνιμο περίσευμα κεφαλαίου χωρίς δυνατότητα διεξόδου. Ο  » Hilferding δεν είναι καθόλου καθαρός ως προς τους αιτιακούς μηχανισμούς αυτού του περισεύματος (υποκατανάλωση ή πτώση του ποσοστού κέρδους;).

4. Ο περιορισμός των σφαιρών τοποθέτησης του κεφαλαίου οδηγεί στις εξαγωγές κεφαλαίου καί οι βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες μετατρέπονται .σε διεθνείς τραπεζίτες. «Ο σχηματισμός των καρτέλ φέρνει εξαιρετικά πρόσθετα κέρδη… Ταυτόχρονα όμως συνεπάγονται τα καρτέλ μία επιβράδυνση των επενδύσεων κεφαλαίου* στις καρτελοποιημένες βιομηχανίες, επειδή ο πρώτος κανόνας του»καρτέλ είναι ο περιορισμός της παραγωγής, καί στις μη καρτελοποιημένες, επειδή η μείωση του ποσοστού κέρδους αποθαρρύνει περαιτέρω επένδυση κεφαλαίου. Επομένως, ενώ αυξάνει ραγδαία η μάζα του κεφαλαίου που προορίζεται για συσσώρευση, οι επενδυτικές δυνατότητες περιορίζονται. Η αντίφαση αυτή απαιτεί την λύση της, την οποία βρίσκει στην εξαγωγή κεφαλαίου, αν καί δεν είναι η ίδια [η εξαγωγή κεφαλαίων] αποτέλεσμα του σχηματισμού των καρτέλ. Αποτελεί ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να διαχωριστεί από την καπιταλιστική ανάπτυξη. Εντούτοις ο σχηματισμός των καρτέλ εντείνει ξαφνικά την αντίφαση καί κάνει την εξαγωγή κεφαλαίου ένα επείγον ζήτημα..» (Hilferding(1981), σ.234).

Επιπλέον οι εξαγωγες κεφαλαίων_ενισχύονται από την προστατευτική πολιτική των υψηλών δασμών που επιβάλλονται .από χα μονοπώλια. «Η εξαφάνιση του ανταγωνισμού διατηρεί τους υψηλούς δασμούς καθώς καί τα αυξητικά αποτελέσματα τους πάνω στις τιμές, ακόμα καί σε εκείνο το στάδιο, κατά το οποίο η παραγωγή έχει ξεπεράσει κατά πολύ την εσωτερική ζήτηση. Αναδεικνύεται έτσι σε βασικό συμφέρον της καρτελοποιημένης βιομηχανίας το να διατηρούνται σε μόνιμη βάση οι προστατευτικοί δασμοί, οι οποίοι από την μία διασφαλίζουν την ύπαρξη του καρτέλ καί από την άλλη του επιτρέπουν να αποκομίζει ένα πρόσθετο κέρδος από το προϊόν που πουλά στην εγχώρια αγορά. Το ύψος αυτού του πρόσθετου κέρδους καθορίζεται από την αύξηση της εγχώριας τιμής πάνω από την τιμή την παγκόσμια αγορά. Αυτή η διαφορά εξαρτάται όμως από το ύψος των δασμών» (Hilferding (1981), σ.308). Οι εξαγωγές κεφαλαίων είναι επομένως επιβεβλημένες για την διοχέτευση του πλεονάζοντος κεφαλαίου καί επιτείνονται από τον προστατευτισμό. Ετσι, ο ρόλος του προστατευτισμού μετασχηματίζεται ριζικά καί από αμυντικό μέσο εναντίον της εισόδου στην εγχώρια αγορά ξένων κεφαλαίων γίνεται, επιπλέον, ένα μέσο κατάκτησης ξένων αγορών εφόσον δίνει τεράστια πλεονεκτήματα στα εγχώρια κεφάλαια .Δευτερευόντως ο Hilferding (1981, σ.315) αναγνωρίζει την σημασία των διεθνών διαφορών στο ποσοστό κέρδους:Ή προϋπόθεση για την εξαγωγή κεφαλαίου είναι οι διαφορές του ποσοστού κέρδους καί η εξαγωγή κεφαλαίου είναι το μέσο για την εξίσωση των εθνικών ποσοστών κέρδους. Το ύψος του κέρδους εξαρτάται από την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, επομένως από το ύψος της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οσο πιό προχωρημένη είναι αυτή, τόσο χαμηλότερο είναι το γενικό ποσοστό κέρδους».                                             

5. Οι εξαγωγές κεφαλαίων καί ο ανταγωνισμός για την μονοπωλίων, συνεπικουρουμένων από τα κράτη τους, οδηγεί σε συγκρούσεις καί πόλεμους για νέα εδάφη καί σφαίρες επιρροής.

6. Η συνεχιζόμενη εξάγωγή κεφαλαίων από τις ανεπτυγμένες προς τις υπανάπτυκτες

χώρες θα οδηγήσει τελικά στην εξίσωση των επιπέδων ανάπτυξης των δύο αυτών ομάδων χωρών.

7. Θα υπάρξει τελικά εξίσωση των ποσοστών_κέρδο.υ.ς των διαφόρων βιομηχανικών καί άλλων κλάδων. Το ίδιο υποστηρίζουν καί οι κλασικοί καί οι νεοκλασικοί (πχ. την θεωρία του Samuelson για την εξίσωση των αμοιβών των συντελεστών παραγωγής μέσω του ανταγωνισμού τις διεθνείς αγορές πάνω τις τιμές των εισροών για την παράγωγη). Στον Hilferding ο διεθνής ανταγωνισμός.γίνεται.μεταξύ μεγάλων εθνικών.μονοπωλίων καί παίρνει ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά.

 

2.4 Ο Κautsky: οππορτουνιστικη θεωρία καί πολιτική

 

 Ο Κaytsky δεν έχει μία συστηματική καί ολοκληρωμένη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό. Δανείζεται την ανάλυση του , καί μάλιστα με αρκετά υποτιμητικό τρόπο, συχνά, περίπου διεκδικώντας την πατρότητα καί την αυθεντικότητα της.24 Χωρίς να προσθέτει τίποτα στο θεωρητικό πεδίο, κάνει επιμέρους τακτικιστικές διαμορφώσεις που είναι όμως καθοριστικές για την διαμόρφωση καί την θεωρητικο-πολιτική συγκρότηση της γραμμής – καί της προδοσίας – της Β’ Διεθνούς (με την οποία, άλλωστε, συμφωνούσε ο Hilferding)- Υποστηρίζει ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ένα ιδιαίτερο στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού αλλά μία ιδιαίτερη πολιτική, η οποία μπορεί να αντικατασταθεί από άλλου τύπου πολιτικές. Ορίζει τον ιμπεριαλισμό ως την τάση κάθε Βιομηχανικού καπιταλιστικού έθνους να προσαρτά ή να υποτάσσει όλο καί μεγαλύτερες αγροτικές περιοχές. Θεωρεί ότι η ιμπεριαλιστική πολιτική εκφράζει τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου καί των μονοπωλίων, αλλά βρίσκει αντίθετες μερίδες του βιομηχανικού κεφαλαίου που εξακολουθούν να έχουν συμφέρον την ειρήνη καί το ελεύθερο εμπόριο. Η σοσιαλδημοκρατία καί η εργατική τάξη δα πρέπει να συμμαχήσουν με τις μερίδες αυτές ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος. Λίγο πριν το ξέσπασμα του Α’ Παγκ. Πόλεμου αναδιατύπωσε τις απόψεις του με βάση την θεωρία του «υπερ-ιμπεριαλισμού», σύμφωνα μέ την οποία οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν ειρηνικά τις μεταξύ τους αντιθέσεις, να διαμοιράσουν τον κόσμο καί να συμφωνήσουν στην συνεκμετάλλευση του.25 Βέβαια, ο Κautsky δήλωνε ότι η προλεταριακή πάλη θα πρέπει να είναι εξίσου ανυποχώρητη εναντίον καί αυτής της πολιτικής. Ομως, τουλάχιστον, το φάσμα των πολέμων θα έχει εκλείπει.

Οι θέσεις αυτές ήταν το προστάδιο για την διαμόρφωση του «κέντρου» ή «βάλτου» μέσα στην Β’ Διεθνή, ο οποίος προσπαθώντας να κρατήσει τα προσχήματα καί κάποιες αποστάσεις από την δεξία της Διεθνούς συνοδοιπορούσε, ουσιαστικά, μαζί της. Βασικός άξονας προσανατολισμού τους ήταν η αναζήτηση μίας συμμαχίας με μερίδες της αστικής τάξης, γεγονός που οδήγησε στον αποπροανατολισμό καί τον εφησυχασμό αρχικά καί την προσχώρηση στον σοσιαλπατριωτισμό καί στον σοσιαλιμπεριαλισμό ακολούθως.

Οπως προκύπτει από τα παραπάνω, το ζήτημα της πολιτικής γραμμής είναι το πιό βασικό στοιχείο της θέσης του Κautsky. Από αυτή την άποΐ)η δεν είναι καθόλου αμελητέα, εφόσον πράγματι – σε αντίθεση μέ άλλες πιό πλήρεις θεωρητικά θέσεις – διέγραφε την γραμμή της Β’ Διεθνούς. Επιπλέον, ως πολιτική γραμμή του ρεφορμισμού εξακολουθεί – είτε με ρητές αναφορές στον Κautsky είτε άρρητα – να διαπερνά σημερινές ρεφορμιστικές τοποθετήσεις.

Αυτό καί μόνον είναι ενδεικτικό της σημασίας της καί της εμβέλειας της. Σχετικά μέ τις επιμέρους θέσεις του πρέπει να επισημανθούν δύο σημεία Πρώτον, η υποκαταναλωτική θεώρηση είναι έκδηλη στον ορισμό του: τα καπιταλιστικά έθνη κατακτούν αγροτικές (μη-καπιταλιστικές) περιοχές για να βρουν διεξόδους. Δεύτερον, όπως έχει επισημανθεί από τον Lenin, ο ορισμός αυτός διαχωρίζει την πολιτική του ιμπεριαλισμού από την οικονομία του, καταλήγοντας να συρρικνώνει τον ιμπεριαλισμό στην τάση για προσαρτήσεις.

