ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΕΛΑΣΤΙΚ- ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
14/03/1999, εφημερίδα ΠΡΙΝ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΣΑΛ ΣΤΟΝ ΣΡΕΝΤΕΡ
ΠΟΡΕΙΑ ΕΠΙ ΔΕΞΙΑ
Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Γερμανίας (SPD) αντιπροσωπεύει το πρώτο μαζικό εργατικό κόμμα εξουσίας στην Ευρώπη. Με ηγεμονικό ρόλο, για μεγάλες περιόδους, στην πορεία του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, το ιστορικό κόμμα του Μαρξ και του Ένγκελς αντικατοπτρίζει πιστά την πορεία ιδεολογικού εκφυλισμού της σοσιαλδημοκρατίας.
Προϊόν συγχώνευσης του «Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος» των Β. Λίκμπνεχτ και Μπέμπελ και της «Γενικής Εργατικής Ένωσης» του Λασάλ, το κόμμα της γερμανικής εργατικής τάξης ιδρύεται τον Μάιο του 1875 στο συνέδριο της Γκότα υπό την επωνυμία «Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας» (ΕΚΣΓ). Ο Μαρξ συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία της ίδρυσης του, καθοδηγώντας την πάλη της αριστερής πτέρυγας των «Αϊζεναχικών» ενάντια στη δεξιά πτέρυγα των «Λασαλικών», γράφει μάλιστα για το σκοπό αυτό το γνωστό έργο του «Κριτική του προγράμματος της Γκότα».
Τον Οκτώβριο του 1890, μετά την κατάργηση του νόμου εναντίον των σοσιαλιστών, το ΕΣΚΓ μετονομάζεται σε DΡΟ. Οι σοβαρότατες επιτυχίες του στα συνδικάτα, στις βουλευτικές εκλογές και στην οργανωτική του ανάπτυξη, αλλά και η μεγάλη ιστορική του κληρονομιά -ο Ένγκελς ήταν ο ιδεολογικός «πατριάρχης» του κόμματος μέχρι το θάνατο του, το 1895- καθιστούν το SPD κόμμα – οδηγό της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας για τριάντα περίπου χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μέχρι την άνοδο του Στάλιν, επίσημη γλώσσα της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν τα γερμανικά. Ωστόσο, η μαζικοποίηση του κόμματος εντείνει την εσωτερική διαπάλη ανάμεσα στη δεξιά, αντιμαρξιστική τάση του Εντβαρντ Μπερνστάιν, την «κεντρίστικη» πτέρυγα του Καρλ Κάουτσκι και το αριστερό ρεύμα των «Σπαρτακιστών» (Καρλ Λίκμπνε-χτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ).
Στις 3 Αυγούστου του 1914, δύο μόλις μέρες μετά την είσοδο της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πλειοψηφία των βουλευτών του SPD, 78 συνολικά, ψηφίζει υπέρ των πολεμικών δαπανών, ενώ 14 «Σπαρτακιστές» βουλευτές τις καταψηφίζουν, καλώντας σε επαναστατικό αγώνα για τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο. Είναι η αρχή της διάσπασης της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας σε ρεφορμιστική – σοσιαλσωβινιστική και επαναστατική – διεθνιστική (κομμουνιστική). Τον Νοέμβριο του 1918, όταν η ήττα της Γερμανίας πυροδοτεί εργατική επανάσταση και οι Σπαρτακιστές ανακηρύσσουν δημοκρατία των Σοβιέτ στη Βαυαρία, ο Κάιζερ φεύγει στην Ολλανδία και η κυβέρνηση ανατίθεται στους δεξιούς σοσιαλδημοκράτες υπό τον Φρίντριχ Έμπερτ. Είναι αυτή η κυβέρνηση που θα αιματοκυλήσει την επανάσταση,, τον Γενάρη του 1919, θα εκτελέσει χιλιάδες Σπαρτακιστές, μεταξύ των οποίων τη Λούξεμπουργκ και τον Λίκμπνεχτ, και θα οδηγήσει στην καπιταλιστική σταθεροποίηση.
Το SPD παραμένει το κόμμα- οδηγός της «Σοσιαλιστικής και Εργατικής Διεθνούς», που ιδρύεται τον Μάιο του 1923 ως αντίβαρο στην «Κομμουνιστική Διεθνή» του Λένιν. Τον Ιανουάριο του 1933 ο σοσιαλδημοκράτης πρόεδρος Χίντεμπουργκ ορκίζει τον Χίτλερ καγκελάριο της Γερμανίας, νομιμοποιώντας την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία. Μετά τον πόλεμο, το ανασυγκροτημένο DΡΟ, μαζί με το αγγλικό Εργατικό Κόμμα, είναι οι δύο βασικοί πυλώνες της (ρεφορμιστικής) Σοσιαλιστικής Διεθνούς, που επανιδρύεται με το συνέδριο της Φρανκφούρτης, τον Ιούλιο του 1951. Σημείο στροφής στην πορεία του SPD είναι το συνέδριο του Μπαντ- Γκόντεσμπεργκ, το Νοέμβριο του 1959, όταν απαρνείται και καταστατικά το μαρξισμό και ευθυγραμμίζεται με την ψυχροπολεμική γραμμή των ΗΠΑ. Στις επόμενες δεκαετίες, το SPD θα πρωτοστατήσει στη θωράκιση του αστυνομικού κράτους των «Λευκών Κελιών», στην εγκατάσταση των αμερικανικών πυρηνικών πυραύλων στην Ευρώπη και στη δημιουργία του «μεγάλου συνασπισμού» με τους Χριστιανοδημοκράτες.