 

2.5 Η παρέμβαση της Luxemburg: τα Μαρξικά σχήματα αναπαραγωγής, η δεωρία της υποκατανάλωσης καί ο ιμπεριαλισμός

 

Η ανάλυση της Luxemburg ξεκινά από μία εσφαλμένη κατανόηση του «Κεφαλαίου» -τόσο μεθοδολογικά, όσο καί του περιεχομένου της Μαρξικής θεωρίας της κρίσης καί των σχημάτων αναπαραγωγής του δευτέρου τόμου – καί καταλήγει σε μία θεωρία που αντίκειται

σε βασικότατες πλευρές της αντίληψης του Μβγχ για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Η Luxemburg θεώρησε ότι τα σχήματα αναπαραγωγής αποτελούν πρώτον, την δέση του Μarx για την άμεση καί συγκεκριμένη λειτουργία του καπιταλισμού καί δεύτερον, ότι εξυπονοούν την αέναη, χωρίς κίνδυνο καταστροφής διαδικασία καπιταλιστικής αναπαραγωγής σε διαρκώς διευρυνόμενη κλίμακα Κατά την , εάν αυτή ήταν πράγματι η λογική του Μάτχ τότε η προοπτική της νομοτελειακής κατάρρευσης του καπιταλισμού που οδηγεί στην επαναστατική ανατροπή του – ένα ζήτημα καυτό στην τότε ενιαία αλλά καί σπαρασσόμενη από την διαμάχη γύρω από τον οικονομισμό σοσιαλδημοκρατία – αδυνάτιζε σημαντικά. Προσπάθησε, επομένως, να δείξει ότι η υποτιθέμενη αντίφαση αυτή του δεύτερου τόμου ήταν το αποτέλεσμα ενός σημαντικού λογικού σφάλματος το οποίο ερχόταν σε αντίθεση μέ την γενικότερη προβληματική του Μβγχ. Το πρόβλημα της πραγματοποίησης (realisation problem) κλπ. Δεν βλέπει κανένα ζήτημα περιοδοποίησης του καπιταλισμού.

2.6 Ο Bukharin: θέσεις πριν καί μετά το 1918

Τα πρώτα κείμενα για τον ιμπεριαλισμό τόσο του Βukharin όσο καί του Lenin γράφτηκαν τον καιρό της εξορίας στο εξωτερικό, λίγο πριν το ξέσπασμα του Α’ Παγκ.Πολέμου. Ο Βukharin έγραψε πρώτος το 1915 το «Ιμπεριαλισμός καί η Παγκόσμια Οικονομία» (Βukharin (1976)). Ομως το βιβλίο τελικά εκδόθηκε το 1917. Στο μεταξύ ο Lenin έγραψε το 1916 τον «Ιμπεριαλισμό, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού» (Ι_βηίη (1975)). Οι δύο αυτές εργασίες αποτέλεσαν την βάση της μπολσεβίκικης άπονης (καί της πρώτης φάσης της Γ’ Διεθνούς) για τον ιμπεριαλισμό.

Οι βασικές θέσεις του «Ο Ιμπεριαλισμός καί η Παγκόσμια Οικονομία»:

1. Εκεί που ο Hilferding , θεωρούσε ότι υπάρχει ένα μόνον προτσές εν δράσει – η συγκέντρωση καί συγκεντροποίηση του κεφαλαίου – ο Βukharin διέκρινε δύο αντιφάσκουσες τάσεις: την διεθνοποίηση καί την εθνικοποίηση του κεφαλαίου, δηλαδή την αύξηση της διεθνούς αλληλεξάρτησης της παγκόσμιας οικονομίας καί την διαίρεση της τελευταίας σε εθνικά μπλοκ. Ο  Βukharin θεωρούσε ότι η αντίφαση αυτή οδηγεί το σύστημα στην σύγκρουση καί στην κατάρρευση. Η διεθνοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής μετέτρεπε τις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε αντιφάσεις της παγκόσμιας οικονομίας που με την σειρά τους περιόριζαν την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

2. Θεωρούσε ότι «όπως κάθε ατομική επιχείρηση είναι μέρος της «εθνικής» οικονομίας, έτσι κάθε μία από αυτές τις «εθνικές οικονομίες» περιλαμβάνεται στο σύστημα της παγκόσμιας οικονομίας» (Βυκη3πη (1972), σ.17). Το διεθνές εμπόριο είναι μία άπλη παραλλαγή της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας όπως αυτή μεταξύ διαφορετικών επιχειρήσεων καί επομένως εγκαθιστά ένα κοινό καί ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων παραγωγής σε παγκοσμία κλίμακα

Επομένως, ο διεθνής καταμερισμός εργασίας εκφραζόταν ως ένα ενιαίο σύστημα εξαγωγής καί διανομής υπεραξίας. Παγκόσμια μπουρζουαζία versus παγκόσμιο προλεταριάτο.

3. Νόμος της άνισης ανάπτυξης. Επιπλέον, δύο κατηγορίες κοινωνιών: αναπτυγμένες καί υπανάπτυκτες.

4. Καρτέλ καί τραστ σε εθνική, αρχικά, καί σε υπερεθνική βάση ύστερα

5. Ο ανταγωνισμός δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα τα μονοπώλια εντείνουν τον ανταγωνισμό. Επιπλέον, η συγκρότηση των κρατικο-μονοπωλιακών τραστ οξύνει τον ανταγωνισμό σε παγκόσμια κλίμακα

6.Eξαγωγές κεφαλαίου

7. κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός.

Στο πρώτο του κείμενο κυριαρχεί, εν πολλοίς καί παρά την αντίθετη τάση της εθνικοποίησης, η απόΐ)η του «Παγκόσμιου καπιταλισμού». Μετά την κριτική του Λένιν,αλλάζει αποψη. Στην κριτική του την Λούξεμπουργκ (κατ’ εξοχήν εκπρόσωπο της άπονης αυτής) υιοθετεί την λενινιστική θέση της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Επιπλέον ξεκαθαρίζει δύο σημαντικά σημεία:

1. οι εξαγωγές κεφαλαίου είναι αποτέλεσμα των διεθνών διαφορών στα ποσοστά κέρδους (πράγμα καθόλου καθαρό στον  Hilferding,, πίσω από την συσκοπσπκή έννοια του «περισσεύματος κεφαλαίου»).

2. οι εξαγωγές εμπορευμάτων συνδέονται στενά με τις εξαγωγές κεφαλαίου (χωρίς όμως να το διερευνήσει περισσότερο).

2.7 Ο Lenin, η προδοσία της Β’ Διεθνούς, ο πόλεμος καί ο ιμπεριαλισμός

1. Το πιό γνωστό κείμενο για τον ιμπεριαλισμό του Lenin, «Ο Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», είναι έργο πολεμικής καί εκλαΐκευσης (όπως λέγεται ξεκάθαρα στον υπότιτλο του, πρόκειται για εκλακευτικό σκιαγράφημα). Ο στόχος του είναι εν μέρει θεωρητικός καί εν μέρει πολιτικός, με έμφαση στο δεύτερο στοιχείο (ο Κaytsky, ο σοσιαλπατριωτισμός καί ο ρεφορμισμός). Γι’ αυτό το θεωρητικό περιεχόμενο του είναι έλλειπες καί κινείται συνειδητά σε χαμηλό επίπεδο αφαίρεσης. Επιπλέον προβαίνει σε επιμέρους τακτικές συμμαχίες μέ αστικές απόψεις (πχ. Ηοbsοη).

2. Βασικό στοιχείο: ο ιμπεριαλισμός είναι ξεχωριστό στάδιο του καπιταλισμού.

3. Νόμος της ανισομερούς ανάπτυξης καί ιμπεριαλιστική αλυσίδα

4. Αναγνωρίζει πέντε θεμελιακές τάσεις:

α συγκέντρωση-συγκεντροποίηση του κεφαλαίου καί εμφάνιση των μονοπωλίων

β. χρηματιστικό κεφάλαιο

γ. η εξαγωγή κεφαλαίου, διακρινόμενη από την εξαγωγή εμπορευμάτων, αποκτά εξαιρετική σημασία

δ. σχηματισμός διεθνών μονοπωλιακών καπιταλιστικών συνδυασμών που μοιράζουν μεταξύ τους τον κόσμο

ε. εδαφική διαίρεση του κόσμου μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων

5. Εργατική αριστοκρατία = η ταξική βάση του σοσιαλπατριωτισμού.

Η προϊστορία της θέσης αυτής βρίσκεται στον Εηgels, ο οποίος τόσο στην αλληλογραφία του με τον Μάrχ, το 1858 καί το 1881, όσο καί με τον Κautsky, το 1882, έγραφε ότι τα μεγάλα Αγγλικά συνδικάτα σχηματίζουν μία αριστοκρατία μέσα στην εργατική τάξη καί επιπλέον ότι η αγγλική εργατική τάξη αστοποιείται παίρνοντας μερίδιο από τα αποικιακά κέρδη της Αγγλικής αυτοκρατορίας. Η θέση αυτή αναδιατυπώθηκε στην εισαγωγή της 2ης έκδοσης του 1892 του βιβλίου του «Η κατάσταση της εργατικής τάξης την Αγγλία».26 Εξάλλου ο όρος ήταν ήδη διαδεδομένος στις Αγγλικές κοινωνικό- πολιτικές συζητήσεις στην δεκαετία του 1880 καί παρέπεμπε στους «τεχνίτες» (artisants), δηλαδή τους ειδικευμένους καί αυτεπάγγελτους μάστορες καί εργάτες καί πιό ειδικά σε αυτούς που ήταν οργανωμένοι σε συνδικάτα – διαδόχους των παλιών συντεχνιών (δες σχετικές αναφορές του Schulze-Gaevernitz στις οποίες αναφέρεται ο Lenin στον «Ιμπεριαλισμό»).

Επιπρόσθετα, ο Λένιν είχε μεταφράσει, κατά την διάρκεια της Σιβηριανής εξορίας του, την πιό πλήρη καί καλοπληροφορημένη εργασία πάνω στα «αριστοκρατικά» συνδικάτα του 19ου αιώνα, την «Βιομηχανική Δημοκρατία» των Φαβιανών Sidney και Beatrice Webb(σημειωτέον ότι ο Bernsteiη είχε επηρεασθεί από τους Φαβιανούς).

            Ο Λένιν επεξεργάσθηκε την έννοια αυτή πρώτα στον «Ιμπεριαλισμό» καί ακολούθως -καί με μεγαλύτερη πληρότητα – στο άρθρο του «Ο ιμπεριαλισμός καί η Διάσπαση» («Ιmperialism and the Split»), το φθινόπωρο του 1916. Υποστήριξε ότι οι αιτίες του φαινομένου αυτού είναι:

(1) η υποταγή του «συνειδητού στοιχείου» της τάξης στον αυθορμητισμό καί, κατά συνέπεια η υποταγή στην αστική ιδεολογία

(2) η επικράτηση του οικονομισμού καί των στενά οικονομιστικών συνδικαλιστικών διεκδικήσεων

Για να αντιμετωπισθεί αυτό το καρκίνωμα στο έδαφος του εργατικού κινήματος, έθεσε δύο άξονες: (1) «να πάμε χαμηλότερα καί βαθύτερα, στις πραγματικές μάζες» καί, (2) να υπάρξει καθολική ρήξη μέ τον ρεφορμισμό.

6. Η τάση σαπίσματος του καπιταλισμού

7. Ανταγωνισμός, σημασία του πολιτικου-κρατικού στοιχείου. Σφάλμα υπερ-ιμπεριαλισμού.

* Ανοιχτό το ζήτημα του οικονομικού μηχανισμού. Σε ορισμένα σημεία φαίνεται να υποστηρίζει τις υποκαταναλωτικές απόψεις του Ηοbsοη.

* Ανοιχτό το ζήτημα των μονοπωλίων καί του ανταγωνισμού.

Το δασικό σ’ αυτό το προτσές από οικονομική άποψη είναι η αντικατάσταση του κεφαλαιοκρατικού ελεύθερου συναγωνισμού με τα κεφαλαιοκρατικά μονοπώλια Ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι η δασική ιδιότητα του καπιταλισμού καί της εμπορευματικής παραγωγής γενικά Το μονοπώλιο είναι η άμεση αντίθετη του ελεύθερου συναγωνισμού. Ο τελευταίος όμως άρχισε μπροστά στα μάτια μας να μετατρέπεται σε μονοπώλιο, δημιουργώντας τη μεγάλη παραγωγή, εκτοπίζοντας τη μικρή, αντικαθιστώντας τη μεγάλη με την πολύ μεγάλη, οδηγώντας τη συγκέντρωση της παραγωγής καί του κεφαλαίου ως το σημείο που απ’ αυτήν αναπτυσσόταν καί αναπτύσσεται το μονοπώλιο: τα καρτέλ, τα συνδικάτα, τα τραστ καί το συγχωνευόμενο μ1 αυτά κεφάλαιο καμία δεκαριά τραπεζών που διαχειρίζονται δυσεκατομμύρια Ταυτόχρονα τα μονοπώλια, ξεπηδώντας από τον ελεύθερο συναγωνισμό, δεν τον καταργούν, μα υπάρχουν πάνω σ’ αυτόν καί δίπλα σ’ αυτόν, γεννώντας έτσι μία σειρά από εξαιρετικά οξείες καί βίαιες αντιθέσεις, προστριβές, συγκρούσεις.

(Leniη (1975), σ.85)

Πουθενά στον κόσμο δεν υπήρξε καί δεν θα υπάρξει μονοπωλιακός καπιταλισμός χωρίς τον ελεύθερο συναγωνισμό σε ολόκληρους κλάδους. Να περιγράφεις ένα τέτοιο σύστημα σημαίνει να περιγράφεις ένα σύστημα αποσπασμένο από τη ζωή καί όχι σωστό. Αν ο Μarχ έλεγε για τη μανιφακτούρα πως ήταν το εποικοδόμημα πάνω στη μαζική μικρή παραγωγή, τότε ο ιμπεριαλισμός καί ο χρηματιστικός καπιταλισμός είναι το εποικοδόμημα πάνω στον παλιό καπιταλισμό. Αν γκρεμίσουμε την κορυφή του θα φανεί ο παλιός καπιταλισμός.

(Λένιν (1977), Απαντα τόμος 38, 8ο Συνεδριο του ΚΚΡ (μα), σ.151-4)

Σε ένα κείμενο του 1917 σχετικά μέ την VII Συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ (μπ) ο Λένιν (1977, τομ32, σ.145-146 καί Λένιν (1987, σ.129-130) γράφει:

Ο ιμπεριαλισμός στην πραγματικότητα, δε μεταμόρφωσε κι ούτε μπορεί να μεταμορφώσει τον καπιταλισμό από κάτω ως πάνω. Ο ιμπεριαλισμός περιπλέκει καί οξύνει τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, «μπλέκει» τον ελεύθερο συναγωνισμό με τα μονοπώλια, όμως δεν μπορεί να εξαλείφει την ανταλλαγή, την αγορά, το συναγωνισμό, τις κρίσεις κλπ.

Ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σβήνει, μα δεν έσβησε, που πεθαίνει, μα δέν πέθανε. Οχι καθαρά μονοπώλια, μα μονοπώλια δίπλα στην ανταλλαγή, την αγορά, το συναγωνισμό, τις κρίσεις – να η πιο ουσιώδης ιδιομορφία του ιμπεριαλισμού γενικά

Γ αυτό είναι θεωρητικά λαθεμένο να διαγράφουμε γενικά την ανάλυση της ανταλλαγής, της εμπορευματικής παραγωγής, των κρίσεων κλπ. καί «να αντικαταστήσουμε» την ανάλυση αυτή μέ την ανάλυση του ιμπεριαλισμού σαν σύνολο. Γιατί ένα τέτοιο σύνολο δεν υπάρχει. Υπάρχει πέρασμα από τον ανταγωνισμό στο μονοπώλιο, καί γι’ αυτό θα είναι πολύ πιό σωστό, θα απεικονίζει την πραγματικότητα με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια ένα πρόγραμμα που θα κρατήσει τη γενική ανάλυση της ανταλλαγής, της εμπορευματικής παραγωγής, των κρίσεων κλπ., καί θα προσθέτει τον χαρακτηρισμό των αναπτυσομένων μονοπωλίων. Ακριβώς αυτή η συνένωση των δύο αντιφατικών «αρχών»: του ανταγωνισμού καί του μονοπωλίου είναι το ουσιώδες για τον ιμπεριαλισμό, καί ακριβώς αυτό είναι που προετοιμάζει την κατάρρευση, δηλαδή τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Διακρίνει τους εξής τύπους εκδήλωσης μονοπωλιακών τάσεων (Λένιν (1975), σ.120-121):

1. λόγω της συγκέντρωσης της παραγωγής

2. για την διασφάλιση των σπουδαιότερων πηγών πρώτων ύλων

3. από την διαπλοκή του τραπεζικού κεφαλαίου με την παραγωγή.

4. από την αποικιακή πολιτική, δηλαδή τον αγώνα για την εξασφάλιση σφαιρών επιρροής, εξαγωγών κεφαλαίου, πηγών πρώτων υλών.

Εχουν διατυπωθεί πολλές επικρίσεις ότι το μοντέλο του χρηματιστικού κεφαλαίου αντιπροσωπεύει πιστά την περίπτωση της Γερμανίας, αλλά όχι τόσο της Γαλλίας καί πολύ περισότερο της Αγγλίας. Υπάρχει πράγματι διαφορά στις μορφές, αλλά όχι στην ουσία Στην Γερμανία η υπαγωγή της βιομηχανίας στο τραπεζικό κεφάλαιο καί η ενοποίηση τους μεγαλύτερη. Αντίθετα, στην Αγγλία το τραπεζικό κεφάλαιο διατήρησε μεγαλύτερες αποστάσεις από την άμεση εμπλοκή του στην παραγωγή, παραμένοντας – καί εκμεταλλευόμενο τον ρόλο του ως – τραπεζίτη της Αυτοκρατορίας. Επίσης, το Γαλλικό τραπεζικό κεφάλαιο επιδόθηκε, σχετικά αυτονομημένο από το βιομηχανικό, σε διεθνείς έμμεσες κυρίως επενδύσεις. Ο Λένιν δείχνει, σε άλλα κείμενα, ότι ήταν ενήμερος των διαφορών αυτών (πχ.Λένιν (1977), τομ.32, διάλεξη «Πόλεμος καί Επανάσταση», επίσης στην συλλογή Λένιν (1987), σ.122).

* Αρχικά υιοθετούσε την άποψη του «παγκόσμιου καπιταλισμού». Μετά την απέρριψε («Δικαίωμα αυτοδιάθεσης» κλπ.). Η τομή αυτή, σε σχέση με την μέχρι τότε παράδοση της Αριστεράς, είναι σημαντική. Μέχρι τότε επικρατούσε μία «παγκόσμια» οπτική που κατέληγε εύκολα στην προβολή της αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία στο παγκόσμιο επίπεδο μέ άμεσο τρόπο: το παγκόσμιο προλεταριάτο εναντίον της παγκόσμιας μπουρζουαζίας. Επακόλουθο της οπτικής αυτής ήταν – στην αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας – η δυσπιστία απέναντι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών, εφόσον πρόβαλλε παρωχημένες αντιθέσεις μεταξύ εθνών καί συσκότιζε την θεμελιακή αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Η θέση αυτή – στις αριστερές πάντα διατυπώσεις της, καί όχι φυσικά στις σοσιαλιμπεριαλιστικές – έθετε με έναν τίμιο μεν αλλά γραμμικό καί αντιδιαλεκτικό τρόπο το πρόβλημα καί την σχέση του μέ την σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Λένιν σταδιακά καί εμπειρικά, συλλαμβάνοντας με αυτόν τον εξαιρετικά οξυδερκή τρόπο που τον διέκρινε τα καίρια ζητήματα της επαναστατικής κατεύθυνσης, έφθασε να ξεπεράσει την απλοϊκή αυτή θέση. Η διατύπωση της θέσης γιά το δικαίωμα εθνικής αυτοδιάθεσης τον οδήγησε στην θεωρία της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και των αδύνατων κρίκων.

2.8 Stalin και Γ’ Διεθνής: το κλείσιμο της συζήτησης

– Οχι απόδοση του συνόλου των επεξεργασιών της Διεθνούς στον σταλινισμό

–          Η θεωρία της γενικής κρίσης καί η πάλη των δύο στρατοπέδων.

Ουσιαστική επιστροφή σε αστικές προβληματικές όπου το πολιτικό στοιχείο – ως διαχωρισμένη φετιχιστική μορφή τόσο της αστικής θεωρίας όσο καί της πραγματικότητας αποκτά ουσιαστική πρωτοκαθεδρία (ανάλογες οι αστικές θεωρίες που απέδιδαν τον ιμπεριαλισμό στους αντιπάλους της χώρας τους).

2.3 Η σημασία της κλασικής συζήτησης σήμερα

Η κλασική συζήτηση αποτελεί μίαν ενότητα που δεν μπορεί καί δεν πρέπει να παραγνωρισθεί. Αντίπαλες καί φίλιες κατευθύνσεις αλληλοδιαπλέκονται με έναν εξαιρετικά περίπλοκο τρόπο. Το γεγονός αυτό έχει όντως αντικειμενικές ρίζες. Η διάσπαση του εργατικού κινήματος καί ο σχηματισμός τόσο του «αστικού εργατικού κόμματος» (κατά την έκφραση του Εηgels) όσο καί του αντικαπιταλιστικού ρεύματος ήταν υπό διαμόρφωση, με αποτέλεσμα στοιχεία καί των δύο κατευθύνσεων να αλληλοσυμπλέκονται. Επιπλέον, επρόκειτο για μία κίνηση – καί σύγκρουση – σε άγνωστο καί αχαρτογράφητο έδαφος. Τόσο ο ριζικός μετασχηματισμός του Διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού όσο καί η εύλογη έλλειψη μελέτης του από τους Μάrχ καί Εηgels δεν προμήθευαν μία προηγουμένη γνώση καί εμπειρία

Ο ενιαίος χαρακτήρας της κλασικής συζήτησης δεν σημαίνει ότι τα ρεύματα καί οι κατευθύνσεις που διαγράφθηκαν στα πλαίσια της είναι άλληλοσυμβατά* κάθε άλλο. Τόσο θεωρητικά όσο καί πολιτικά οι δρόμοι που διανοίχθηκαν είναι αντίπαλοι, γεγονός που καταγράφθηκε με το ιστορικό σχίσμα στους κόλπους του εργατικού κινήματος μεταξύ κομμουνιστών καί σοσιαλδημοκρατών. Η αντιπαλότητα αυτή συγκροτήθηκε κατ’ αρχήν στο πεδίο επαναστατική κατεύθυνση ή ρεφορμισμός, δηλαδή στο ενδιάμεσο πεδίο της πολιτικής γραμμής. Αφετέρου, καί πάντα σε σύνδεση μέ το προηγούμενο, συγκροτήθηκε θεωρητικά. Συχνά αυτό έχει εκλειφθεί ως αδυναμία καί κατά κάποιο τρόπο υπαγωγή της θεωρίας σε «χυδαίες» αναγκαιότητες της πολιτικής (πχ. Παλαιός (1987)). Πρόκειται για μία κατηγορία που εμφορείται από διανοουμενίστικο ντίλεταντισμό. Αν καί πράγματι υπήρξαν πολλές καί κραυγαλέες περιπτώσεις υπαγωγής σε κοντοπρόθεσμες ή/καί κοντόφθαλμες πολιτικές αναγκαιότητες, θα ήταν άδικο να επιρριφθεί η κατηγορία αυτή στην κλασική συζήτηση. Αντίθετα, ένα από τα πιό χρήσιμα στοιχεία της ήταν αυτή ακριβώς η ενότητα θεωρίας-πράξης, θεωρίας-πολιτικής που χαρακτηρίζει τον Κλασικό Μαρξισμό σε αντίθεση μέ τους διαδόχους του.

Αρα ενότητα αλλά καί ασυμφιλίωτη αντίθεση μέσα στους κόλπους της κλασικής συζήτησης. Ενότητα ως προς την γένεση καί το πεδίο σύγκρουσης, ασυμφιλίωτη αντίθεση ως προς την μελλοντική πορεία η οποία όμως δεν έχει ακόμη διανυθεί, αλλά οι γενεσιουργές κατευθύνσεις της είναι ήδη υπό κύηση. Ετσι, πρόκειται για σφάλμα το να θεωρεί κανείς τα κείμενα του ίβηιη (καί γενικά της μπολσεβίκικης κατεύθυνσης) ως το Α καί το Ω της θεωρίας του ιμπεριαλισμού, εφόσον αυτά δεν μπορούν να κατανοηθούν, ούτε θεωρητικά ούτε πολιτικά, σε διάκριση από το συνολικό πλαίσιο της αντιπαράθεσης. Συγχρόνως όμως είναι λάθος το να μην γίνει διάκριση των ξεχωριστών κατευθύνσεων. Ως προς το τελευταίο, είναιτο ρεύμα του Λένιν και του – άδικα παραγνωρισμένου – Βukhariη που αντιπροσωπεύει τον πιό πρόσφορο δρόμο για τον επαναστατικό Μαρξισμό καί το εργατικό κίνημα. Οχι μόνο γιατί η πολιτική του κατεύθυνση υπήρξε, παρόλα τα μετέπειτα προβλήματα, η αντικαπιταλιστική κατεύθυνση της εποχής τους – άλλωστε καί η Luxemburg εκπροσώπησε επάξια την κατεύθυνση αυτή. Αλλά γιατί τόσο το θεωρητικό του περιεχόμενο όσο καί η ειδική ενότητα θεωρίας καί πολιτικής αποτελούν τον πιό πρόσφορο δρόμο.

Το τελευταίο σημείο είναι εξαιρετικά σημαντικό. Από μόνες τους, οι περισότερες θέσεις των Βukhariη και Λένιν υπάρχουν στους περισσότερους θεωρητικούς της συζήτησης καί μάλιστα πολλές έλκουν την πατρότητα τους από τους τελευταίους. Η αντίθεση στον πολιτικίστικο ορισμό του Κautsky.

Συνεχίζεται ασίγαστη η πάλη για το ξαναμοίρασμα των πεδίων οικονομικής καί πολιτικής κυριαρχίας μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων καί μπλοκ. Η πάλη αυτή διεξάγεται καί τις δύο διαστάσεις που εμπεριέχει ο ορισμός του Leniη: (1) μεταξύ των υπερεθνικών μονοπωλίων καί, (2) μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών και συνασπισμών. Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος, δεν αφορά πλέον κατάκτηση αποικιών, όπως κατά την περίοδο της κλασικής συζήτησης, αλλά σχέσεις ιεραρχικής εξάρτησης μεταξύ ανεξαρτήτων κρατών στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.

Κεφ. III. ΟΙ ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ

Οι νεώτερες θεωρίες αναδύονται στην περίοδο μετά τον Β’ Παγκ. Πόλεμο. Οι πρώτες από αυτές παρουσιάζονται μέσα στα δύσκολα για οποιαδήποτε αριστερή φωνή στην Δύση χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Ως εκ τούτου προσπαθούν να βρουν στηρίγματα καί συμμάχους σε κάποιες ετερόδοξες αστικές προβληματικές. Ομως, τόσο οι εσωτερικές αδυναμίες τους όσο καί η συμμαχία αυτή τις οδηγεί σε μία υπαγωγή στο έδαφος του αντιπάλου – έστω καί στις ετερόδοξες καί ριζοσπαστικές εκδοχές του. Πρόκειται, μεταφορικά, για την κυριαρχία του Ηοbsοη πάνω στον Leniη.

Επίσης, είναι άξιο επισήμανσης ότι οι περισσότερες νεώτερες θεωρίες βαδίζουν πάνω στα ίχνη καί αντιπαρατίθενται μεταξύ τους σχεδόν στις ίδιες διαχωριστικές γραμμές με τις κλασικές θεωρίες.

3.1 Οι θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας

Ιδιαίτερο βάρος πρέπει να δοθεί στις απόψεις της ‘Σχολής της Μηνιαίας Επιθεώρησης» αλλά καί στις πιό ιδιόμορφες καί αιρετικές απόψεις λατινοαμερικάνων θεωρητικών του ρεύματος αυτού, όπως των Cordoba και Cardoso. Ενας ανεπαρκής καί περιορισμένος τύπος ταξινόμησης των θεωριών της εξάρτησης προτάθηκε από τον Ρalma(1978), σύμφωνα μέ τον οποίο διακρίνονται τρία θεωρητικά ρεύματα

1. Η θεωρία της ανάπτυξης της υπανάπτυξης των Α.G.Frank,P.Baran κλπ. η οποία αναφέρεται στον Μαρξισμό καί στην θεωρία του ιμπεριαλισμού. Διαφοροποιήσεις καί πιό εκλεπτυσμένες εκδοχές της προτάθηκαν από τους Dos Santos,Pizzaro καί άλλους ερευνητές του Κέντρου Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Χιλής.

2. Οι θεωρίες του δυϊσμού που προέκυψαν από την μερική αναθεώρηση των θέσεων του Prebisch και της  ΕCLΑ (Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Λατινική Αμερική) από μαθητές του Prebisch, όπως οι C.Furtado και Ο.Sunkel. Ως γνωστόν, η θέση των Ρrebisch-Singer υποστηρίζει ότι υπάρχει μία συνεχής επιδείνωση των όρων εμπορίου των χωρών του Τρίτου Κόσμου, δηλαδή της συνεχούς αύξησης του Λόγου της μέσης τιμής των εισαγωγών των χωρών αυτών προς την μέση τιμή των εξαγωγών τους. Τις απόψεις αυτές υποστήριξε καί η ΕCLΑ. Πρόκειται για ριζοσπαστικές ετερόδοξες απόψεις στα πλαίσια όμως της αστικής θεωρίας.

3. Ο Cardosο, επικρίνοντας τον μηχανιστικό χαρακτήρα καί την καθοριστική διασύνδεση εξάρτησης καί υπανάπτυξης μέ αφηρημένους νόμους, πρότεινε την ανάλυση συγκεκριμένων καταστάσεων καί μορφών εξάρτησης βάσει της ιστορικής εμπειρίας (δες Cardosο,  (1972)).

Η ταξινόμηση του Ρalma έχει το προσόν ότι αποτελεί μία εκ των έσω μαρτυρία της κατάστασης πραγμάτων της θεωρίας της εξάρτησης, τόσο στις ετερόδοξες όσο καί στις μαρξίζουσες εκδοχές της. Ομως αδυνατεί να συλλάβει την ουσία του ζητήματος του ιμπεριαλισμού καί της εξάρτησης όσο καί το εύρος του χώρου που μελετά. Για να υπάρξει μία ευκρινής αλλά καί ουσιακά εύστοχη έκθεση των τάσεων, της θεματικής μετεξέλιξης καί τελικά των σχέσεων της θεωρίας της μητρόπολης-περιφερειας τόσο με τον Μαρξισμό όσο καί με την αστική θεωρία – ετερόδοξη καί μη – είναι αναγκαα μία διαφορετική οπτική. Η ανάλυση που προτείνουμε ακολουθεί τις βασικές γραμμές της τυποποίησης που έχει προταθεί από τον Μηλιό (1983) καί που είναι σαφώς πιό πλήρης καί εύστοχη. Εξι, όχι πάντα σαφώς διακριτά, ρεύματα συνθέτουν τον γαλαξία των θεωριών μητρόπολης-περιφερειας.

3.1.1 Η βασική προσέγγιση

Η βασική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η ύπαρξη σχέσεων ιμπεριαλιστικής εξάρτησης μεταξύ μητρόπολης καί περιφέρειας οδηγεί στην (καπιταλιστική) υπανάπτυξη της τελευταίας. Στα πλαίσια αυτά συγκροτούνται δύο κατευθύνσεις μελέτης. Η πρώτη επικεντρώνεται κυρίως στην παγκόσμια οικονομία καί περιγράφει την ανισομέρεια στην παγκόσμια παραγωγή, στο διεθνές εμπόριο, στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων κλπ. καί εντοπίζει καί περιγράφει την συνεχή μεταφορά πόρων από τον Τρίτο Κόσμο προς την μητρόπολη (την λεγομένη λεηλασία του Τρίτου Κόσμου). Η δεύτερη – καί πιό διαδεδομένη – προσανατολίζεται βασικά στα αποτελέσματα που έχει η εξάρτηση στην εσωτερική δομή των χωρών της περιφέρειας (κυριαρχία του ξένου κεφαλαίου, οικονομική-πολιτική-τεχνολογική-πολιτιστική εξάρτηση κλπ.). Η ιμπεριαλιστική εξάρτηση διαστρεβλώνει την οικονομία της περιφέρειας καί την κάνει αναγκαστικά εξωστρεφή, επιβάλλοντας την ειδίκευση σε ένα περιορισμένο αριθμό προϊόντων χαμηλής τεχνολογίας που παράγονται με σχετικά χαμηλό κόστος – λόγω των χαμηλών μισθών – που εξάγονται στις μητροπόλεις. Συνεπώς, όπως δηλώνει ο Ργ3πκ, δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.

Πρόκειται για μία θεωρητική θέση που συνθέτει τόσο ορισμένες επιφανείς ετερόδοξες αστικές προβληματικές όσο καί στοιχεία της Μαρξιστικής παράδοσης. Η θέση των Ρrebisch-Singer

Συγκεφαλαιώνοντας, η υπανάπτυξη της περιφέρειας θεωρείται αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης καί εκμετάλλευσης, είναι δηλαδή προϊόν του παγκόσμιου καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας. Η υπανάπτυξη δεν αποτελεί ένα πρώιμο στάδιο της ανάπτυξης αλλά ένα αποτέλεσμα εξωγενών παραγόντων, που εντούτοις είναι ενδογενείς τα πλαίσια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος που η περιφέρεια αποτελεί τμήμα του. Η βασική προσέγγιση αποτελεί την κύρια μήτρα από την οποία θα προκύψουν όλα τα άλλα ρεύματα καί διαφοροποιήσεις.

3.1.2 Δυϊσμός καί παραμόρφωση της περιφέρειας

Το ρεύμα αυτό συγροτηθηκε ως απάντηση σε προφανή εμπειρικά αλλά καί θεωρητικά προβλήματα της βασικής προσέγγισης, όπως την μονοδιάστατη καί εξαιρετικά αυθαίρετη σύνδεση εξάρτησης-υπανάπτυξης καί την ανάδυση αναπτυγμένων καπιταλιστικών δραστηριοτήτων σε χώρες που ορίζονταν ως περιφερειακές. Συγγραφείς όπως οι Sunkel,Paz,Quijano- έχοντας την εμπειρία χωρών όπου συνυπήρχαν το καπιταλιστικό σύστημα, μεγάλη εξάρτηση αλλά ταυτόχρονα καί σημαντική ανάπτυξη (πχ. Βραζιλία) – εισήγαγαν την έννοια του δυϊσμού και της παραμορφωμένης ανάπτυξης ως θετική τροποποίηση των αδυναμιών της βασικής προσέεγγισης. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι ο δυϊσμός είναι ένα ρεύμα που προϋπήρχε ήδη μέσα στα πλαίσια των ορθόδοξων οικονομικών της ανάπτυξης ως μία ετερόδοξη προβληματική, η οποία χωρίς να αναιρεί το συνολικό πεδίο τους αμφιβητούσε σημαντικές πλευρές τους (πχ. η θεωρία του κοινωνικού δυϊσμού του Βoeke(1953), το υπόδειγμα του τεχνολογικού δυϊσμού του Εckaus(1955)).

Ο πυρήνας των θεωριών του δυϊσμού είναι η θέση ότι, ως αποτέλεσμα της εξάρτησης, οι υπανάπτυκτες περιφερειακές κοινωνίες διαχωρίζονται σε δύο αυτόνομους τομείς: (α) ένα μοντέρνο, δηλαδή καπιταλιστικό καί σχετικά ανεπτυγμένο τομέα, καί (6) ένα παραδοσιακό τομέα με εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα, που βασίζεται σε προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής καί εκμετάλλευσης. Ο πρώτος είναι δημιούργημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης καί την οποία εξακολουθεί να υποστηρίζει, υπηρετώντας τις ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς καί όχι της εσωτερικής-εθνικής αγοράς που παραμένει στενή καί χωρίς δυναμισμό. Το γεγονός ότι οι δύο αυτοί τομείς παραμένουν ασύνδετοι μεταξύ τους συνεπάγεται ότι ο ανεπτυγμένος τομέας παραμένει ένας θύλακας στο εσωτερικό των περιφερειακών οικονομιών, χωρίς να διαχέει την ανάπτυξη στο εσωτερικό, αλλά συνδεόμενος βασικά με το εξωτερικό. Κατά συνέπεια, ο δυϊσμός αυτός καί η ιδιόμορφη εξωστρέφεια του οδηγούν στην κοινωνική αποδιάρθρωση των υπανάπτυκτων χωρών, που στην ουσία δημιουργεί «δύο κοινωνίες».

Τυπικό εκπρόσωπο του ρεύματος αυτού αποτελεί η θεωρία της διεθνούς ολοκλήρωσης καί εθνικής αποσύνθεσης ή εθνικού δυϊσμού των Sunkel,Paz. Σύμφωνα μέ αυτήν υφίσταται μία έντονη οικονομική ολοκλήρωση μεταξύ των ανεπτυγμένων καί υπανάπτυκτων χωρών που έχει μία διπλή επίπτωση στις δεύτερες. Αφενός συνεπάγεται όπ ορισμένες περιοχές τους γνωρίζουν έντονη ανάπτυξη, αφετέρου όμως άλλες όχι μόνο μένουν στάσιμες αλλά καί υποβαθμίζονται. Το αποτέλεσμα είναι ο εθνικός δυϊσμός των κοινωνιών αυτών. Φυσικά υπάρχουν καί άλλες περιοχές που βρίσκονται τελείως εκτός των επιπτώσεων της διεθνούς ολοκλήρωσης. Παραλλαγή

 

Σχέσεις των θεωριών μητρόπολης-περιφέρειας μέ τον Σοβιετικό μαρξισμό.

3.2 Ο νεο-σμιθιανός μαρξισμός: η θεωρία του Νέου Διεθνούς Καταμερισμού Εργασίας

3.3 Οι θεωρίες της εταιρικής ολοκλήρωσης

3.4 Η δυτικογερμανική συζήτηση για την παγκόσμια οικονομία

ρεύματα, Βυsch (1983)

3.5 Αγγλοσαξωνικές συζητήσεις

Κεφ. IV.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΗΜΕΡΑ: Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΔΙΑΤΥΠΩΣΗΣ

– προβλήματα και αντιφάσεις των κλασικών θεωριών

– το μεθοδολογικό υπόβαθρο της θεωρίας του ιμπεριαλισμού (σχήματα αναπαραγωγής, περιοδολόγηση καπιταλισμού κλπ.)

– το θεματικό περιεχόμενο της (συγκέντρωση και συγκεντροποίηση, μονοπώλια, οικονομικός μηχανισμός, δύο πόλοι [σχέσεις μεταξύ ανεπτυγμένων χωρών, σχέσεις ανεπτυγμένων-περιφέρειας] κλπ.)

– ιστορικές τάσεις και μορφές

– μορφές διακίνησης κεφαλαίου:

1. Αμεσες επενδύσεις . Μεταφορά κεφαλαίων σε μία άλλη χώρα με σκοπό είτε την ίδρυση μιας νέας επιχείρησης είτε την μερική ή ολική εξαγορά και έλεγχο μιας ήδη υφιστάμενης.

2. Επενδύσεις χαρτοφυλακίου. Μεταφορά κεφαλαίων σε τρίτη χώρα με σκοπό την πραγματοποίηση κέρδους και χωρίς τον άμεσο τουλάχιστον έλεγχο του φορέα που χρηματοδοτείται. Ομόλογα (κρατικά ή ιδιωτικά). Ειδική μορφή τους είναι ο τραπεζικός δανεισμός.

3. Εμπορικές πιστώσεις. Είναι πιστώσεις που στοχεύουν στην πραγματοποίηση εξαγωγών και δίνονται από τους εξαγωγείς προς τους εισαγωγείς.

Μέχρι το 1914 κυρίαρχες οι έμμεσες επενδύσεις.

Μετά το 1945 κυρίαρχες οι άμεσες επενδύσεις με βασικούς φορείς τις πολυεθνικές εταιρείες.

Μετά το 1970 αναβαθμίζεται σημαντικά ο ρόλος των διεθνών τραπεζικών πιστώσεων. Κρίση (άρα όχι επενδύσεις) και χρηματοοικονομική απελευθέρωση.

Οι Αλτουσεριανοί θεωρούν τον κοινωνικό σχηματισμό (δηλαδή μια συγκεκριμένη, ιστορικά προσδιορισμένη περίπτωση όπου ένας αριθμός ιστορικά δοσμένων διαφορετικών τρόπων παραγωγής συνυπάρχουν υπό την συναρθρωτική κυριαρχία ενός εξ αυτών) ως το μόνο συγκεκριμένα απτό υλικό. Επομένως του αποδίδουν πραγματικό ιστορικό χρόνο. Η έννοια του τρόπου παραγωγής θεωρείται ότι ανήκει στην σφαίρα της θεωρίας και επομένως δεν είναι κατάλληλη για την περίοδολογηση της ζωντανής ιστορίας, αλλά μόνο για την λογική της ανάλυση. Κατά συνέπεια, η θεωρία της οικονομικής ιστορίας θα έπρεπε να μελετά μόνον υπαρκτούς κοινωνικούς σχηματισμούς (οι οποίοι αποτελούν την συνάρθρωση αρκετών τρόπων παραγωγής) και δεν έχει τίποτα να κάνει *με τις τάσεις οι οποίες προσδιορίζονται από την θεωρητική ανάλυση ενός απομονωμένου τρόπου παραγωγής* (Αlthusser-Βalibar (1977) σ.300). Η θέση αυτή έχει εκφραστεί σε ακόμη πιο ακραία μορφή από τον Πουλαντζά, ο οποίος με τον τρόπο αυτό παρείχε για άλλη μια φορά τα πιο κατάλληλα εργαλεία για την μετέπειτα ανάπτυξη των ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς. Ο Πουλαντζάς υποστηρίζει οτι η περιοδοποίηση:

… εφαρμόζεται στο επίπεδο του κοινωνικού σχηματισμού, δηλαδή τις μορφές ύπαρξης ενός τρόπου παραγωγής, σε αυτή την περίπτωση του καπιταλιστικού: δεν εξάγεται από τις υποτιθέμενες «τάσεις* του τρόπου παραγωγής καθ’ εαυτού, ο μπορούν να περιοδολογηθούν, εφόσον σε αυτούς διαδραματίζεται η ταξική πάλη: ένας τρόπος παραγωγής υπάρχει μόνον στις ειδικές συνθήκες – οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές – που προσδιορίζουν την συγκρότηση και την αναπαραγωγή του.

(Ρoulantzas (1975), σ.48)

Πίσω από την δέση αυτή βρίσκεται η Αλτουσεριανή θεωρία της θεωρητικής πρακτικής, σύμφωνα με την οποία η επιστημονικότητα ή η αλήθεια της σκέπης κρίνεται από τα καθαρά εσωτερικά κριτήρια της θεωρητικής πρακτικής καί όχι από τη διαλεκτική αλληλοσυσχέτιση της με την συγκεκριμένη πραγματικότητα Συνεπακόλουθο της θέσης αυτής είναι η ανεπεξέργαστη αντιπαράθεση μιας εμπειριστικά κατανοούμενης πραγματικότητας καί μιας θεωρίας που διαπερνάται από το αστικό ιδεολόγημα του επιστημονισμού. Με δάση τα παραπάνω, η παραγνώριση και η αλλοίωση εκ μέρους των Αλτουσεριανών της διαλεκτικής και η υποκατάσταση της απο τον στρουκτουραλιστικό φορμαλισμό καταλήγει σε μιά εκδοχή της σχέσης μεταξύ πραγματικότητας και θεωρίας που κινείται στις ίδιες γραμμές με την θετικιστική διχοτόμηση «μοντέλου-πραγματικού κόσμου».

Αντίθετα, η οπτική του Μάrχ για την περιοδολόγηση είναι ριζικά διαφορετική και αυτό βασίζεται σε δύο στοιχεία Πρώτον, η αντίληψη του Μarχ τόσο για την μέθοδο γενικά όσο καί για την φύση της ουσίας (essence) είναι αντίθετη με αυτήν του Αλτουσεριανού στρουκτουραλισμού. Δεύτερον, ο Μάτχ δίνει συγκεκριμένα παραδείγματα περίοδολόγησης τρόπων παραγωγής.

Ο Αλτουσεριανισμός θεωρεί ότι η έννοια του τρόπου παραγωγής αντιστοιχεί στην ουσία ενώ ο κοινωνικός σχηματισμός στην μορφή και επιπλέον ο τι ενώ η μορφή μετασχηματίζεται η ουσία παραμένει αμετάβλητη. Ομως ο Μarχ κάθε άλλο παρά θεωρούσε την ουσία αμετάβλητη και πάγια Οπως έχει δείξει ο Zeleny (1980, κεφ.3), μια απο τις θεμελιώδεις διαφορές πάνω στο ζήτημα του ρόλου της αφαίρεσης μεταξύ του Μάτχ και του Ricardoήταν ότι «ενώ για τον Ricardo η ουσία είναι κάτι ποιοτικά σταθερό καί μη διαφοροποιήσιμο, ο Μarχ βλέπει καί εξετάζει την αλλαγή αυτής της ουσίας* την κατανοεί ως κάτι ιστορικά μεταβατικό το οποίο προχωρεί διαμέσου διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης και ποιοτικών αλλαγών». Κατά συνέπεια, ο Μarχ μπορεί να μελετήσει την ενότητα και την διαλεκτική ανάπτυξη μορφής-περιεχομένου μέσω της δομικής-γενετικής θεώρησης του, ενω αντίθετα ο  Ricardoεγκλωβίζεται σε «τυπικές αφαιρέσεις» προσπαθώντας να πραγματοποιήσει άμεσα την αφαίρεση – χωρίς μία σειρά διαμεσολαβήσεων και προσδιορισμών μεταξύ του αφηρημένου και του συγκεκριμένου. Ενα σημαντικό υποστήριγμα της Αλτουσεριανής θέσης είναι το επιχείρημα ότι η περιοδολόγηση δεν μπορεί να αγνοήσει την ταξική πάλη καί ότι η τελευταία δεν υπάρχει καί, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αναλυθεί στα πλαίσια του υψηλού βαθμού αφαίρεσης της έννοιας του τρόπου παραγωγής. Η ταξική πάλη θεωρείται ως κάτι σχεδόν πλήρως ιστορικο-συγκυριακό καί συγκεκριμένο, δεσμευόμενη – καί ταυτόχρονα υποβαθμιζόμενη σε δευτερεύοντα ρόλο – από το στρουκτουραλιστικό πλαίσιο των γενικών δομών. Επομένως, καί λόγω ακριβώς της υποβάθμισης της, ουσιαστικά τυχαιοποιείται. Αντίθετα όμως με αυτή την υπαγορευμένη απο τον στρουκτουραλισμό σχιζοειδή διαίρεση, ο Μarχ εισάγει την ταξική πάλη καί στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής καί μελετά τις βάσεις της, δείχνοντας ότι ο αγώνας του προλεταριάτου γεννιέται από τα προτσές παραγωγής, ανταλλαγής καί διανομής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής καί επιδρά πάνω σε αυτά. Είναι χαρακτηριστικό ότι αναλύοντας τον Νόμο του 1844 καί τους αγώνες σχετικά με την διάρκεια της εργάσιμης ημέρας θεωρεί ότι είναι το συγκεκριμένο αποτέλεσμα των νομών ανάπτυξης καί της ταξικής πάλης που μελετήθηκαν στο αφηρημένο επίπεδο του τρόπου παραγωγής. Επιπρόσθετα, ο ΜARχ μελετώντας την φεουδαρχία προέβει ρητά σε περιοδολογηση της στο επίπεδο αφαίρεσης του τρόπου παραγωγής καί με βάση τον τρόπο ιδιοποίησης της υπερεργάσιας. Συγκεκριμένα, στην «Γένεση της καπιταλιστικής γαιοπροσόδου» («Κεφαλαίο». τόμος III, κεφ.47) διέκρινε τρία διαφορετικά στάδια στον φαιουδαρχικό τρόπο παραγωγής: την πρόσοδο σε εργασία, την πρόσοδο σε είδος καί, αργότερα, την πρόσοδο σε χρήμα

Συνεπώς, όπως έχουν δείξει οι Fine και Harris(1986, κεφ.7, σ.135), ο καπιταλισμός πρέπει να περιοδολογηδεί ως τρόπος παραγωγής καί σε αφαίρεση απο ειδικούς κοινωνικούς σχηματισμούς εφόσον αυτοί καθ’ εαυτοί οι νόμοι κίνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής γεννούν διακριτά στάδια παρά συνεχείς τάσεις:

… οι λειτουργίες των κοινωνικών σχηματισμών μπορούν να κατανοηθούν μόνο σαν οι συγκεκριμένες επιδράσεις της ανάπτυξης του τρόπου ή των τρόπων παραγωγής. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ιστορική πρόοδος των κοινωνικών σχηματισμών μπορεί να κατανοηθεί μόνο σαν το αποτέλεσμα των μετασχηματισμών του τρόπου παραγωγής. Αυτοί οι μετασχηματισμοί περιλαμβάνουν την υπέρβαση ενός τρόπου παραγωγής από έναν άλλο, τη συνάρθρωση διαφορετικών τρόπων παραγωγής στη μεταβατική διαδικασία, καί μετασχηματισμούς μέσα σ’ έναν τρόπο παραγωγής από το ένα στάδιο στο άλλο. Αν δεν μελετηθεί αυτό είναι αδύνατο να εξετάσουμε τους γενικούς νόμους της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Καί τότε οι μαρξιστές θα περιορίζονταν να μελετούν τον τρόπο ανάπτυξης των ιδιαίτερων καπιταλιστικών κοινωνιών χωρίς να μπορούν να βασίσουν αυτές τις εξελίξεις σε γενικούς νόμους. Επιπλέον, δεν μπορούμε να αιτιολογήσουμε τη διάκριση της ιστορίας ενός κοινωνικού σχηματισμού σε στάδια, εκτός αν μπορούμε να δείξουμε ότι οι νόμοι του τρόπου παραγωγής δημιουργούν ξεχωριστά στάδια μάλλον παρά συνεχείς τάσεις.

Επομένως, ο τρόπος παραγωγής εδράζεται πάνω σε ένα ειδικό σύνολο ταξικών σχέσεων παραγωγής. Επιπρόσθετα, οχι μόνον οι σχέσεις παραγωγής αλλά καί η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων προσδιορίζεται ταξικά επίσης. Η ύπαρξη αυτών των σχέσεων παραγωγής απαιτεί την επιπλέον συγκρότηση κοινωνικών σχέσεων οι οποίες είναι προϋποθέσεις για την οικονομική αναπαραγωγή (παραδείγματος χάριν, η συσσωμάτωση παραγωγής-διανομής-κατανάλωσης). Ακόμη, αυτή η οικονομική αναπαραγωγή χρειάζεται καί επιβάλλει την δημιουργία της σφαίρας της κοινωνικής αναπαραγωγής, η οποία συναπαρτίζεται από πολιτικές καί ιδεολογικές σχέσεις που διέπονται από μια ιδιαίτερη δομή σχεσιακών διαπλοκών με την οικονομία Γι’ αυτό ενώ οι τρόποι παραγωγής διακρίνονται σε όρους θεμελιωδών σχέσεων κατοχής καί ελέγχου μεταξύ των παραγουσών καί μη-παραγουσών τάξεων – όχι μόνο στην θεσμική καί νομική μορφή τους, η οποία μπορεί να είναι παραπλανητική, αλλά στην ουσιακή φύση τους – τα στάδια κάθε τρόπου παραγωγής διαφοροποιούνται με βάση των ειδικών μορφών αυτών των βασικών σχέσεων καί της κοινωνικής αναπαραγωγής τους. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η συσσώρευση καί η σχετιζόμενη με αυτήν ταξική πάλη είναι οι κομβικές προσδιορίζουσες δυνάμεις για τον μετασχηματισμό αυτού του τρόπου παραγωγής από το ένα στάδιο του στο άλλο. Από μια πιο γενική οπτική γωνία, η συσσώρευση καί η ταξική πάλη μέσα στον τρόπο παραγωγής αυτό προσδιορίζει όχι μόνον τις εσωτερικές αλλαγές του αλλά επίσης την αντιφατική κίνηση από τον έναν τρόπο παραγωγής σε έναν άλλο. Το συγκεκριμένο κριτήριο για την περιοδολόγηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όπως προτείνουν οι Fine και Harris (1986, σ.140), πρέπει να είναι οι μέθοδοι ιδιοποίησης καί ελέγχου της υπεραξίας. Αυτό γιατί αυτοί οι μετασχηματισμοί συνδέονται στενά με τις νέες μορφές ταξικής πάλης καί αντανακλώνται στο συνολικό προτσές παραγωγής καί, συνεπακόλουθα, σε ολόκληρη την οικονομική αναπαραγωγή. Αυτά, με την σειρά τους, επιδρούν – καί πολλές φορές προϋποθέτουν -αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις* αλλαγές στις πολιτικές σχέσεις καί την μορφή του κράτους, για παράδειγμα, ως προϋπόθεση για πιο θεμελιακούς μετασχηματισμούς.

Κατά συνέπεια, η περιοδοποίηση του καπιταλισμού δεν μπορεί να διεξαχθεί ξεχωριστά από την γενική θεωρία του. Αντίθετα, η περιοδοποίηση καί η γενική θεωρία πρέπει να αποτελούν μια διαλεκτική ενότητα, Βασισμένη στην διαλεκτική σχέση αφηρημένου-συγκεκριμένου καί πραγματικότητας καί ιδιοποίησης της από την σκέυ,η. Η οπτική αυτή δεν διαχωρίζεται από την ιστορία ούτε είναι ένα αυτονομημένο προϊόν της νόησης. Συλλαμβάνει την ιστορία όχι στον άμεσο ιστορικό χρόνο αλλά στους ουσιακούς προσδιορισμούς της, οι οποίοι δεν είναι λιγότερο πραγματικοί από τις άμεσες εμφανίσεις τους.

1           Θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τους μετασχηματισμούς καί τα στάδια αυτά μέ την αντίστοιχη διάκριση τυπικής καί ουσια-στικής υπαγωγής τού προτσές παραγωγής στό κεφάλαιο πού κάνει ό Μαρξ καί νά μιλήσουμε γιά τυπική καί ουσιαστική υπαγωγή τού διεθνούς συστήματος στον καπιταλισμό.

Η διάκριση μεταξύ Κλασικού Δυτικού και Σοβιετικού Μαρξισμού είναι μία δόκιμη οπτική τής πορείας τού Μαρξισμού.Διατυπώθηκε κυρίως από τον Αndersοη (1978) ,αν και έχει χρησιμοποιηθεί επισης ,αλλα με διαφορετικό περιεχομενο, απο τον Τϊmpanaro.Ηθέση τού Αndersοη ,παρόλη τήν διορατικότητα της,έχει μία σειρά σειρά θεωρητικές καί πολιτικές αδυναμίες.Οί αδυναμίες αυτές γίνιονται ακόμη πιό αισθητέςστίς εκτημήσεις του γιά την πορεία τού Δυτικού Μαρξισμού(τίς οποίες διατύπωσε τόσο στον «Δυτικό Μαρξισμό’όσο κάι στό «Ιη the trackw of Historial Materialism»( Αndersοη 1988).Η πρωταρχική αδυναμία συνίσταται στό γεγονός ότι αυτή καθ’ εαυτή ή πορεία τού κομμουνιστικού καί εργατικού κινήματος-ή «κομμαπκή’μέ τήν Μαρξιστική έννοια τού όρου,ιστορία-αντιμετωπίζεται ουσιαστικά ώς εξωτερικός καί δευτερογενής προσδιοριστικός παράγοντας τής θεωρίας.Τό γεγονός αυτό γίνεται άλλωστε προφανές όταν ό Αndersοη χρειάζεται νά αναφερθεί στον Μαοισμό καί τόν Ευθρωκομμουνισμό,οί οποίοι φαίνεται ώς εξαίφνης καί σχεδόν από τό πουθενά νά υπεισέρχονται στό χώρο τού Δυτικού Μαρξισμού.Ως συνεπακόλουθο,αδυνατεί νά μελετήσει καί νά εντάξει διαφωνίες κάι ρεύματα πού παρουσιάστηκαν τόσο στό έδαφος τών κομμουνιστικών κομμάτων όσο καί ευρύτερα(π.χ.ο Ιταλικός εργατισμός καί ή Αυτονομία).Η σχιζοειδής αυτή διάκριση θεωρίας-‘κοματικής’ιστορίας,ενώ πράγματι αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο τού Δυτικού Μαρξισμού,όταν γίνει εργαλείο τής ανάλυσης οδηγεί στην παραγνώριση τόσο τής υπαρκτής σχέσης μεταξύ τους όσο καί τού γεγονότος ότι ή ρίζα τής σχιζοειδούς αυτής διαίρεσης Βρίσκεται ακριβώς στην «κομματική’ιστορία καί επιπλέον ότι ή διαίρεση αυτή ορίζει μή ταυτόσιμες αλλά συγχρόνως τεμνόμενες πορείες.Δέν μπορεί νά υπάρξει μία θεωρία τής Μαρξιστικής θεωρίας-ακόμα καί τών πιό ακαδημαϊκών ή καί γραφειοκρατικών εκδοχών της-εν απουσία τής ιστορίας τού εργατικού καί κομμουνιστικού κινήματος. Ενα ελλάσσον σφάλμα τού Αndersοη είναι ή’διάκριση τού Τροτσκιστικού ρεύματος από τόν Δυτικό Μαρξισμό καί ή απόδοση του στην παράδοση τού Κλασικού Μαρξισμού (αντίθετα ό Τρότσκυ ανήκει πράγματι στην καλσική παράδοση).Αντίθετα,πολύ πιό σημαντική πράγματι είναι ή αδυναμία του νά δεί καί νά μελετήσει ουσιαστικά τήν εμφάνιση τών επιγόνων τού Δυτικού Μαρξισμού καί τα σημερινά αδιέξοδα τους.

3           Στά «Τετράδια γιά τόν ιμπεριαλισμό*(Lenin 1977,) ό Lenin μελετά μιά πληθώρα Βιβλιογραφίας τής εποχής πάνω στό θέμα,πού είναι ενδεικτική τών θεωρήσεων αυτών αλλά καί τού συνολικού πλαισίου τών’συζητησεων.

4                    Οφείλουμε νά υπενθυμίσουμε ότι κατά τόν Μάτχ -καί σέ αντίθεση τόσο μέ τόν Ηοbsοη όσο καί εν γένει μέ τις θεωρίες τής υποκατανάλωσης- ή πτωτική τάση τού ποσοστού κέρδους οφείλεται στην υπερσυσσώρευση καί τήν αυξητική τάση τής οργανικής σύνθεσης  του κεφαλαίου.

5                    Αποτελεί μια ξεκάθαρη αντίκρουση της άποψης των Frank και Wallerstein ότι όπου υπάρχουν εμπορευματικές σχέσεις οποιουδήποτε τύπου σημαίνει ότι υπάρχει καπιταλισμός.

6          Είναι εξαιρετικά καί σιωπηρά έυστοχα-ιδιαίτερα στην συγκυρία-τά άκρως ειρωνικά

σχόλια τού Lenin ,στά «Τετράδια γιά τόν Ιμπεριαλισμό(Lenin 1977,τόμος 28 σ.243),γιά τήν

δέση τού Κautsky ότι ή σύγκρουση Αυστρίας-Σερβίας δέν προκλήδηκε αποκλειστικά από

ιμπεριαλιστικές τάσεις αλλά έχει εξίσου εδνικιστικές ρίζες.

7          Στήν ελληνική βιβλιογραφία ο Sweezy (χωρίς χρονολογία,στό κεφ.11 κάνει μία εκτενή αλλά ρηχή κάι περιγραφική ανάλυση της συζήτησης γιά τήν

κατάρρευση. Αλλωστε, όλη ή ανάλυση του έχει έκδηλα τά στίγματα-παρ’όλη τήν μερική τήρηση αποστάσεων-τής υποκαταναλωτικής οπτικής του.

8          Τά υπόλοιπα βασικά στοιχεία τής πλατφόρμας τού οικονομισμού ήταν ότι.

(1) οί εργατικοί αγώνες (κατανοούμενοι ώς οικονομικοί αγώνες)ηγεμονεύουν πάνω στους πολιτικούς αγώνες καί τό πρόβλημα τής πολιτικής καί ταξικής εξουσίας.Επομένως τα’συνδικάτα είναι πάνω από τό κόμμα καί οί μαζικές διαδηλώσεις,καί γενικά ή επαναστατική πολιτική δράση,πρέπει νά αποκλεισδούν

ώς μορφές πάλης,οί οποίες πρέπει νά περιορισδούν κάι επικεντρωδούν σέ συγκεκριμένες εργασιακές διεκδικήσεις.’Τό κίνημα είναι τό πάν.

(2) ο πολιτικός αγώνας πρέπει νά ασχολείται αποκλειστικά καί μόνο με την αύξηση τής οικονομικής δύναμης τής εργατικής τάξης καί πρέπει νά περιορισδεί στήν δημιουργία τού δεσμικού πλαισίου γιά τήν άυξηση αυτή.Ο κοινοβουλευτισμός είναι ό βασικός δρόμος γιά την κατάκτηση τών μεταρρυδμίσεων αυτών.Ο σοσιαλισμός δά έρδει σταδιακά μέσα από αυτές τίς μεταρρυδμίσεις.

(3) όσον αφορά τό κόμμα,αυτό πρέπει νά μετατραπεί σέ μία χαλαρή συνεύρευση απόψεων καί τάσεων μέ κύριο πεδίο δράσης τό κοινοβούλιο.

9             Οί δέσεις τού Kautsky παρουσίασαν, στην συνέχεια, μία σειρά διακυμάνσεις όπως τήν διατύπωση τό 1902 τής αποχής γιά τήν «χρόνια ύφεση»τού καπιταλιμού ώς εδάφος μίας έρπουσας κατάρρευσης του.Ομως ταυτόχρονα ό ρεφορισμός γινόταν ολοένα κάι πιό καδαρά τό έδαφος τής πολιτικής στρατηγικής του.

10            Ο Ηeinrich Cunow ανήκε στήν αριστερά τού SPD πρίν τό 1914.Ηταν ό πρώτος πού επιτέδηκε στον Βernstein υποστηρίζοντας μία ρηχή αντίληψη περί νομοτελειακής κατάρρευσης τού καπιταλισμού. Αργότερα ενόψει τού Α’ Παγκόσμιο Πόλεμου πήρε σοσιαλπατριωτική δέση καί μεταπήδησε στήν δεξιά τού 5ΡΟ.

11           Ο Grossman επέμεινε στήν σημασία τής πτωτικής τάσης τού ποσοστού κέρδους ώς ουσίας τής κρίσης καί μέ βάση αυτήν, διατύπωσε μία δεωρία τής κατάρρευσης.

12                      Αξίζει νά σημειωδεί ότι o Βernstein -πού στό μεταξύ είχε,εν μέρει εκούσια,περιδωριοποιηδεί-κατεληξε σέ μία εκδοχή τής δεωρίας τής υποκατανάλωσης.Γράφει ό ίδιος στόν’Εξελικπκό σοσιαλισμό’ Bernstein1961, σελ.49-50 ….πού είναι τό υπέρ-προιόν πού οί βιομηχανικοί μισδωτοί παράγουν πάνω από τή δική τους κατανάλωση (πού είναι)περιοριζόμενη από τους μισδούς τους; Εάν οί «καιταλιστές μεγιστάνες’είχαν δέκα φορές ευρύτερο στομάχι όπως ή λαϊκή σάτιρα τους αποδίδει….ή κατανάλωση τους δά ήταν μόνο ένα πούπουλο στήν ζυγαριά έναντι τής μάζας τού εδνικού προιόντος….Πού είναι λοιπόν ή ποσότητα τών εμπορευμάτων τήν οποία οί μεγιστάνες καί οί υπηρέτες τους δεν καταναλώνουν;Εάν δέν πηγαίνουν μέ τόν ένα τρόπο ή τόν άλλο στους προλεταρίους πρέπει νά συλληφθούν από άλλες τάξείς.Είτε μία σχετικώς αύξουσα μείωση τών καπιταλιστών καί ένας αυξανόμενος πλούτος στό προλεταριάτο, είτε μία πολυάριθμη μεσαία τάξη-αυτες είναι οί μονές εναλλακτικές δυνατότητες τίς οποίες ή συνεχιζόμενη αύξηση τής παραγωγής επιτρέπει.

13                      13   Ετσι γιά τόν Κautsky (1902) χρειάζονται «μή καπιταλισπκώς παράγοντα επαγγέλματα καί έ8νη»ενώ δηλώνει ότι «ή θεωρία μας.,.βλέπει τήν αιτία των κρίσεων στην υποκατανάλωση»,γιά την Luxemburg κάι τους οπαδούς της (Strenberg κ.λ.π.)»τά τρίτα προσωπα»τών αποικιών ενώ γιά τήν Μοszkovska (1988) η «μή παραγωγική νέα μεσαία τάξη».Είναι χαρακτηριστικό ότι ό Smit,υποστηρίζοντας μία υποκαταναλωτική θεωρία τής κατάρρευσης,καταλήγει νά προτείνει νά ξεπερασθεί ή τάση υποκατανάλωσης μέ μέτρα πού θά επιταχύνουν τήν πτωτική τάση τού ποσοστού κέρδους καί θά βελτίωναν τους μισθούς τής εργατικής τάξης( Βλέπε Sweezy» χωρίς χρονολογία,σελ.224).

15      Ο Otto Bauer αποτέλεσε μία εξαίρεση. Ανασκεύασε τά σχήματα αναπαραγωγής τού

δευτέρου τόμου τού «Κεφαλαίου» σε παραπλήσιες γραμμές μέ αυτές τού Τugan-Baranovsky καί κατέληξε σέ ένα μοντέλο απρόσκοπτης «νέο-αρμονιστικήςκαπιταλιστικής αναπαραγωγής (βλέπε Rosdolsky’ 1977).Επίσης κατά τό μακρύ διάστημα τής συγγραφής τού «Χρηματιστικού Κεφαλαίου»,ό Ηillferding επηρεάστηκε τόσο από τήν θεωρία τής υποκατάναλωσης-πού εμφανίσθηκε πρώτη-όσο καί από την θεωρία τής δυσαναλογίας τού Τugan-Baranovsky ,πού έγινε γνωστή αργότερα

16       Ο Νikolai Frantsevich Danielson (γράφοντας μέ τό ψευδώνυμο Νikolaioη) ολοκλήρωσε τήν ρώσικη μετάφραση τού πρώτου τόμου τού «Κεφαλαίου’από τήν Lopatiη καί ακολούθως μετέφρασε τους τόμους II καί ΙΙΙ Είχε σημαντική αλληλογραφία μέ τόν Εηgels τήν οποία αναλύει ο  Rosdolsky  (1977,σελ.46Ο)

17       O Sergei Nikolayevich Bulgakον εθεωρείτο ώς ό πιό λαμπρός εκπρόσωπος των «νόμιμων»,αν καί στην Δύση έγινε πιό γνωστός ο Τugan-Baranovsky . Επέκρινε τίς απόψεις τού Μβγχ γιά τήν αγροτική οικονομία.Υπήρξε μέλος τής δεύτερης Δουμας (1906-7).Μετά τήν Οκτωβριανή Επανάσταση έγινε πάπας,μετανάστευσε καί επεδόθη σέ αντι-σοβιετική προπαγάνδα.

18        Ο Bulgakον αναγνώριζε ότι ή σημασία τής κοινωνικής κατανάλωσης εκφράζεται σέ περιοδικές οικονομικές κρίσεις.Ομως αρνείτο ότι οί κρίσεις αυτές έκφραζαν τό πρόβλημα τής πραγματοποίησης.Αντίθετα ,τίς θεωρούσε αποτέλεσμα τής άνισης ανάπτυξης τών επιμέρους κλάδων παραγωγής καί άρα ώςς κρίσεις δυσαναλογίας (δές Rosdolsky’ 1977,σ.466-7).

19       Εχει ενδιαφέρον νά επισημανθεί ότι πρώτος ο Κautsky επεσήμανε ότι αντίθετα μέ τόν  Τugan-Baranovsky ο Μ3γχ θεωρεί ότι ο όγκος τών εμπορευμάτων πού καταναλών3ει ή εργατική τάξη είναι σημαντική παράμετρος τής κεφαλαιακής συσσώρτευσης καί δέν μπορέι νά αγνοηθέι.Επιπλέον οί ρώσοι σοσιαλδημοκράτες συμμερίζονταν τήν εποχή εκείνη τίς πολλές από τίς απόψεις τού Κaytsky μέ εξαίρεση τήν θεωρία τής υποκατανάλωσης,τήν οποία απέρριπταν συμφωνόντας μέ τόν Τugan-Baranovsky (αλλά διαφωνόντας γιά τό ζήτημα τής ερτγατικής κατανάλωσης).

20       Ουσιατικά ο Τugan-Baranovsky κατέληγε σέ μία επαναδιατύπωση τής Μαρξικής Θεωρίας πάνω στίς γραμμές τού νόμου τού Say.Αντίθετα ο Βulgakov παρά τήν ταύτιση τους στό επίπεδο τής ουσίας καί συνεπής μέ τόν ορθόδοξο Μαρξισμό του,επέκρινε τήν θεωρία του Say.

21         Ο Rosdolsky (1977) υποστηρίζει οτι τόσο ο Hilferding όσο καί ο Otto Bauer επηρεάσθηκαν από τόν Τugan-Baranovsky καί υιοθέτησαν τήν θεωρία τής δυσαναλογίας.

22         Τόσο ο Ηilferding όσο καί ο Βukharin καί ο Lenin θεώρησαν τήν εμφάνιση τών μονοπωλίων ως στοιχείο ενός σημαντικού μετασχηματισμού τού καπιταλισμού,πού σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο του.Αντίθετα η Luxemburg όχι μόνο δέν αναγνώριζε ένα τέτοκ ρολό αλά εν γένει δέν έβλεπε κανένα ζήτημα περιοδοποίησησς τού καπιταλισμού.

23                  Ο Ηilferding , όπως σωστά επισημαίνει ο Brewer (1982,σελ.87) -θεωρούσε δεδομένο ότι τά καρτέλ σχηματίζονται σέ εθνική βάση,Ηταν ο Βukharin καί ο Lenin που επεσήμαναν το σφάλμα και έστρεψαν την προσοχή τους σε υπερεθνικές καρτελοποιήσεις

24                  Δες τη σχετική αναφορά του Lenin (1977 ,σ.245)

25                  Ηobson και διιμπεραλισμός (Lenin)

26                  Στην ελληνική έκδοση του ¨Μπάυρον¨ υπάρχει στον 2ο τόμο.

Advertisements

About Η Κόκκινη Σημαία

στην υπόθεση του νέου κομμουνιστικού προγράμματος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: